Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

Η ιστορική προέλευση της ιρανικής επανάστασης και τα καθήκοντα των επαναστατών μαρξιστών- Α’ Μέρος

Πηγή: In Defence of Marxism 11/6/2010

Πρόκειται για ένα ντοκουμέντο που θα ολοκληρωθεί σε πέντε μέρη. Γράφτηκε από Ιρανούς Μαρξιστές και αναφέρεται στις ρίζες της ιρανικής επανάστασης. Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στην ανάπτυξη της ιρανικής οικονομίας και πως αυτή οδήγησε στην ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, μέχρι και την επανάσταση του 1979.

Τα όσα ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 2009 και το μαζικό κίνημα που αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα των Προεδρικών αλλαγών, ήταν ξεκάθαρό πως αποτελούσαν την απαρχή μιας επανάστασης. Αυτό το φανερώνει το πιο αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό της, δηλαδή η έντονη είσοδος των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας. Η όλη διαδικασία από την αρχή της, έθεσε το ερώτημα της εξουσίας στην κοινωνία. Με την ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος, το ερώτημα αυτό απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η Ιρανική Επανάσταση ήδη τραβάει την προσοχή των μαζών σε όλο τον κόσμο. Τους τελευταίους μήνες, το κίνημα έκανε βήματα προς αδιανόητες μέχρι εκείνη την στιγμή, κατευθύνσεις. Αγνοώντας οποιαδήποτε αρχή και με συνεχώς αυξανόμενη αυτοπεποίθηση στις δυνάμεις του, το κίνημα των Ιρανικών μαζών εμπνέει εκατομμύρια εργάτες και φτωχούς. Πλέον είναι φανερό ότι η πτώση του ισλαμικού καθεστώτος είναι αναπόφευκτη και θα επέλθει αργά ή γρήγορα. Αλλά αυτό θα είναι μόνο η αρχή μιας καθαρά ταξικής πάλης στο Ιράν, που δυνητικά θα τελειώσει με την οριστική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την αντικατάσταση του από την εξουσία των εργατών και των μαζών.

Η άρχουσα τάξη το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό έχει στρέψει όλη της την προσοχή στην πάλη. Γνωρίζουν πως αυτή η μάχη μπορεί σε κάποιο σημείο να στραφεί εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολο του.

Γι’ αυτό, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που το κίνημα τραβάει την προσοχή όλων των επαναστατών και Μαρξιστών παγκοσμίως. Σκοπεύουμε να δώσουμε στο κίνημα μια καθαρή μαρξιστική προσέγγιση όλων των ζητημάτων που θα βρούμε μπροστά μας και τις καλύτερες στρατηγικές, προκειμένου να πετύχουμε την νίκη. Για να το καταφέρουμε, θα πρέπει αρχικά να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε τις ρίζες του κινήματος.

Πως είναι δυνατό να ξέσπασε όλη αυτή η έκρηξη μετά τα αποτελέσματα των εκλογών; Όλοι οι Ιρανοί γνωρίζουν πολύ καλά πως κανένας από τους υποψηφίους δεν αντιπροσώπευε την πραγματική αλλαγή. Οι περισσότεροι από αυτούς αντιπροσώπευαν διαφορετικές αποχρώσεις την υπέρ αντιδραστικής κλίκας του Ιράν. Ακόμα και αν αγνοήσουμε αυτό το γεγονός, η νοθεία στις εκλογές δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στο Ιράν. Στην πραγματικότητα, πολλοί Ιρανοί πιστεύουν πως ο Αχμαντινετζάντ κέρδισε με διαφορά στις προηγούμενες εκλογές επειδή εξαπάτησε. Ακόμα όμως και αν ο Μουσαβί είχε κερδίσει επίσημα, θα είχε καταστήσει από την αρχή σαφές ότι υποστηρίζει το ισλαμικό καθεστώς.

Ο Καπιταλισμός στο Ιράν

Σε τελική ανάλυση, η αιτία για τις επαναστατικές εξελίξεις στο Ιράν θα πρέπει να βρεθούν στην γενικότερη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο δεν μπορεί πλέον να αναπτύξει παραγωγικές δυνάμεις που θα πάνε την κοινωνία μπροστά. Απεναντίας, το σύστημα γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτο φορτίο για την κοινωνία, που την παρασύρει προς την βαρβαρότητα.

Τις πρώτες μέρες της καπιταλιστικής κοινωνίας, η μπουρζουαζία έπαιζε έναν προοδευτικό ρόλο, αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις και ωθώντας την κοινωνία μπροστά. Η είσοδος όμως του Ιράν στον κόσμο του καπιταλισμού, άργησε να γίνει. Κάθε βήμα που έκανε το Ιράν προς τον καπιταλισμό ήταν αποτέλεσμα της ξένης πίεσης και της άμεσης εμπλοκής του ιμπεριαλισμού, ειδικά της Ρωσίας και της Βρετανίας. Ακόμα όμως και με αυτόν τον παράγοντα, οι καπιταλιστικές σχέσεις στο Ιράν παρέμειναν εξαιρετικά απομονωμένες, περιορισμένες και τελματωμένες. Η γεωγραφία της χώρας δεν βοήθησε την ανάπτυξη. Το Ιράν είναι η 18η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου, με έκταση 1.648.195 τ. χμ. (σχεδόν η έκταση που καταλαμβάνουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Αγγλία μαζί) και αποτελείται από πέντε οροσειρές που περικυκλώνουν μια έρημο. Ο Έρβαντ Αμπραχαμιάμ περιγράφει τις επιπτώσεις αυτής της γεωγραφίας στο διάσημο βιβλίο του "Ιράν, ανάμεσα σε δυο επαναστάσεις":

«Ακόμα και στα τέλη του αιώνα (1800-), ο κεντρικός δρόμος που ένωνε το νότιο λιμάνι στην επαρχία Χορμοζγκάν με την Τεχεράνη, ήταν τόσο μακρύς που ήταν προτιμότερο να ταξιδέψεις από τον Περσικό Κόλπο στην Μαύρη Θάλασσα με πλοίο, από το Ερζερούμ μέχρι την Κασπία από ξηρά, από το Μπακού στο Ενζελί ξανά με πλοίο και από κει στην Τεχεράνη από ξηράς. Αυτή η έλλειψη συγκοινωνίας δημιούργησε περιόδους κρίσης, όπου η μια περιοχή πέθαινε από πείνα ενώ η γειτονική της απολάμβανε μια καλή σοδειά».

Το πετρώδες έδαφος και οι μακρινές αποστάσεις δεν επέτρεψαν στο εμπόριο να αναπτυχθεί. Μόνο αφότου βρέθηκαν τεράστιες πηγές πετρελαίου στο Ιράν επιταχύνθηκε η βιομηχανοποίηση της χώρας και η καπιταλιστική παραγωγή έγινε ο κυρίαρχος τρόπος. Αν και αυτά έγιναν πριν από έναν αιώνα, ακόμα βρίσκονται αρκετά υπολείμματα της παλιάς κοινωνίας σε αρκετά μέρη του Ιράν.

Έτσι το Ιράν δεν έγινε τμήμα του καπιταλιστικού κόσμου μέσα από μια γραμμική διαδικασία καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η χώρα τραβήχτηκε βίαια στις παγκόσμιες αγορές από τις ιμπεριαλιστικές χώρες, ειδικά την Ρωσία και την Αγγλία, που χώρισαν το Ιράν μεταξύ τους. Μέσα από μια σειρά από σημαντικές ήττες τον 18ο αιώνα, η κυριαρχία του ιμπεριαλισμού ενοποιήθηκε.

Ειδικότερα με την ανακάλυψη των πετρελαιοπηγών στις αρχές του 20ου αιώνα, το Ιράν έγινε σημαντικό κομμάτι της καπιταλιστικής παραγωγής. Έτσι, αν και οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας ζούσαν και δούλευαν με προ-καπιταλιστικές σχέσεις, η χώρα αναπτύχθηκε εξολοκλήρου σύμφωνα με τους κανόνες του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Χαρακτηριστικό αυτής της ανάπτυξης ήταν το γεγονός πως οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τα εργοστάσια που κτίστηκαν στο Ιράν μετά την είσοδο στον καπιταλισμό, δεν έγιναν για την αναδυόμενη άρχουσα τάξη, αλλά έγιναν για να εξυπηρετήσουν τα στενά συμφέροντα της Ρωσίας και της Αγγλίας. Έχοντας να αντιμετωπίσουν την μαζική παραγωγή και τα φτηνά προϊόντα του ιμπεριαλισμού, ο έμπορος, ο μικρό-επιχειρηματίας (ή η κυβέρνηση) δεν είχε καμία ελπίδα.

Η ημι-αποικιοκρατία του Ιράν προσέδωσε έναν συνδυαστικό και δύσκολο χαρακτηριστικό στην κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Την στιγμή που η μικρή ιρανική μπουρζουαζία, που βρέθηκε στην επιφάνεια εξαιτίας του ιμπεριαλισμού, ήταν έτοιμη να κάνει την καπιταλιστική επανάσταση, ήταν ήδη πολύ αργά. Οι Ιρανικές Συνταγματικές Επαναστάσεις (η επανάσταση της μπουρζουαζίας, 1905-1911), αμφισβήτησαν την αριστοκρατία και την εξουσία της στο κράτος. Στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο, νέο σύνταγμα, να διώξουν τον ιμπεριαλισμό από το Ιράν, να διαχωρίσουν τα ισλαμικά έθιμα από το κράτος και να προχωρήσουν σε αναδιανομή των εδαφών. Αν και κατάφερε καίριο πλήγμα στον παλιό τρόπο παραγωγής, οι βασικές προσδοκίες την επανάστασης δεν υλοποιήθηκαν. Ο καπιταλισμός, σε παγκόσμια κλίμακα, βρισκόταν στο στάδιο που αναδύονταν οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί. Δεν θα συναινούσε –ούτε καν σε ένα κοινοβούλιο από μαριονέτες ή σε ένα ψεύτικο σύνταγμα. Η χώρα μπήκε στον κόσμο του καπιταλισμού εντελώς βυθισμένη στην κρίση. Εξάλλου η μεσαία τάξη που ηγήθηκε της επανάστασης, είχε μπλεχτεί αρκετά στον ιμπεριαλισμό που δεν θα μπορούσε να τον προκαλέσει σοβαρά. Σε κάθε βήμα της επανάστασης, το κίνημα διασπαζόταν στο εσωτερικό του. Στο τέλος, το κίνημα δεν κατάφερε καν να σπάσει τους παλιούς δεσμούς παραγωγής, κυρίως στις αγροτικές περιοχές. Αν και οι γαιοκτήμονες αποδυναμώθηκαν, διατήρησαν την δύναμη τους μέχρι που από μόνοι τους άλλαξαν και έγιναν βιομήχανοι, 50 χρόνια αργότερα.

Με την εργατική τάξη τόσο νέα και αδύναμη να παίξει έναν ρόλο, η επανάσταση είχε πολλές δυσκολίες στο να διατηρήσει τις νίκες της. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο και μια περίοδο έντονης αστάθειας, η βίαιη δικτατορία του Ρεζά Σαχ έκανε την εμφάνιση της στα τέλη του 1920.

Ένας αιώνας επανάστασης και αντεπανάστασης

Μέχρι την Συνταγματική Επανάσταση, η σταθερότητα ήταν κάτι σπάνιο στην ιρανική κοινωνία. Τα τελευταία 100 χρόνια εναλλάσσονταν συνέχεια οι απολυταρχικές δικτατορίες και τα επαναστατικά ή προ-επαναστατικά κινήματα. Περίοδοι «ηρεμίας» ή «ειρηνικής» συνύπαρξης, ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της βίαιης καταπίεσης. Ο ιρανικός καπιταλισμός, όντας πλήρως εξαρτώμενος και υποταγμένος στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορούσε να ανεχτεί καμία συναίνεση με τις μάζες. Αυτό σημαίνει πως οποιαδήποτε μάχη από μερίδα της μάζας, αν διατηρούταν, θα μετατρεπόταν γρήγορα σε πάλη εναντίον του ίδιου του καθεστώτος-και η αντίδραση θα ήταν εξίσου εκρηκτική.

Αυτές οι συνθήκες κράτησαν την ιρανική κοινωνία σε ένα σταθερό αδιέξοδο, που διακόπτονταν από τις πιο μαζικές εκρήξεις. Μεγάλα κινήματα εμφανίστηκαν στα τέλη του 1920, στα τέλη του 1940 μέχρι τα μέσα του ’50, στα μέσα του ’60, τέλη του 1970 και το παρών κίνημα βρίσκει τις ρίζες του στο 1999. Όλα αυτά, εκτός από το πρώτο, μπορούν να χαρακτηριστούν ως επαναστατικά ή προ-επαναστατικά. Η παρούσα κατάσταση βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις προηγούμενες και βασικά αναδεικνύει τους ίδιους στόχους. Το κύριο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει το κάθε κίνημα από το προηγούμενο του ήταν η όλο και αυξανόμενη εργατική τάξη που έβαζε το αποτύπωμα της όλο και περισσότερο ως η ηγετική κοινωνική δύναμη.

Οι ρίζες της επανάστασης του 1979

Η επανάσταση του 1979 συντελέστηκε σε μια χρονική στιγμή που το Ιράν είχε διανύσει μια σημαντική περίοδο βιομηχανοποίησης. Στην δεκαετία του ’60, ο Σάχης είχε ολοκληρώσει την «λευκή επανάσταση», η οποία υποτίθεται ότι θα είχε ως αποτέλεσμα την μεταφορά της γης στα εκατομμύρια άκληρων αγροτών. Αυτή ήταν και μια προσπάθεια να γίνουν μεταρρυθμίσεις από τα πάνω, για να αποφευχθεί η επαναστατική έκρηξη από τα κάτω. Στην πράξη όμως, είχε ως αποτέλεσμα να παγιώσει και να ισχυροποιήσει την θέση της βασιλικής οικογένειας και των στενών συμμάχων της. Με την βοήθεια των ΗΠΑ, οι μεταρρυθμίσεις επίσης βοήθησαν στην στροφή αυτής της κλίκας προς την βιομηχανία.

Μέσα από αυτή την διαδικασία και με κάποιους άλλους νόμους που πέρασαν εκείνη την περίοδο, τα κοινωνικά στρώματα που βρίσκονταν ακριβώς κάτω από αυτή την μικρή ομάδα, δέχθηκαν ανελέητη επίθεση. Ειδικά ο κλήρος, που πάντα ήταν πιστός υπηρέτης του Βασιλιά, και οι Bazaaris (έμποροι), χτυπήθηκαν σκληρά. Εκτός από την δήμευση πολλών τζαμιών, ο Σάχης ίδρυσε τα δικά του θρησκευτικά ιδρύματα, για να προκαλέσει περισσότερο τον κλήρο. Οι Bazaaris υπέστησαν ανατροπές με βαρύ τίμημα: την υψηλή φορολογία και την εδραίωση των supermarket, που αγόραζαν τα προϊόντα κατευθείαν από τον παραγωγό, παρακάμπτοντας τον μεσάζοντα, δηλαδή τον μικροπωλητή.

Εκτός από την επίθεση των υψηλών στρωμάτων της μικροαστικής τάξης, οι ρεφορμισμοί έκοψαν με παραπλανητικό τρόπο τους δεσμούς εκατομμυρίων ανθρώπων με τις αγροτικές περιοχές και τους οδήγησε στα αστικά κέντρα. Από την δεκαετία του ’50 μέχρι τα τέλη του ’70, ο πληθυσμός στις πόλεις αυξήθηκε από το 20% στο 50% του συνολικού πληθυσμού.
Την ίδια στιγμή, η άρχουσα τάξη προσπαθούσε να στρέψει τις οικονομικές της δραστηριότητες από την καλλιέργεια προς την μαζική βιομηχανική παραγωγή. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου, ο προστατευτισμός και η ανθρωπιστική βοήθεια των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την μεταπολεμική οικονομική έκρηξη, δημιούργησαν τις συνθήκες εκείνες με τις οποίες αισθάνονταν πως μπορούσαν να δημιουργήσουν και να εδραιώσουν ένα ισχυρό Ιράν στον κόσμο των αγορών. Μόνο τα έσοδα από το πετρέλαιο άγγιζαν τα 34 εκατ. δολάρια το 1954-55, τα 437 εκατ. δολάρια το 1962-63, τα 5 δις δολάρια το 1973-74 και τα 20δις δολάρια το 1975-76.

Αυτό το έσοδο αποτέλεσε την ραχοκοκαλιά της βαριάς βιομηχανίας, που βίωνε εκείνη την περίοδο η χώρα. Τεράστια ποσά διοχετεύονταν στην οικονομία μέσα από φτηνά δάνεια και απευθείας επενδύσεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως όλος ο πληθυσμός του Ιράν επωφελήθηκε από αυτά. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός πως μια ομάδα 1000 ατόμων, είχα στην κατοχή της, όχι μόνο τις μεγάλες βιομηχανικές φάρμες, αλλά και το 85% των σημαντικότερων ιδιωτικών εταιριών.

Παρόλο που ο Σάχης ξόδεψε μερικά χρήματα σε επιμέρους προνοιακά προγράμματα, η ανισότητα γινόταν ολοένα και πιο αισθητή. Τα τεράστια παλάτια και ο υπερβολικός τρόπος ζωής των Ιρανών ολιγαρχικών, βρίσκονταν σε άμεση αντίθεση με την ζωή στις παραγκουπόλεις ή ακόμα και με τις γειτονιές της μεσαίας τάξης στην Τεχεράνη. Το 1973, το σύνολο των αστικών οικιακών δαπανών του 50% του φτωχού πληθυσμού, έφτανε το 16,8% των συνολικών δαπανών. Δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1960, το ποσοστό ήταν 19,7%. Την ίδια περίοδο, το αντίστοιχο ποσοστό του 20% του πλούσιου πληθυσμού αυξήθηκε από το 51,7% στο 55,4% των συνολικών αστικών οικιακών δαπανών. Αυτό έγινε σε μια περίοδο που το ΑΕΠ αυξανόταν κατά 15-20% ετησίως. Ωστόσο, μόνο αυτό δεν φανερώνει όλη την πραγματικότητα. Οι στατιστικές δείχνουν μόνο πόσο ξοδεύουν οι άνθρωποι. Μένει μόνο να θυμηθούμε πως οι μεγάλοι καπιταλιστές σπάνια ξοδεύουν όλα τους τα λεφτά, ενώ οι κανονικοί άνθρωποι και κυρίως οι φτωχοί, δεν έχουν άλλη επιλογή!

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, οι παραπάνω παράγοντες οξύνθηκαν λόγω της ύφεσης και του πληθωρισμού. Τα βάρη της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού πάντα καταλήγουν στους ώμους της εργατικής τάξης και των φτωχών μαζών. Το Ιράν εκείνη την δεκαετία, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Έχοντας λίγα οφέλη από την ανάπτυξη, οι εργάτες και οι φτωχοί σπρώχνονταν ταχύτατα προς την φτώχεια.

Το 1971-76, τα ενοίκια στην Τεχεράνη αυξήθηκαν κατά 300%. Μια οικογένεια της μεσαίας τάξης ξόδευε πάνω από το 50% του ετήσιου εισοδήματος της μόνο για το ενοίκιο. Όλα τα κοινωνικά προγράμματα διακόπηκαν ή περιορίστηκαν δραστικά, η ανεργία αυξήθηκε δραματικά. Το βιοτικό επίπεδο των μαζών, γρήγορα άλλαξε.

Προσπαθώντας να υπερασπιστεί την θέση του σε μια περίοδο ύφεσης, ο Σάχης άρχισε να χτυπάει την μεσαία τάξη ακόμα περισσότερο. Σχεδιάστηκαν σκληροί νόμοι ενάντια στην «διαφθορά» και την «κερδοσκοπία». Στην πραγματικότητα, στόχευαν τους Bazaaris, ακόμα και ορισμένους από τους συμμάχους του Σάχη. Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη κοινωνική ένταση γινόταν όλο και πιο ορατή στην άρχουσα τάξη και δημιούργησε ρίξεις για τον τρόπο που θα την αντιμετώπιζαν. Ο τότε Αμερικανός υποψήφιος Πρόεδρος, Τζιμ Κάρτερ, δήλωσε πως η Αμερική θα πρέπει να κάνει περισσότερα πράγματα για να προστατέψει τις κοινωνικές και πολιτικές ελευθερίες στο Ιράν-μια δήλωση που εντάσσεται στο πλαίσιο της επί τριακονταετίας στήριξης των ΗΠΑ προς το καθεστώς.

Αυτές οι ρίξεις στην άρχουσα τάξη, δημιούργησαν την προοπτική για τις μάζες να εισβάλλουν στα κενά σαν σφήνα. Οι διαδηλώσεις και οι απεργίες αυξήθηκαν δραματικά. Ειδικά συγγραφείς, ποιητές, διανοούμενοι, φοιτητές και έμποροι της μεσαίας τάξης, βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή. Οι Bazaaris συγκεκριμένα, που σε αρκετούς είχαν επιβληθεί πρόστιμα για «κερδοσκοπία», γρήγορα δημιούργησαν ένα ορμητικό κίνημα. Έχοντας όλοι καταστήματα σε κεντρικά σημεία της κάθε πόλης και με ένα δίκτυο που εξαπλωνόταν σε όλη την χώρα, έγιναν επικίνδυνοι για το καθεστώς, που αντιμετώπιζε άγρια της διαδηλώσεις. Οι Bazaaris χρησιμοποιούσαν τα τζαμιά και τους μουλάδες, με τους οποίους είχαν καλή σχέση, για να συσπειρώσουν και να κινητοποιήσουν τις δυνάμεις τους. Το τζαμί ήταν ένα από τα λίγα μέρη συνάθροισης, την περίοδο του Σάχη. Αν και στην αρχή προέβαλαν αντίσταση, οι μουλάδες γρήγορα εξαναγκάστηκαν να αποκτήσουν ένα οργανωτικό ρόλο, σε εθνικό επίπεδο. Οι έμποροι είχαν δικό τους δίκτυο σε κάθε πόλη, οι μουλάδες είχαν σε όλη την χώρα.

Στις αρχές του 1978, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις ήταν πλέον η καθημερινότητα. Δημοκρατικά αιτήματα, όπως η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η ελευθερία έκφρασης, ειδικά για τον τύπο, αναδεικνύονταν και το κίνημα αποκτούσε όλο και περισσότερη ορμή.

Βλέποντας πως δεν μπορούσαν να σταματήσουν το κίνημα, το καθεστώς αποφάσισε να χαλαρώσει λίγο την θηλιά του και να αφήσει να ξεθυμάνει λίγο η αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Στα τέλη Αυγούστου, ο Τζαφάρ Σαρίφ Εμάμι τοποθετήθηκε νέος πρωθυπουργός. Οι πολιτικές δραστηριότητες των κομμάτων νομιμοποιήθηκαν, εκτός βέβαια της αριστεράς που εξαιρέθηκε. Ο στρατός αποχώρησε από τους δρόμους και αρκετοί πολιτικοί κρατούμενοι απελευθερώθηκαν. Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα, όταν εμφανίζεται ένα επαναστατικό κύμα, ούτε ο ρεφορμισμός ούτε η καταστολή, μπορεί να το σταματήσει.

Η χαλάρωση της θηλιάς από την πλευρά του καθεστώτος, κατάφερε να πυροδοτήσει το κίνημα που βρισκόταν βυθισμένο κάτω από την επιφάνεια. Αμέσως άρχισαν να σχηματίζονται σωματεία εργαζομένων και εντατικοποιήθηκαν οι απεργιακές κινητοποιήσεις. Στην αρχή, τα αιτήματα των απεργών επικεντρώνονταν σε μεμονωμένες εταιρίες και περιορίζονταν σε οικονομικές απαιτήσεις, όπως είναι οι αυξήσεις στους μισθούς. Σύντομα όμως θα άλλαζαν τα πράγματα.

Στις αρχές Σεπτέμβρη, ξεκίνησε ένα απεργιακό κύμα, που θα οδηγούσε στην κρίσιμη γενική απεργία. Μετά την δολοφονία κάποιων διαδηλωτών, οι χειριστές μηχανημάτων στην Ταμπρίζ και οι εργάτες στα διυλιστήρια της Τεχεράνης, κατέβηκαν σε απεργία. Αυτή ήταν η σπίθα που άναψε την φωτιά. Στα χαλυβουργεία του Ισφαχάν, 30.000 άντρες έκαναν απεργία, ενώ σε όλη την χώρα εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες στην βιομηχανία, πήραν μέρος σε κινητοποιήσεις.

Ειδικής σημασίας ήταν οι εργάτες στα διυλιστήρια. Η απεργία τους, που εξαπλώθηκε σε όλες τις εγκαταστάσεις, ήταν η πιο γνωστή και η πιο κρίσιμη. Κόστιζε στο καθεστώς πάνω από 50 εκατ. δολάρια ημερησίως.

Η γενική απεργία γονάτισε το καθεστώς, κόβοντας όλες τις εισροές χρημάτων και προϊόντων. Αυτός ήταν και ο καθοριστικός παράγοντας που έριξε το καθεστώς. Η απεργία, όχι μόνο γονάτισε οικονομικά το καθεστώς, αλλά έθεσε το ζήτημα της εξουσίας στην κοινωνία με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο. Ποιος είχε δικαίωμα να διοικεί; Αυτό ήταν τώρα το ανοιχτό ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί με επιπλέον αγώνες. Την ίδια στιγμή, η γενική απεργία άνοιξε τον χώρο για να δυναμώσουν κι άλλο οι μαζικές διαμαρτυρίες.

Το καθεστώς, σε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια, αποφάσισε να παραδώσει την εξουσία σε μια στρατιωτική κυβέρνηση, τον Νοέμβριο του 1978. Η στρατιωτική κυβέρνηση όμως, το μόνο που κατάφερε να κάνει ήταν να περιορίσει την εξέγερση για λίγες μέρες, οπότε και άρχισαν ξανά οι κινητοποιήσεις. Από εκείνο το σημείο και μετά, όλες οι πράξεις της κυβέρνησης στόχευαν στο να κερδίσουν χρόνο, προκειμένου να βγάλουν όσο το δυνατό περισσότερα πλούτη έξω από την χώρα.

Οι οικονομικές συνέπειες της απεργίας, σε συνδυασμό με την επίδειξη δύναμης από την εργατική τάξη και τα εκατομμύρια που βρίσκονταν στους δρόμους καθημερινά, δημιούργησαν τις συνθήκες εκείνες ώστε κάποιοι στρατιώτες να αρχίσουν να περνούν στην πλευρά της επανάστασης. Αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα που ανάγκασε και τον τελευταίο υπέρμαχο του καθεστώτος να παραδοθεί ή να φύγει από την χώρα, τον Ιανουάριο του 1979. Το επιτελείο του στρατού, υπό τις οδηγίες της Αμερικανικής κυβέρνησης, υποσχέθηκε να μην αναμειχθεί στην πολιτική. Σε αντάλλαγμα, απέτρεψαν την διάλυση του.

Η ταφόπλακα της απολυταρχικής δικτατορίας του Σάχη έπεσε από την εργατική τάξη και τις μάζες των φτωχών. Ο Σάχης εγκατέλειψε το Ιράν στα μέσα του Φεβρουαρίου 1979.
Το κενό στην εξουσία, που δημιουργήθηκε από την πτώση του, θα μπορούσε να είχε καλυφθεί από την εργατική τάξη, αλλά οι λανθασμένες πολιτικές των συλλόγων της κύριας εργατικής τάξης, οδήγησε στην ήττα της επανάστασης.