Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Καθημερινή αντίσταση στην Παλαιστίνη

Μέλη της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας βρέθηκαν αυτό το μήνα στην Παλαιστίνη συμμετέχοντας σε δυο αποστολές, αυτή των Health Work Committees, επιτροπών υγείας που παρέχουν κυρίως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στον παλαιστινιακό λαό, και του Εναλλακτικού Κέντρου Πληροφόρησης. Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αριστερά!" στις 31 Ιούλη 2009

Το κάμπινγκ των Health Work Committees μας έφερες σε αρκετές πόλεις όπου ζουν και αντιστέκονται Παλαιστίνιοι, αλλά και στα οδοφράγματα της Μπελαϊν.

Αρχικά, επισκεφτήκαμε τη Ναζαρέτ όπου 75.000 Παλαιστίνιοι, από τους περίπου 1.500.000. που κατοικούν μέσα στο Ισραήλ, ζουν στην παλιά πόλη. Η ιδιομορφία του αγώνα αυτών των Παλαιστινίων είναι ότι αντιμετωπίζουν την ισραηλινή κατοχή μέσα στα ισραηλινά εδάφη. Έχουν ισραηλινό διαβατήριο, δουλεύουν σε ισραηλινές εταιρείες και εργοστάσια και συναναστρέφονται με ισραηλινούς πολίτες. Όμως ουσιαστικά αντιμετωπίζονται σαν πολίτες τρίτης κατηγορίας. Η φτώχεια και η ανεργία είναι πολλαπλάσιες συγκριτικά με αυτή των ισραηλινών πολιτών, ενώ αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα διώξεων, φυλακίσεων και παρενοχλήσεων.

Επισκεφτήκαμε ακόμα την πόλη της Τζενίν, που κατά τη 2η Ιντιφάντα ήταν από τα κύρια κέντρα αντίστασης. Η απαγόρευση μετακίνησης στα αγόρια πάνω από 16 ετών που επιβλήθηκε τότε ισχύει και σήμερα, καθιστώντας τα εγκλωβισμένα για περίπου 5 χρόνια. Ακόμα και οι Παλαιστίνιοι θεωρούν τη Τζενίν «επικίνδυνη» γειτονιά, καθώς οι περιορισμοί μετακίνησης την καθιστούν «ιδιόμορφη φυλακή». Τα παιδιά ακόμη ξυπνάμε με εφιάλτες από τους 13ήμερους βομβαρδισμούς των ισραηλινών κατά τη 2η Ιντιφάντα.

Επόμενη στάση, η Καλκιλία, μια πόλη που το Τείχος περικυκλώνει, αφήνοντας μόνο μία είσοδο/έξοδο μέσω ενός check point, που ελέγχεται από τις ισραηλινές δυνάμεις. Τα Health Work Committees θεώρησαν επιτακτικό να χτίσουν εκεί παράρτημα, όπως έχουν ήδη κάνει σε πολλές πόλεις της Παλαιστίνης, κάτω από συνθήκες δίωξης και καταστολής. Ο ήδη εφαρμοσμένος εγκλεισμός εμποδίζει τους αρρώστους να φτάσουν έγκαιρα σε νοσηλευτικά κέντρα, κάτι που στοιχίζει ανθρώπινες ζωές. Την ίδια στιγμή, το τείχος εμποδίζει την πρόσβαση σε καλλιεργήσιμα εδάφη και υδροφόρες πηγές.

Πρωτόγνωρη εμπειρία αποτέλεσε η συμμετοχή μας στη διαδήλωση στο χωριό Μπελαϊν, όπου κάτοικοι, πολλά παιδιά, ακτιβιστές από όλο τον κόσμο, κάθε Παρασκευή πλησιάζουν τα σύρματα που οι ισραηλινοί σχεδιάζουν την κατασκευή του τείχους. Στις διαδηλώσεις αυτές, οι στρατιώτες απαντούν με συλλήψεις, δακρυγόνα, πλαστικές σφαίρες και εκτοξεύουν τοξικό υγρό (blue water). Η αντίσταση του κόσμου ανάγκασε τους ισραηλινούς να επιλέξουν διαφορετική διαδρομή για το Τείχος, παρακάμπτοντας το χωριό, διατηρώντας όμως τα συρματοπλέγματα γύρω του.

Επισκεφτήκαμε τον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό Dheisha στη Βηθλεέμ και το πολιτιστικό κέντρο «Al-Phoenix» (έχει κατεδαφιστεί και ξαναχτιστεί τρεις φορές), με ειδικά διαμορφωμένους χώρους για να αθλούνται οι γυναίκες.

Τέλος επισκεφτήκαμε την περιοχή του Σιλουάν, στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου οι ισραηλινοί με βίαιο τρόπο καταλαμβάνουν και γκρεμίζουν σπίτια Παλαιστινίων. Στόχος τους είναι να «κατασκευάσουν» το πάρκο της «πόλης του Δαβίδ». Στην προσπάθεια αντίστασης τους, οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίζουν την ισραηλινή κατοχή με καταστολή και συλλήψεις.

Αυτόπτες μάρτυρες σε μια εθνοκάθαρση

Οι 4 άνθρωποι από την Ελλάδα που βρεθήκαμε στο δεύτερο πολιτικό κάμπινγκ του AIC στη Δυτική Όχθη είχαμε την ευκαιρία να γίνουμε αυτόπτες μάρτυρες στο στραγγαλισμό του παλαιστινιακού λαού από την κατοχή, το Τείχος του απαρτχάιντ, τους εποικισμούς και τη φασιστική πρακτική του κράτους του Ισραήλ.

Το Τείχος που το Ισραήλ άρχισε να κατασκευάζει το 2002 είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα διαχωριστικό φράγμα γύρω από τη Δυτική Όχθη. Είναι ένα δίκτυο από τείχη, κλειστούς αυτοκινητόδρομους, γέφυρες και τούνελ που διαπερνάει από άκρη σε άκρη όλη τη Δυτική Όχθη. Εγκλωβίζει κατοικημένες περιοχές, τις αποκλείει από τη γη τους προσαρτώντας την, τεμαχίζει τα κατεχόμενα σε μικρά καντόνια, αποκόπτει τη μια πόλη από την άλλη διαλύοντας μέρα με τη μέρα την ενότητα των παλαιστινιακών εδαφών.

Πάνω από 120 εποικισμοί, πόλεις και χωριά, με συνολικά 500.000 κατοίκους έχουν ξεφυτρώσει μέσα στα κατεχόμενα, οι περισσότεροι κατά τη διάρκεια «ειρηνευτικών συνομιλιών». Ο εποικισμός κατεχόμενων εδαφών απαγορεύεται από τη συνθήκη της Γενεύης κι όμως ο ίδιος ο υπουργός εξωτερικών του Ισραήλ κατοικεί σε έναν από αυτούς.

Η τακτική των ισραηλινών στην Παλαιστίνη αποτελεί έναν διαχρονικό, μεθοδικό στραγγαλισμό. Τα εκατομμύρια κυριολεκτικά φυλακισμένων Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα, καθημερινά υπομένουν κατασχέσεις σπιτιών και εδαφών, εξευτελισμούς, τρομοκρατία από το στρατό και τους εποίκους, απαγόρευση μετακινήσεων, ελλείψεις σε βασικά είδη, πιέσεις για να εγκαταλείψουν τη γη τους. Η Παλαιστινιακή Αρχή στην καλύτερη περίπτωση είναι απούσα και στη χειρότερη συνεργάζεται με τους ισραηλινούς, τους αμερικάνους και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Υπάρχει χαραμάδα ελπίδας; Αυτό είναι το ερώτημα που σου γεννιέται καθώς ακούς κάποιον Παλαιστίνιο να σου διηγείται την ιστορία και την καθημερινότητά του. Κι όμως, όλοι τελείωναν την αφήγησή τους με ένα χαμόγελο, υπενθυμίζοντάς μας ότι και μόνο το να παραμένουν στην Παλαιστίνη είναι αντίσταση.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Γιατί η ειρηνευτική διαδικασία του Ομπάμα δεν οδηγεί πουθενά

Άρθρο του Ali Abunimah στη σελίδα Electronic Intifada, 30 Ιούλη 2009

Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης σχετικά με τις πιέσεις του Μπάρακ Ομπάμα για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή, μοιάζει με την παροιμιώδη λογομαχία για το αν το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Αλλά ακόμα κι ένα γεμάτο ποτήρι δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο αν πρέπει να γεμίσει κανείς μια ολόκληρη δεξαμενή.

Μια κοινή υπόθεση είναι πως ως τώρα οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ δεν ήταν επαρκώς «δεσμευμένες». Ανάμεσα στις πρώτες κινήσεις του Ομπάμα, ήταν ο διορισμός του πρώην διαμεσολαβητή για τη Βόρεια Ιρλανδία George Mitchell ως απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, κίνηση που χαιρετίστηκε ευρέως.

Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η έλλειψη αμερικάνικης δέσμευσης, αλλά το είδος της δέσμευσης αυτής. Πράγματι, η κυβέρνηση Μπους δεσμεύτηκε σε πρωτοφανή έκταση. Πίεσε για παλαιστινιακές εκλογές, και μετά όταν η Χαμάς νίκησε την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ παράταξη της Φατάχ, προσπάθησε να ανατρέψει το αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση Μπους βοήθησε τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση της Παλαιστινιακής πολιτοφυλακής ενάντια στη Χαμάς και εμπόδισε μια Παλαιστινιακή «κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Υποστήριξε τον ισραηλινό αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας και πολιτικοποίησε την οικονομική βοήθεια για να στηρίξει τους Παλαιστίνιους ηγέτες των οποίων η νομιμότητα είχε σχεδόν χαθεί καθώς είχαν ουσιαστικά μετατραπεί σε κουίσλινγκς των ισραηλινών. Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ μαζί με το Κουαρτέτο επέβαλαν ετεροβαρείς προϋποθέσεις για διάλογο τις οποίες γνώριζαν καλά πως η Χαμάς δεν μπορούσε να αποδεχτεί.

Απολύτως τίποτα από αυτά δεν έχει αλλάξει με την κυβέρνηση Ομπάμα. Παρά τις φλυαρίες, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να υποστηρίζουν τον ισραηλινό εγκληματικό αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας, και όπως η κυβέρνηση Μπους, έτσι και ο Ομπάμα, σε καμιά περίπτωση δεν επέκρινε την ισραηλινή επίθεση παρά τα αναμφισβήτητα στοιχεία για αγριότητες και εγκλήματα πολέμου που συντελέστηκαν κατά τη διάρκειά του.

Η Αμερική συνεχίζει να τροφοδοτεί με όπλα και χρήματα την ελεγχόμενη από τη Φατάχ πολιτοφυλακή και να την ενθαρρύνει να χτυπά την Χαμάς στην Δυτική Όχθη, σαμποτάροντας την πιθανότητα της παλαιστινιακής συμφιλίωσης.

Και ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα και η κυβέρνηση της Βρετανίας προετοιμάζονται για διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, παραμένουν αδιάλλακτες και απορρίπτουν την πιθανότητα συνομιλιών με τη Χαμάς παρά την εκλογική εντολή που αυτή έχει, τις επαναλαμβανόμενες προσφορές από την πλευρά της για αμοιβαία μακροπρόθεσμη εκεχειρία με το Ισραήλ και την αποδοχή εκ μέρους της μιας λύσης δύο-κρατών.

Η κυβέρνηση Ομπάμα κατανάλωσε το πρώτο της εξάμηνο στην εξουσία σε ελάχιστα αποτελεσματικές διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ για το πάγωμα των εποικισμών. Αναλόγως, πόσο καιρό θα χρειάζονταν για διαπραγματεύσεις πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα της εδώ και έναν σύγκρουσης που έφερε η σιωνιστική προσπάθεια μετατροπής μιας σχεδόν

Η αδιάκοπη εστίαση στη διαδικασία και τα τεχνάσματα – όπως η προσπάθεια να πειστούν τα αραβικά κράτη να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ – κρύβει την πραγματικότητα ότι ο δηλωμένος στόχος του Ομπάμα – η λύση των δύο-κρατών – είναι σχεδόν σίγουρα ανέφικτη. Η ιδέα να χωριστούν Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί σε δύο ευδιάκριτες εθνικές οντότητες έχει γίνει άρθρο πίστης μεταξύ των κύκλων της ειρηνευτικής διαδικασίας, αλλά σπάνια οι υποστηρικτές της καλούνται να δικαιολογήσουν γιατί μια «λύση» που τους έχει διαφύγει εδώ και χρόνια μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία.

Σήμερα, ως αποτέλεσμα της φυσικής αύξησης, οι Παλαιστίνιοι αποτελούν το μισό του πληθυσμού που ζει στην ιστορική Παλαιστίνη παρά τις δεκαετίες διώξεων και εξορίας, Μετά από λίγα χρόνια θα αποτελούν ξανά την πλειοψηφία. Μια λύση δύο-κρατών όπως αυτή που προβλέπεται θα φέρει τους Παλαιστίνιους σε ένα κράτος όχι μεγαλύτερο από το ένα πέμπτο των εδαφών, με ελάχιστους υδάτινους πόρους και χωρίς πραγματική κυριαρχία. Ακόμα κι αν οι Παλαιστίνιο πρόσφυγες συμφωνούσαν να επιστρέψουν σε ένα τέτοιο κράτος, δεν θα υπήρχε χώρος γι’ αυτούς.

Ούτε η ανακατανομή θα χωρίσει στην πραγματικότητα τους πληθυσμούς: κανείς από όσους εμπλέκονται στην «ειρηνευτική διαδικασία» δεν συζητά την απομάκρυνση όλων, ούτε καν των περισσότερων από τους ενάμισι εκατομμύριο ισραηλινούς έποικους που έχουν παράνομα εγκατασταθεί στη Δυτική Όχθη – ειδικά γύρω από την Ιερουσαλήμ – από το 1967 και μετά. Υπάρχει μια συζήτηση ανταλλαγής για τα εδάφη που έχουν καταλάβει οι έποικοι με «ισοδύναμα» εδάφη κάπου αλλού. Όμως η σκέψη να βρεθούν εδάφη που για τους Παλαιστίνιους θα «αντισταθμίζουν» την Ιερουσαλήμ είναι σαν να προσπαθείς να βρεις εδάφη που να «αντισταθμίζουν» για τους Βρετανούς το Λονδίνο, ή για τους Γάλλους το Παρίσι.

Όσο αφορά το 1,5 εκατομμύριο παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ, μια λύση δύο-κρατών το μόνο που θα κάνει είναι να χειροτερέψει την κατάστασή τους. Ήδη αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, είναι θύματα κλιμακούμενων ρατσιστικών εκστρατειών και μιας νομοθεσίας που τους απαγορεύει να τιμούν τη μνήμη της καταστροφής της Παλαιστίνης από το Ισραήλ το 1948, πιέζονται να δώσουν όρκους πίστης ή ακόμα και να τραγουδούν τον ισραηλινό εθνικό ύμνο. Εάν το Ισραήλ παραμείνει ένα ακραία εθνικιστικό «εβραϊκό κράτος», οι παλαιστίνιοι πολίτες του το πιθανότερο είναι πως θα βρεθούν αντιμέτωποι με όρους απαρτχάιντ στην καλύτερη περίπτωση ή με μια εθνοκάθαρση στην χειρότερη, και όχι πως θα τους επιτραπεί να ζουν ως ισότιμοι πολίτες στη γη που γεννήθηκαν. Ο ισραηλινός υπουργός εξωτερικών Avigdor Lieberman αντιπροσωπεύει τον αυξανόμενο αριθμό ισραηλινών εβραίων που πιστεύουν πως ένα εβραϊκό κράτος πρέπει να απαλλαγεί από τους μη εβραίους.

Γι’ αυτό όλό και περισσότεροι Παλαιστίνιοι ειδικοί στα ζητήματα επίλυσης της σύγκρουσης, και ένας μικρός αλλά αυξανόμενος αριθμός ισραηλινών δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην ιδέα ενός και μόνο κράτους, ή μιας διεθνικής λύσης για την Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Αυτό θα διέλυε το παρόν σύστημα της ισραηλινής εθνοθρησκευτικής κυριαρχίας και θα καθιέρωνε ένα δημοκρατικό σύστημα με εγγυημένα τα πολιτικά, θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα όλων των πολιτών και όλων των κοινοτήτων.

Παρόλο που οι μυημένοι στην ειρηνευτική διαδικασία συνεχώς απορρίπτουν μια τέτοια εκδοχή ως εξεζητημένη, ουτοπική ή αφελή η λύση του ενός κράτους συνεχίζει να κερδίζει υποστηρικτές. Στο κάτω-κάτω, με παρόμοιο τρόπο, ακόμα πιο βαθιά ριζωμένες συγκρούσεις ανάμεσα σε αποικιοκράτες και γηγενείς κοινότητες επιλύθηκαν ειρηνικά μέσω τέτοιων δημοκρατικών αρχών όπως στην Βόρεια Ιρλανδία ή την Νότια Αφρική.

Όπως σίγουρα γνωρίζει ο George Mitchell από την εμπειρία του στη Βόρεια Ιρλανδία, όταν δύο εθνικές κοινότητες διεκδικούν τα ίδια εδάφη και η μία εξουσιάζει την άλλη με βία, ο διαχωρισμός τους το μόνο που αλλάζει είναι το περίγραμμα της σύγκρουσης. Η διάλυση του «προτεσταντικού κράτους για τον προτεσταντικό λαό» στη Βόρεια Ιρλανδία, και η αντικατάστασή του από μια διεθνική δημοκρατία που ενσωματώθηκε βαθμιαία στο υπόλοιπο νησί, ήταν αυτή που με τη συμφωνία «Good Friday” του 1998 έθεσε τέλος σε μια σύγκρουση που για πολύ καιρό φαινόταν αδύνατον να λυθεί.

Ούτε η Νότια Αφρική ούτε η Βόρεια Ιρλανδία δεν προσφέρουν ακριβείς αναλογίες ή έτοιμα σχεδιαγράμματα για την Παλαιστίνη/Ισραήλ. Αλλά το να συνεχίσουμε να προσποιούμαστε πως τέτοια εφαρμόσιμα διεθνικά μοντέλα ενός κράτους δεν έχουν τίποτα να μας διδάξουν καταδικάζει τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς σε ακόμα περισσότερες δεκαετίες σύγκρουσης, καθώς οι διπλωμάτες κυνηγούν χίμαιρες και το Ισραήλ συνεχίζει ανεξέλεγκτο τις αποικιακές του πολιτικές.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Ας φανταστούμε ξανά την Παλαιστίνη

Αυτοδιάθεση, Ηθική Απο-αποικιοποίηση και Ισότητα [1]
'Αρθρο του Omar Barghouti στο Znet, 29 Ιούλη 2009
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με το θάνατο του Yassir Arafat, τον διπλασιασμό του πληθυσμού των Εβραϊκών-Ισραηλινών εποικισμών στα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη, την πρόσφατη αργή ισραηλινή γενοκτονία στη Γάζα και την ταχύτατη αποσύνθεση των τελευταίων απομειναριών της Ισραηλινής «δημοκρατίας», η λύση των «δύο-κρατών» για την αποικιακή σύγκρουση Παλαιστινίων και Ισραηλινών αποδεικνύεται τελικά νεκρή. Επιτέλους! Ποτέ δεν ήταν μια ηθική, ούτε καν μια πρακτική λύση, καθώς ο κύριος στόχος της πάντα ήταν να κερδίσει την επίσημη Παλαιστινιακή νομιμοποίηση της αποικιακής ύπαρξης του Ισραηλινού απαρτχάιντ στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορικής περιοχής της Παλαιστίνης. Είναι καιρός να προχωρήσουμε στην πιο δίκαιη, ηθικά υγιή και βιώσιμη λύση: Ένα κοσμικό, δημοκρατικό, ενωτικό κράτος.
Τυφλωμένο από την υπεροψία της δύναμης και την εφήμερη άνεση της ατιμωρησίας που του παρέχουν ο σύμμαχός του –οι ΗΠΑ– και η συνένοχη Ευρώπη, το Ισραήλ ενάντια στα ίδια τα στρατηγικά Σιωνιστικά συμφέροντα, απέτυχε να ελέγξει την ακόρεστη όρεξή του για περαιτέρω εθνοκάθαρση των ντόπιων κατοίκων της Παλαιστίνης, για επέκταση του ελέγχου των εδαφών τους, καταβροχθίζοντας και το τελευταίο κομμάτι γης που υποτίθεται πως συνιστά τον θεμέλιο λίθο για ένα ανεξάρτητο Παλαιστινιακό κράτος.
Με την πρόσφατη πολιορκία της Γάζας που κατέληξε στη σφαγή περισσότερων από 1500 Παλαιστινίων που όλοι είδαμε στις τηλεοράσεις, ανθρώπων που στην πλειοψηφία τους ήταν άμαχοι πολίτες, το Ισραήλ μπήκε σε μια νέα φάση της ανηλεούς πολιτικής του με σκοπό να κάνει τη ζωή των γηγενών Παλαιστινίων τόσο ανυπόφορη ώστε να αναγκαστούν να φύγουν. Είναι η φάση της αργής γενοκτονίας.
Στο δοκίμιο που ακολουθεί, θα υποστηρίξω πως ένα κοσμικό, δημοκρατικό, ενωτικό κράτος στα εδάφη της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη αποτελεί την πιο δίκαιη και ηθικά συνεπή λύση στην σύγκρουση αυτή που κρατάει εδώ κι έναν αιώνα, πρώτιστα επειδή προσφέρει την καλύτερη ελπίδα για συμφιλίωση δύο φαινομενικά ασυμβίβαστων πραγμάτων: των αναφαίρετων δικαιωμάτων των ντόπιων Παλαιστίνιων, ειδικά το δικαίωμα για αυτοδιάθεση, και των κεκτημένων δικαιωμάτων του εποίκων να ζουν με ειρήνη και ασφάλεια, ατομική και συλλογική, μετά το χάσιμο των αποικιακών τους προνομίων.
Για να ιδρυθεί ένα τέτοιο κράτος υπάρχει κρίσιμη ανάγκη για μια μακρόχρονη, περίπλοκη διαδικασία αυτού που αποκαλώ ηθική απο-αποικιοποίηση, ή απο-σιωνισμό, που περιλαμβάνει δύο ταυτόχρονες, διαλεκτικά δεμένες διαδικασίες: στοχασμό και δράση, για να δανειστώ τα λόγια του Βραζιλιάνου εκπαιδευτικού Paulo Freiewe. [2]
Η ηθική απο-αποικιοποίηση στηριγμένη στο Διεθνές Δίκαιο και τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα είναι μια βαθιά διαδικασία μετασχηματισμού που απαιτεί πάνω απ’ όλα, ένα λαϊκό Παλαιστινιακό κίνημα αντίστασης με ξεκάθαρο όραμα για μια δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία, καθώς και ένα διεθνές κίνημα υποστήριξης των Παλαιστινιακών δικαιωμάτων και αγώνα για να σταματήσουν όλες οι μορφές του Σιωνιστικού απαρτχάιντ και οι αποικιακοί νόμοι, και παράλληλα να απο-διχοτομηθεί η σύγκρουση. Χωρίς όραμα και στοχασμό, ο αγώνας μας θα είναι σαν ακυβέρνητο, χωρίς καπετάνιο, σκάφος. Χωρίς αντίσταση, το όραμά μας θα είναι απλά διανοουμενισμός της πολυθρόνας αν όχι ξεκάρφωτη σοφιστεία.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ: ΗΘΙΚΟΣ ΑΠΟ-ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ
Μεταξύ των πιο συζητημένων εναλλακτικών λύσεων για το ζήτημα της Παλαιστίνης, η λύση ενός δημοκρατικού κράτους αποτελεί τον πιο σαφή μηχανισμό για τον τερματισμό του τριπλού καθεστώτος της αδικίας που υποφέρουν οι Παλαιστίνιοι από όταν δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ το 1948 πάνω στα ερείπια της Παλαιστινιακής κοινωνίας: κατοχή και αποικιοποιήση των Παλαιστινιακών και άλλων αραβικών εδαφών που κατέλαβε το Ισραήλ το 1967, θεσμοποίηση και νομιμοποίηση των ρατσιστικών διακρίσεων[3] και του απαρτχάιντ, στο οποίο υπόκεινται οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ επειδή είναι «μη-Εβραίοι», επίμονη άρνηση των αναγνωρισμένων από τον ΟΗΕ δικαιωμάτων των Παλαιστινίων προσφύγων, ειδικά του δικαιώματός τους να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους και να αποζημιωθούν.
Μια λύση δύο-κρατών δεν μπορεί επαρκώς –αν όχι καθόλου– να επιλύσει τη δεύτερη ή την Τρίτη αδικία που είναι και πυρήνας του Παλαιστινιακού ζητήματος. Μια δι-εθνική λύση, επίσης, εκτός από τις σύμφυτες λογικές και νομικές ατέλειές της, δεν μπορεί να διευθετήσει το δικαίωμα επιστροφής όπως ορίζει το ψήφισμα 194 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, για να μην αναφέρουμε το γεγονός πως παραβιάζει, εξ ορισμού, τα αναφαίρετα δικαιώματα των γηγενών Παλαιστινίων σε τμήμα της πατρίδας τους και ειδικά το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Η αναγνώριση εθνικών δικαιωμάτων των Εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη που δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει την αποδοχή του δικαιώματός τους στην αυτοδιάθεση, πέρα από το ότι έρχεται σε αντίθεση με το ίδιο το γράμμα, το πνεύμα και τον σκοπό της καθολικής αρχής της αυτοδιάθεσης πρώτιστα ως μέσο με το οποίο «άνθρωποι υπό αποικιακή ή ξένη κυριαρχία ή ξένη κατοχή» μπορούν να αναγνωρίσουν τα δικαιώματά τους, μπορεί, σε ακραία μια ακραία περίπτωση, να οδηγήσει σε αξιώσεις για απόσχιση ή Εβραϊκή «εθνική» κυριαρχία σε μέρος των Παλαιστινιακών εδαφών. Ένα Εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη, άσχετα από το ποια μορφή θα έχει, δεν μπορεί παρά να παραβιάζει τα βασικά δικαιώματα των γηγενούς Παλαιστινιακού πληθυσμού και να διαιωνίζει ένα σύστημα φυλετικών διακρίσεων στο οποίο πρέπει κατηγορηματικά να αντιταχθούμε.
Η αποδοχή των εποίκων ως ίσων πολιτών και εταίρων στην οικοδόμηση και την ανάπτυξη μιας νέας κοινωνίας, ελεύθερης από κάθε αποικιακή υποτέλεια και διάκριση, όπως απαιτεί το μοντέλο ενός δημοκρατικού κράτους, είναι η πιο γενναιόδωρη προσφορά που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε γηγενής πληθυσμός στους επί δεκαετίες καταπιεστές του. Για να μπορέσει μια τέτοια πραγματικότητα να επιτευχθεί και να αντέξει, όμως, πρέπει οι έποικοι να εγκαταλείψουν τον αποικιακό τους χαρακτήρα και τα αντίστοιχα προνόμια, να αποδεχτούν τη δικαιοσύνη, την επιστροφή και αποζημίωση των Παλαιστινίων προσφύγων και την απόλυτη ισότητα. Ο γηγενής πληθυσμός, από την άλλη πλευρά, πρέπει να είναι έτοιμος, αφού επιτευχθεί η ισότητα και αποκατασταθούν τα δικαιώματά του, να συγχωρήσει και να αποδεχτεί τους εποίκους ως ίσους πολίτες, που απολαμβάνουν ισότητας – ούτε αφέντες, ούτε σκλάβοι.
Όπως δηλώνεται στη Διακήρυξη για το Ένα-Κράτος[4] που υπέγραψαν Παλαιστίνιοι, Ισραηλινοί και διεθνείς διανοούμενοι και ακτιβιστές:
«Η ιστορική γη της Παλαιστίνης ανήκει σε όλους όσοι ζουν σ’ αυτήν και σ’ αυτούς που διώχτηκαν ή εξορίστηκαν απ’ αυτή από το 1948 και μετά, ανεξάρτητα από τη θρησκεία, την εθνική προέλευση ή την τωρινή τους υπηκοότητα.»
«Οποιοδήποτε σύστημα διακυβέρνησης πρέπει να βασίζεται στην αρχή της ισότητας στα αστικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα για όλούς τους πολίτες. Η εξουσία πρέπει να ασκείτε με αυστηρή αμεροληψία στο όνομα όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από την ποικιλομορφία της ταυτότητάς τους»
Στο επίπεδο του εφικτού, υπάρχουν διάφορα βασικά ζητήματα που οφείλουν να διερευνηθούν όταν στηρίζουμε το σύνθημα ενός «Δημοκρατικού Κράτους στην Ιστορική Παλαιστίνη». Ως επί το πλείστον πρόκειται για ζητήματα που στρέφονται γύρω από το πως, ακόμα και εάν, ένα τέτοιο όραμα φιλοδοξεί να αναμετρηθεί με τα ακόλουθα ζητήματα. Οποιαδήποτε εξαντλητική απάντηση απαιτεί αναμφισβήτητα μεγάλη έρευνα. Θα προτείνω μόνο, στη συνέχεια, σύντομες απαντήσεις που περιγράφουν τις ηθικά συνεπείς αρχές που πιστεύω πως απαιτούνται για να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις προεξάρχουσες αρχές της απο-αποικιοποίησης, της δικαιοσύνης και της αυτοδιάθεσης ως μίνιμουμ όρους για την επίτευξη σχετικής δικαιοσύνης.
Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και ο Παλαιστινιακός λαός
Γιατί είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ουσιαστικό νομικό εργαλείο στην ανίχνευση των Παλαιστινιακών δικαιωμάτων και μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης στην σύγκρουση με τους έποικος στην ιστορική Παλαιστίνη;
Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν χαρακτηρίσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση προϋπόθεση που απολαμβάνουν όλα τα ανθρώπινα όντα. Είναι δικαίωμα που εισάγεται από το Διεθνές Δίκαιο, τυπικά τουλάχιστον, στο άρθρο 1(2) του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ως εξής:
«Σκοπός των Ηνωμένων Εθνών είναι να αναπτύξουν φιλικές σχέσεις μεταξύ των εθνών που να βασίζονται στον σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών».
Να σημειωθεί ότι από την ισότητα δικαιωμάτων για όλους, απορρέει πάντα το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και όλα τα άλλα δικαιώματα ως η πιο θεμελιώδης αρχή στον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ.
Το 1960, με την υιοθέτηση της Διακήρυξης για την αποδοχή της Ανεξαρτησίας των λαών που υφίστανται αποικιοκρατία (ψήφισμα 1514 της Γενικής Συνέλευσης) η αρχή της αυτοδιάθεσης προήχθη σε άνευ όρων δικαίωμα των λαών υπό «ξένη, αποικιακή η καταπιεστική κυριαρχία» και καλούσε για «άμεσο και άνευ όρων τερματισμό της αποικιοκρατίας και όλων των εκδηλώσεών της».
Τις επόμενες δεκαετίες, το εύρος και η δυνατότητα εφαρμογής του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση επεκτάθηκαν για να συμπεριλάβουν γηγενείς πληθυσμούς που υποφέρουν από τις συνέπειες αποικιακών νόμων του παρελθόντος, λαούς χωρίς αντιπροσώπευση και εθνικές μειονότητες που καταπιέζονται από εθνικές πλειοψηφίες μέσα στα όρια ενός κράτους.
Το ψήφισμα 3236/22 Νοέμβρη 1974, της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προβιβάζει την δυνατότητα εφαρμογής του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης για το λαό της Παλαιστίνης σε «αναφαίρετο» δικαίωμα. Συγκεκριμένα:
Επιβεβαιώνει τα αναφαίρετα δικαιώματα του Παλαιστινιακού λαού στην Παλαιστίνη που περιλαμβάνουν:
(α) Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης χωρίς εξωτερική παρέμβαση
(β) Το δικαίωμα εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.
Επιβεβαιώνει επίσης το αναφαίρετο δικαίωμα των Παλαιστινίων να επιστρέψουν στα σπίτια και τις ιδιοκτησίες από τις οποίες εκτοπίστηκαν και ξεριζώθηκαν και απαιτεί την επιστροφή τους.
Υπογραμμίζει πως ο πλήρης σεβασμός και η ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών του Παλαιστινιακού λαού είναι απαραίτητος για την επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος...
Μια ηθικά συνεπής, βασισμένη στα δικαιώματα προσέγγιση της επίλυσης του Παλαιστινιακού ζητήματος, επομένως, απαιτεί την εξέταση των τριών αναφαίρετων δικαιωμάτων του γηγενούς πληθυσμού της Παλαιστίνης, σύμφωνα με τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και το Διεθνές Δίκαιο.
Συμβιβασμός του αναφαίρετου Παλαιστινιακού δικαιώματος στην αυτοδιάθεση με τα Εβραϊκά-Ισραηλινά ατομικά και συλλογικά δικαιώματα
Εκτός από το θεμελιώδες ζήτημα του αναφαίρετου δικαιώματος των Παλαιστίνιων στην αυτοδιάθεση, υπάρχουν διάφορα ακόμα βασικά δικαιώματα που σχετίζονται με ζητήματα που οφείλουν να διερευνηθούν όταν μιλάμε για το σύνθημα ενός Δημοκρατικού Κράτους στην Ιστορική Παλαιστίνη:
(1) Ίσα και Δημοκρατικά Δικαιώματα (Υπηκοότητα): Αυτό αποκλείει οποιοδήποτε προνόμιο σε κάποιους από τους πολίτες που να σχετίζεται και να εξαρτάται από την εθνική, θρησκευτική ή άλλης μορφής ταυτότητά τους, πέρα από τις αρχικές απαιτήσεις για δικαιοσύνη και αποζημίωση για τους εκτοπισμένους Παλαιστίνιους. Η υπηκοότητα αυτή οφείλει να συμπεριλάβει όλους τους Παλαιστίνιους που ζουν στα πλαίσια της Ιστορικής Παλαιστίνης όπως επίσης και στην εξορία και τα προσφυγικά στρατόπεδα και καλύπτει επίσης όλους τους υπάρχοντες αυτή τη στιγμή Εβραίους Ισραηλινούς.
(2) Δικαίωμα επιστροφής και αποζημίωση των Παλαιστίνιων προσφύγων: Πώς μπορούν να εφαρμοστούν ο επαναπατρισμός και η αποζημίωση σε ένα τέτοιο κράτος; Τί πρέπει να γίνει με τις υπάρχουσες Εβραϊκές-Ισραηλινές αποικίες και τους εποικισμούς που έχουν οικοδομηθεί σε Παλαιστινιακά εδάφη και τα σπίτια που απαλλοτριώθηκαν παράνομα κατά τη διάρκεια της Nakba (Καταστροφή) του 1948 και μετά;
Ο γενικός κανόνας, όπως ορίζεται από το διεθνές δίκαιο, είναι το δικαίωμα κάθε Παλαιστίνιου πρόσφυγα να γυρίζει στον τόπο καταγωγής και στο σπίτι του/της και να πάρει πλήρη αναδρομική αποζημίωση. Αυτό πρέπει να γίνει αποφεύγοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε μη απαραίτητη ή δυσανάλογη ταλαιπωρία για την Εβραϊκή κοινότητα της Παλαιστίνης. Υπάρχει ανάγκη, επομένως, να γίνει διάκριση ανάμεσα σε δύο τύπους λεηλατημένης ιδιοκτησίας: (α)ιδιωτική ή συλλογικά κατεχόμενη ιδιοκτησία και (β) ιδιοκτησία που χαρακτηρίζονταν ως κρατική πριν τη Nakba.
Στην πρώτη περίπτωση, ιδιωτικής και συλλογικής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αυτή πρέπει να επιστραφεί στους νόμιμους ιδιοκτήτες της. Με τον τρόπο αυτό είναι εύλογο πως θα προκληθεί άδικη ζημιά σε έναν μεγάλο αριθμό πολιτών, πρέπει λοιπόν να οριστούν δίκαια κριτήρια όπως έγινε πχ στην Βοσνία και αλλού, ώστε να αποφασιστεί το μέγεθος της ζημιάς και ο αριθμός αυτών που θα θεωρηθούν αδικημένοι. Αποζημίωση υπό μορφή ιδιοκτησίας ανάλογης θέσης και αξίας πρέπει να προσφερθεί στους αρχικούς ιδιοκτήτες.
Στη δεύτερη περίπτωση, αυτή της κρατικής ιδιοκτησίας, τα υπάρχοντας κτίρια και δομές μπορούν να παραμείνουν άθικτα, υπό τον όρο ότι θα ωφελούν χωρίς διακρίσεις το σύνολο των πολιτών του δημοκρατικού κράτους.
(3) Η Εβραϊκή κοινότητα σε μια δημοκρατική Παλαιστίνη: Έχει αναπτυχθεί μια «εθνική Εβραϊκή-Ισραηλινή ταυτότητα» κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι δεκαετιών; Αν ναι ποιούς περιλαμβάνει; Άσχετα από αυτό, έχουν οι Εβραίοι Ισραηλινοί, ως χωριστή κοινότητα, δικαίωμα στην αυτοδιάθεση στην Παλαιστίνη;
-α- Κάποιοι αναλυτές, ειδικά Σιωνιστές ιδεολόγοι και κάποιοι που επηρεάζονται από τους Σιωνιστικούς ισχυρισμούς, ισχυρίζονται την ύπαρξη ενός εγγενούς ή κεκτημένου δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Εβραίων στην Παλαιστίνη το οποίο είναι ισότιμο, ακόμα και ηθικά συμμετρικό, με το αντίστοιχο δικαίωμα των Παλαιστινίων. Με αυτό τον τρόπο συσκοτίζουν τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στα αναφαίρετα δικαιώματα του γηγενούς πληθυσμού και τα επίκτητα δικαιώματα του πληθυσμού των εποίκων. Ακόμα κι αν αγνοήσουμε τα σημαντικά στοιχεία που αντικρούουν τις Σιωνιστικές ιστορικές αξιώσεις πάνω στη γη της Παλαιστίνης, δεν υπάρχει καμιά ηθική αναλογία ή νομική συμμετρία ανάμεσα στους σύγχρονους άποικους και σε έναν λαό θύμα της αποικιοκρατίας αυτής, και δεν υπήρξε ποτέ σε ολόκληρη τη σύγχρονη ιστορία τέτοια περίπτωση. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, όπως ορίζεται και εφαρμόζεται από τον ΟΗΕ, δεν εννοείται σε καμιά περίπτωση, ως εργαλείο διαιώνισης των αποικιακών προνομίων και ενίσχυσης των μεροληπτικών καθεστώτων των κοινωνιών των αποίκων. Για παράδειγμα, περισσότερα από 300 χρόνια μετά την Ευρωπαϊκή αποικιοκρατική κυριαρχία στην Νότια Αφρική, οι άποικοι δεν έχουν αξιώσει με αξιόπιστο τρόπο το δικαίωμά τους στην αυτοδιάθεση ως χωριστός λαός.
-β- Μια διάσκεψη εμπειρογνωμόνων της UNESCO σχετικά με την εφαρμογή του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση που διοργανώθηκε στην Βαρκελώνη το 1998 [5] επιβεβαίωσε πως το δικαίωμα αυτό αφορά όλους τους λαούς βάσει του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, αλλά υπογράμμισε την ιδιαίτερη δυνατότητα εφαρμογής του σε «λαούς υποδουλωμένους από αποικιακά, ρατσιστικά και κατοχικά καθεστώτα, ολόκληρους πληθυσμούς κρατών αναφορικά με το δικαίωμά τους να αποφασίζουν οι ίδιοι την πολιτική τους κατάσταση και την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική τους ανάπτυξη, όπως επίσης και σε ομάδες μέσα στα πλαίσια του πληθυσμού ενός κράτους, ιθαγενείς ή άλλους, που θεωρούνται “λαοί” και υποφέρουν κάτω από σύγχρονες μορφές αποικιοκρατίας, όπως εποικισμούς, διαφορετικές από την παραδοσιακή μορφή της “salt-water” αποικιοκρατίας (σ.τ.μ.: περίπτωση όπου την αποικιοκρατική δύναμη και την υπό αποικιακό καθεστώς γη χωρίζουν φυσικά ωκεανοί. Χρησιμοποιείται για τις αποικίες των Ευρωπαϊκών κυρίως χωρών στην Αφρική την Ασία και την Καραϊβική)»[6].Με άλλα λόγια, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση είναι ένα εργαλείο που προωθεί την δίκαιη ειρήνη, προωθεί τον τερματισμό της κατοχής και καταπίεσης και όχι την εδραίωσή τους.
-γ- «Η αυτοδιάθεση επιτυγχάνεται με πλήρως συμμετοχικές, δημοκρατικές διαδικασίες των λαών που επιδιώκουν την αυτοδιάθεσή τους, συμπεριλαμβανομένων και δημοψηφισμάτων όπου αυτό απαιτείται ... Είναι επιτακτικό να αποτρέπονται όλες οι ενέργειες από όπου κι αν προέρχονται (κυβερνήσεις, διεθνείς και άλλους οργανισμούς ή άτομα) που αποτελούν άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, όπως δημογραφικές επιθέσεις και χειρισμοί, πολιτιστική αφομοίωση και καταστροφή του σημαντικού για την επιβίωση των λαών φυσικού περιβάλλοντος». [7]
Τα δημοψηφίσματα είναι μια ευρέως αποδεκτή πράξη αυτοδιάθεσης. Εντούτοις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η κοινότητα που επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης μοιράζεται την περιοχή με άλλους λαούς, μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις. Εκεί όπου αυτοί οι άλλοι κάτοικοι είναι έποικοι, συγκεκριμένα, πολλοί εμπειρογνώμονες της διάσκεψης της UNESCO θεώρησαν ότι «δεν πρέπει να έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στα δημοψηφίσματα». «Αυτό ισχύει ιδιαίτερα», αναφέρει έκθεση της διάσκεψης, «στις περιπτώσεις που οι έποικοι έχουν μετακινηθεί στις περιοχές των γηγενών κατοίκων, ή ενθαρρυνθεί να το κάνουν, στα πλαίσια κυβερνητικών προγραμμάτων που στοχεύουν στην αλλαγή της δημογραφικής σύνθεσης της εν λόγω περιοχής. Τέτοιες πρακτικές, είτε προφανείς είτε συγκεκαλυμμένες, έχουν αναγκάσει πολλούς λαούς να μειωθούν ώστε να είναι πλέον αριθμητικές μειονότητες στην ίδια τους την πατρίδα».
Μια τέτοια περίπτωση, που δημιουργεί σημαντικό προηγούμενο, είναι το αναγνωρισμένο από τον ΟΗΕ δημοψήφισμα στη Δυτική Σαχάρα. «Τα Ηνωμένα Έθνη αποφάσισαν πως πρόσωπα που μεταφέρθηκαν στην περιοχή ή που ενθαρρύνθηκαν να μετακινηθούν προς τα εκεί από την Μαροκινή κυβέρνηση, από το 1975 και μετά, δεν έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στο δημοψήφισμα». [8]
-δ- Εκτός απ’ αυτό, αποτελούν οι Εβραίοι Ισραηλινοί λαό, με την έννοια του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση; Ο ευρέως αποδεκτός "ορισμός Kirby" (σ.τ.μ: ορίζει ως λαό μία ομάδα ανθρώπων που έχουν μερικά ή όλα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: κοινή ιστορική παράδοση, φυλετική ή εθνική ταυτότητα, πολιτιστική ομοιογένεια, γλωσσική ενότητα, θρησκευτική ή ιδεολογική συγγένεια, εδαφική σύνδεση, κοινή οικονομική ζωή), που υιοθετήθηκε σε μια διεθνή συνάντηση εμπειρογνωμόνων της UNESCO σχετικά με το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση ως συμβολή στην πρόληψη συγκρούσεων το 1989 [9] προτείνει μια καταφατική απάντηση στο ερώτημα.
Εντούτοις, οι εμπειρογνώμονες της UNESCO περαιτέρω υπογραμμίζουν πως «η ομάδα συνολικά πρέπει να έχει τη θέληση να προσδιοριστεί ως λαός ή τη συνείδηση ότι είναι λαός», ως βασικό υποκειμενικό στοιχείο κοινό σε άλλους νομικούς ορισμούς της έννοιας λαός. Το στοιχείο αυτό θεωρείται απαραίτητος όρος που απουσιάζει στην περίπτωση των Εβραίων Ισραηλινών, οι οποίοι αναγνωρίζουν μόνο ένα Εβραϊκό και όχι Ισραηλινό ή Εβραϊκό-Ισραηλινό «έθνος». Το Ισραηλινό Ανώτατο Δικαστήριο επίσης αρνείται να αναγνωρίσει την Ισραηλινή εθνικότητα. Η Εβραϊκή «εθνικότητα», ως ενσωματωμένη στον Ισραηλινό νόμο της Επιστροφής, είναι ένα ετερόδικο κατασκεύασμα που περιλαμβάνει ολόκληρο τον πληθυσμό των Εβραίων όπου κι αν βρίσκονται σε όλον τον κόσμο, κατά παράβαση των διεθνών καθολικών νόμων και κανόνων σχετικά με την εθνικότητα [10]
-ε- Εκτός από το ότι είναι έγκλημα πολέμου και παραβίαση του δικαιώματος του γηγενούς λαού της Παλαιστίνης, η ίδρυση του Ισραήλ μέσω της προμελετημένης και συστηματικής καταστροφής της Παλαιστινιακής κοινωνίας και της βίαιης μεταφοράς της πλειοψηφίας του Παλαιστινιακού λαού, που οι σιωνιστές ηγέτες θεώρησαν απαραίτητο όρο για τη δημιουργία ενός κράτους όπου θα πλειοψηφούν οι Εβραίοι, δεν μπορεί να θέσει ζήτημα δικαιώματος αυτοδιάθεσης για την κοινότητα των Εβραίων Ισραηλινών, που αποτελούν σήμερα την πλειοψηφία του κράτους. Αυτό είναι σύμφωνα με τη γενική αρχή του διεθνούς δικαίου «ex injuria non oritur ius» (σ.τ.μ:Παράνομες πράξεις δεν μπορούν να προκαλέσουν νόμιμα αποτελέσματα ή δικαιώματα).
-στ- Αλλά ακόμα και αν, χάριν της συζήτησης, αγνοήσουμε όλα τα παραπάνω, μπορεί να δοθεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στους Εβραίους-Ισραηλινούς ως ομάδα; Μεταξύ άλλων ηθικών και νομικών παραγόντων, και δεδομένου ότι το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση συνεπάγεται στην ακραία του ερμηνεία, το δικαίωμα της απόσχισης σε ένα ανεξάρτητο κράτος, δεν μπορεί να ισχύσει σε μια κοινωνία εποίκων καθώς θα ερχόταν σε σύγκρουση με το δικαίωμα του γηγενούς πληθυσμού στην αυτοδιάθεση.
Όμως η εφαρμογή της αυτοδιάθεσης μπορεί να πάρει οποιαδήποτε από τις πολλές δυνατότητες ενός φάσματος. Σε τελική ανάλυση, τα διεθνή όργανα, ειδικά η Διακήρυξη των Αρχών του Διεθνούς Δικαίου που αφορά τις Φιλικές Σχέσεις και τη Συνεργασία μεταξύ των κρατών, δηλώνουν πως οι τρόποι εφαρμογής του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης εκτείνεται πέρα από το δικαίωμα της αποχώρησης. Όπως αναφέρει η Διακήρυξη [11] :
«η ίδρυση ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους, η ελεύθερη ένωση ή ενσωμάτωση σε ένα ανεξάρτητο κράτος ή η ανάδειξη οποιασδήποτε άλλης πολιτικής κατάστασης που αποφασίζεται ελεύθερα από έναν λαό, συνιστά τρόπο άσκησης του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση...»
Αν και δεν υπάρχει καμιά παγκοσμίως αποδεκτή διάκριση μεταξύ «εσωτερικής» και «εξωτερικής» αυτοδιάθεσης, μπορεί να είναι διδακτικό να ερευνήσουμε τις διαφορές ανάμεσά τους στο πλαίσιο της αποικιακής σύγκρουσης στην Παλαιστίνη. Η εσωτερική αυτοδιάθεση συνεπάγεται κατά κύριο λόγο τη συμμετοχική δημοκρατία: το δικαίωμα να αποφασίζει ο λαός τη μορφή της διακυβέρνησης και να εκλέγει κυβερνήτες από ολόκληρο τον πληθυσμό του κράτους, όπως και το δικαίωμα μιας πληθυσμιακής ομάδας μέσα στα όρια του κράτους να συμμετέχει στην λήψη αποφάσεων σε κρατικό επίπεδο. Η εσωτερική αυτοδιάθεση μπορεί επίσης να σημαίνει το δικαίωμα άσκησης πολιτιστικής, γλωσσικής, θρησκευτικής ή (εδαφικής) πολιτικής αυτονομίας μέσα στα όρια του υπάρχοντος κράτους.
Η εξωτερική αυτοδιάθεση («πλήρης» αυτοδιάθεση όπως την περιγράφουν κάποιοι), από την άλλη πλευρά, σημαίνει «το δικαίωμα απόφασης για την πολιτική κατάσταση ενός λαού και τη θέση του στη διεθνή κοινότητα σε σχέση με άλλα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος απόσχισης από το υπάρχον κράτος του οποίου η ομάδα θεωρείται μέρος, και ίδρυσης ενός νέου ανεξάρτητου κράτους» σύμφωνα με τον van Praag.
Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι η επιλογή ανήκει στο λαό που έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, δεν μπορεί κάποιος να δέχεται το δικαίωμα μιας ομάδας στην αυτοδιάθεση και την ίδια στιγμή να περιορίζει το δικαίωμα αυτό αποκλείοντας τη δυνατότητα απόσχισης σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Ακόμα κι αν αφήσουμε κατά μέρος, την ακραία πιθανότητα της απόσχισης, οποιαδήποτε άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης από τους Εβραίους-Ισραηλινούς σε οποιοδήποτε σημείο της Ιστορικής Παλαιστίνης που αποκλείει τους γηγενείς Παλαιστίνιους, είτε ζουν εκεί είτε είναι πρόσφυγες που ξεριζώθηκαν από εκεί, δεν μπορεί να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι θα παραβιάζει το αναφαίρετο δικαίωμα του τμήματος αυτού του Παλαιστινιακού λαού στην αυτοδιάθεση. Δεν μπορεί επίσης να είναι ηθική, καθώς θα αρνείται στους Παλαιστίνιους αυτούς τα βασικά τους δικαιώματα, όπως αυτό της ισότητας που αποτελεί το πιο θεμελιώδες από όλα τα δικαιώματα σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και τις συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
(4) Ο Σιωνιστικός «νόμος της επιστροφής» και τα δικαιώματα των Εβραίων προσφύγων από τα Αραβικά και άλλα κράτη
Ο απερίφραστα αυτός ρατσιστικός νόμος, ο Νόμος της Επιστροφής που παραβαίνει το διεθνές δίκαιο και έχει διαδραματίσει έναν βασικό ρόλο στο Σιωνιστικό εποικιστικό σχέδιο, και όλοι οι παρόμοιοι μεροληπτικοί νόμοι πρέπει να καταργηθούν σε ένα δημοκρατικό κράτος.
Όσον αφορά τους Εβραίους πρόσφυγες από τα Αραβικά κράτη, έχουν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τα ίδια δικαιώματα όπως όλοι οι πρόσφυγες οπουδήποτε στον κόσμο, τα ίδια δικαιώματα με τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες: το δικαίωμα στον επαναπατρισμό και το δικαίωμα να αποζημιωθούν.
(5) Εθνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των Παλαιστινίων Αράβων και των Εβραίων Ισραηλινών
Η Πολιτιστική ιδιαιτερότητα και ταυτότητα πρέπει όχι μόνο να είναι ανεκτές, αλλά να ενθαρρύνονται από την κοινωνία και να προστατεύονται από το νόμο. Η Παλαιστίνη ήταν για αιώνες ένα γόνιμο έδαφος συνάντησης για διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες, όπου ευνοήθηκε η επικοινωνία, ο διάλογος και η ενσωμάτωσή τους. Αυτή η κληρονομιά που έχει σχεδόν λησμονηθεί κάτω από την πολιτιστική ηγεμονία της Σιωνιστικής αποικιακής ηγεμονίας, πρέπει να αναβιώσει, να ενθαρρυνθεί και να τιμηθεί, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ασυμμετρία ισχύος στο νέο κράτος. Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι ο μισός από τον Εβραϊκό Ισραηλινό πληθυσμό, οι Εβραίοι Μιζραχίμ, έχουν τις πολιτιστικές τους ρίζες στον Αραβικό κόσμο και άλλους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω κρίσιμα συστατικά του οράματος, ίσως το πιο βασανιστικό ερώτημα που έχει να αντιμετωπίσει το «ένα-κράτος» είναι το εάν το όραμα αυτό είναι εφικτό, αν μπορεί να πραγματοποιηθεί, και εάν ναι, πως. Πολλοί σχολιαστές και αναλυτές, ακόμα και από αυτούς που υποστηρίζουν τη λύση του ενός κράτους, φαίνεται να βασανίζονται με ένα σχετικό ερώτημα: πώς θα πείσετε τους Ισραηλινούς να αποδεχτούν αυτό το όραμα;
ΤΟ ΟΧΗΜΑ: ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα σ’ αυτό το ερώτημα καθώς θεωρείται δεδομένο πως μια αποικιακή κοινωνία, μπορεί ή πρέπει να πειστεί να εγκαταλείψει τη ρατσιστική κυριαρχία και τα αποικιακά προνόμιά της. Σ’ όλη τη διάρκεια της αποικιοκρατίας, ο μόνος τρόπος με τον οποίο αυτοί που στέναζαν κάτω από το ζυγό της αποικιοκρατίας μπόρεσαν να αποτινάξουν την καταπίεση, ήταν η αντίσταση, ένοπλη ή άοπλη, ή και τα δύο. Ποτέ δεν τα κατάφεραν παρακαλώντας, κατευνάζοντας ή πιέζοντας μέσω του «διαλόγου». Μόνο αφού επιτευχθεί ένα κοινό έδαφος βασισμένο στην ισότητα, τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο, μόνο τότε, μπορεί να υπάρξει γνήσιος διάλογος και συμφιλίωση. Η Νοτιοαφρικανική εμπειρία αποτελεί μια σημαντική πηγή έμπνευσης σχετικά με αυτό.
Εκτός από την ανάπτυξη και την αποτελεσματική προώθηση ενός ηθικά συνεπούς και επιτακτικού οράματος, η οργάνωση για τη λύση ενός κοσμικού, δημοκρατικού κράτους, πρώτιστα επιβάλει την ανάπτυξη μιας αντίστοιχης στρατηγικής αντίστασης με στόχο τον τερματισμό όλων των μορφών της Σιωνιστικής τυραννίας, ταυτόχρονα με τη δημιουργία εύφορου εδάφους για την μελλοντική συμφιλίωση και ειρηνική συνύπαρξη που θα βασίζονται στην απόλυτη ισότητα, τη δικαιοσύνη και τα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτός είναι ο λόγος που αποκαλώ τον ηθικό απο-Σιωνισμό/απο-εποικισμό της Παλαιστίνης, μια διαδικασία που συνεπάγεται μια απο-διχοτόμηση των ταυτοτήτων των δύο κύριων ομάδων που εμπλέκονται σ’ αυτήν την αποικιακή σύγκρουση.
Η ηθική συμφιλίωση μεταξύ συγκρουόμενων κοινοτήτων είναι αδύνατη εάν διατηρείται η ουσία της μεταξύ τους σχέσης καταπίεσης. Οι αντικειμενικά αντιφατικές ταυτότητες του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου δεν μπορούν να συμβιβαστούν. Εφόσον διατηρείται η σχέση καταπίεσης, τα μόνα πιθανά αποτελέσματα είναι ο εξαναγκασμός, η υποταγή και η αδικία. Η συμφιλίωση και η συνύπαρξη μπορούν να προκύψουν μόνο μέσα από την ηθική απο-αποικιοποίηση.
Ποιά μορφή αντίστασης και δράσης απαιτείται για να προσεγγίσουμε την πραγματοποίηση μιας λύσης ενός κοσμικού, δημοκρατικού κράτους; Πιστεύω πως υπάρχουν τρεις κεντρικοί στυλοβάτες στους οποίους πρέπει να στηριχτεί ένα καθοδηγούμενο από τους Παλαιστίνιους κίνημα με στόχο ένα δημοκρατικό κράτος:
Στην Παλαιστίνη: Το κύριο όχημα για αυτή τη διαδικασία πρέπει να είναι ένα ενωτικό, δημοκρατικό και επαναστατικό Παλαιστινιακό κίνημα που να αντιπροσωπεύει όλους τους Παλαιστίνιους, όλα τα πολιτικά κόμματα, τις οργανώσεις βάσεις και τους θεσμούς. Ένα κίνημα που να υποστηρίζει το όραμα ενός δημοκρατικού κράτους και να καθοδηγεί την αντίσταση σε όλες της τις μορφές. Ένα προοδευτικό Παλαιστινιακό κίνημα που να υποστηρίζει την ισότητα, τις καθολικές αρχές της ηθικής και του διεθνούς δικαίου είναι πιο απαραίτητο από ποτέ, ειδικά δεδομένης της σταθερά αυξανόμενης απομυθοποίησης της λύσης των «δύο-κρατών» ανάμεσα στους Παλαιστίνιους. Ένα κίνημα που να περιλαμβάνει και τους τρεις τομείς: τους εξόριστους, τους Παλαιστίνιους στα κατεχόμενα του 1967 εδάφη και αυτούς που ζουν μέσα στο Ισραήλ.
Το κίνημα για την επιστροφή των προσφύγων, που αντιπροσωπεύει την μεγαλύτερη Παλαιστινιακή ομάδα, τους πρόσφυγες, έχει υπάρξει από τους πιο πρόθυμους υποστηρικτές της λύσης ενός δημοκρατικού κράτους, συνειδητοποιώντας ότι το δικαίωμα της επιστροφής και η λύση των δύο-κρατών είναι βασικά ασυμβίβαστα. Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ, σε τρία ιστορικά έγγραφα [12] που κυκλοφόρησαν από καθοδηγητικούς θεσμούς, ανάμεσά τους πολιτικούς ηγέτες και διανοούμενους, έχουν ευρέως υιοθετήσει το σύνθημα «ένα κράτος για όλους τους πολίτες του», που δείχνει πίστη στο όραμα και τις αρχές του ενός-κράτους. Ακόμα και οι Παλαιστίνιοι στα κατεχόμενα εδάφη, σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις [13], εκφράζουν μια σταθερά αυξανόμενη υποστήριξη στη λύση του ενός-κράτους, παρά το γεγονός πως κανένα πολιτικό κόμμα δεν την υποστηρίζει.
Απαιτείται επειγόντως μια λεπτομερής και κρίσιμη επανααξιολόγηση συνολικά της στρατηγικής της Παλαιστινιακής αντίστασης, προκειμένου να κινητοποιηθούν τον αγώνα και δημιουργικά οι Παλαιστίνιοι απ’ όλους τους τομείς και τις γεωγραφικές τοποθεσίες. Γι’ αυτό το λόγο, η προώθηση της πολιτικής αντίστασης, όπως για παράδειγμα προτείνει το κίνημα BDS (μποϋκοτάζ – απο/επένδυση – κυρώσεις) αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα. [14]
Γι’ αυτό το λόγο η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης χρειάζεται να ξαναχτιστεί από τα θεμέλια της με μαζική συμμετοχή, ειδικά των δημοκρατικών συλλογικοτήτων βάσης και πρέπει να διοικείται με αδέσμευτη δημοκρατία στηριγμένη στην αρχή της αναλογικής αντιπροσώπευσης. [15]
Στον Αραβικό κόσμο: Οποιαδήποτε ανάγνωση της ιστορίας του Αραβικού κόσμου μας λέει πως οι μετασχηματισμοί δεν μπορεί να είναι συνεχείς ή να εκδηλώνονται χωρίς την ωριμότητα των βοηθητικών όρων στο περιβάλλον τους πλαίσιο. Το γεγονός ότι η Παλαιστίνη αποτελεί κομμάτι του αραβικού κόσμου, με όλη του τη γεωστρατηγική σημασία, είναι ένας από τους σημαντικούς λόγους για τους οποίους επιφυλάχθηκε στους Παλαιστίνιους η μοίρα των γηγενών αμερικανών και άλλων αυτόνομων πληθυσμών που υποβλήθηκαν σε μια πλήρους έκτασης γενοκτονία στον «νέο κόσμο». Και παρόλο που τα περισσότερα αραβικά καθεστώτα σήμερα είναι αυταρχικά, δεσποτικά και δεν αντιπροσωπεύουν τους λαούς τους, ενώ συνήθως εναποθέτουν την επιβίωσή τους στην Δυτική προστασία, οι Αραβικές μάζες έχουν πλήρη επίγνωση και υποστηρίζουν τον Παλαιστινιακό αγώνα περισσότερο από ποτέ, όπως απέδειξε το –κατά γενική ομολογία κυρίως συναισθηματικό– ξέσπασμα υποστήριξης κατά τη διάρκεια του εγκληματικού πολέμου και της επίθεσης στη Γάζα.
Ο Παλαιστινιακός παράγοντας θεωρείται κυρίως εσωτερικός, όχι μόνο στις χώρες γύρω από την Παλαιστίνη, αλλά και σε αραβικές χώρες τόσο μακριά όσο το Μαρόκο, η Υεμένη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επομένως, η εμφάνιση μιας Παλαιστινιακής ηγεσίας που υπερασπίζεται τη λύση ενός δημοκρατικού κράτους, έχει κάθε δυνατότητα να κινητοποιήσει μια πλατιά από τα κάτω αραβική υποστήριξη, και να γίνει τελικά μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.
Ήδη, το μποϊκοτάζ του Ισραήλ και των εταιρειών που βοηθούν τη διαιώνιση της κατοχής απλώνεται σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, ακόμα κι αν δεν έχει μια οργανωμένη ηγεσία στο μεγαλύτερο μέρος του. Το αποκαλούμενο «ειρηνευτικό μέρισμα» (σ.τ.μ: πολιτικό σλόγκαν των αρχών της δεκαετίας του ’90 που χρησιμοποίησαν κυρίως οι Μπους και Θάτσερ, το οποίο περιγράφει το οικονομικό όφελος της μείωσης των αμυντικών εξοπλισμών) στο οποίο έχει βασιστεί το Ισραήλ από την εποχή του Όσλο, χωρίς να παραχωρεί καθόλου εδάφη ή δικαιώματα εξαφανίζεται γρήγορα. Το Ισραήλ αντιμετωπίζεται ξανά ως στρατηγικός εχθρός του Αραβικού έθνους, ως μια οντότητα από τη φύση της φιλοπόλεμη και τεχνητή, της οποίας η ύπαρξη ως ρατσιστικό και αποικιακό προγεφύρωμα δεν μπορεί να γίνει ανεκτή, ούτε είναι δυνατόν να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις μαζί της.
Σε διεθνές επίπεδο: Όπως και στον αγώνα ενάντια στο Νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ, η σύνδεση του αγώνα για τα Παλαιστινιακά δικαιώματα με τα διεθνή κοινωνικά κινήματα, τα συνδικάτα, τις οργανώσεις, τις πολιτιστικές και ακαδημαϊκές ομάδες και άλλες πολιτικές και κοινωνικές συλλογικότητες, είναι απαραίτητη και ουσιώδης. Οι διεθνείς πολιτικές-κοινωνικές συλλογικότητες αλληλεγγύης που υιοθέτησαν το κίνημα BDS για την απομόνωση του Ισραήλ, και άρχισαν να προκύπτουν από την εποχή της Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΟΗΕ ενάντια στο ρατσισμό που έγινε στο Durban το 2001, τώρα αρχίζουν να μοιάζουν και να δρουν σαν ένα κίνημα που καθοδηγείται από την Παλαιστινιακή έκκληση και ριζώνουν σε αρκετές χώρες, από τη Νότια Αφρική ως τη Σουηδία και από την Αυστραλία ως τον Καναδά, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε την Αγγλία.
Αυτό το ανυποχώρητα αντιρατσιστικό, ποικιλόμορφο κίνημα καθοδηγείται από τις αρχές του συνυπολογισμού, της προοδευτικότητας, της αλληλεγγύης, της ευαισθησίας και της πρωτοκαθεδρίας του διεθνούς δικαίου και των καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και παρόλο που η Δύση, εξαιτίας της συντριπτικής πολιτικής και οικονομικής δύναμής της όπως και της συνενοχής της στην διαιώνιση της Ισραηλινής αποικιακής κυριαρχίας του απαρτχάιντ, παραμένει το κύριο πεδίο μάχης για αυτή τη μη-βίαιη αντίσταση, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο υπόλοιπος κόσμος. Το κίνημα του μποϊκοτάζ πρέπει να φτάσει στην Κίνα, την Ινδία, τη Μαλαισία, τη Νότια Αφρική, τη Βραζιλία και τη Ρωσία και σε άλλες χώρες που προσπαθούν να προκαλέσουν την ισχύ του Δυτικού μονοπωλίου. Πράγματι, η νοτιοαφρικανική κοινωνία των πολιτών είναι σήμερα ο πιο σημαντικός υποστηρικτής του Παλαιστινιακού κινήματος BDS.
Μπορεί το κίνημα BDS να αλλάξει την κατάσταση, δεδομένης της εξαιρετικής επιρροής του Ισραήλ στο Κογκρέσο, το Λευκό Οίκο και κατ’ επέκταση στην ΕΕ; Η νεαρή ακόμα Παλαιστινιακή εκστρατεία BDS, που στηρίζεται στην εμπειρία του αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, έχει ήδη να παρουσιάσει άφθονες αποδείξεις της ικανότητάς της να ενοποιήσει τους Παλαιστίνιους και τα διεθνή κινήματα αλληλεγγύης σε μια στρατηγική αντίστασης που είναι ηθική, αποτελεσματική και βιώσιμη. Μόνο μέσα στα τελευταία χρόνια, πολλές επικρατούσες και ισχυρές ομάδες, συνδικάτα και ιδρύματα έχουν πάρει στα σοβαρά την Παλαιστινιακή έκκληση BDS και έχουν αρχίσει να εξετάζουν ή να εφαρμόζουν διάφορες μορφές αποτελεσματικής πίεσης στο Ισραήλ.
Κατά τη διάρκεια του Ισραηλινού πολέμου στη Γάζα, η Παλαιστινιακή κοινωνία των πολιτών στάθηκε πιο ενωμένη από ποτέ στην προσπάθεια να πιέσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων σε όλον τον κόσμο ώστε να καταστεί το Ισραήλ υπεύθυνο για τα εγκλήματά του και να αντιμετωπιστεί ανάλογα με το Νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ. Ανταποκρινόμενες στην προσπάθεια αυτή, ακαδημαϊκές ομάδες, συνδικάτα, οργανώσεις, πολιτικά κόμματα, κοινωνικά κινήματα και άλλες συλλογικότητες, έχουν υιοθετήσει δημιουργικές και βιώσιμες εκστρατείες μποϊκοτάζ από τη Νότια Αφρική ως τη Νορβηγία, από την Αυστραλία ως τον Καναδά, από την Βρετανία ως τη Βενεζουέλα, ακόμα και από το βήμα του Προέδρου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Η κρατική τρομοκρατία του Ισραήλ στη Γάζα, που επιτράπηκε από την ουσιαστικά απεριόριστη στήριξη της κυβέρνησης των ΗΠΑ και των κυβερνήσεων γενικά των Δυτικών χωρών, αποτέλεσε βασικό καταλύτη στην εξάπλωση και το βάθεμα της καμπάνιας BDS σε όλο τον κόσμο, προτρέποντας τους υπερασπιστές των Παλαιστινιακών δικαιωμάτων να νιώσουν πως επιτέλους έφτασε μια στιγμή αντίστοιχη με εκείνη της Νότιας Αφρικής. Το Ισραήλ σε επίπεδο βάσης, θεωρείται πια ευρέως διεθνής παρίας που διαπράττει εγκλήματα πολέμου απολαμβάνοντας ατιμωρησία, και είναι κοινά αποδεκτό –από τους λαούς πάντα– πως πρέπει να λογοδοτήσει βάσει του διεθνούς δικαίου και των βασικών αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Κάθε επιτυχία του κινήματος του μποϊκοτάζ, μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά σε ένα δημοκρατικό κράτος. Εντέλει, παρόλο που το κίνημα αυτό δεν έχει πάρει ποτέ θέση ανάμεσα στις προτάσεις για ένα ή δύο κράτη, μπορούμε να πούμε πως λογικά η μόνη λύση που ταιριάζει με τα τρία βασικά δικαιώματα που δηλώνει το BDS είναι αυτή του ενός δημοκρατικού κράτους. Η διάδοση του επιτακτικού μηνύματος του κινήματος BDS σε όλο τον κόσμο εμπνέει νέους τομείς της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών να συμμετάσχουν στον αγώνα για τα Παλαιστινιακά δικαιώματα, βελτιώνει αποτελεσματικά την πληροφόρηση για την καταπίεση του Παλαιστινιακού λαού από το Ισραήλ και πείθει πολλούς αξίζει να παλέψουν μόνο για ένα δημοκρατικό, ενιαίο κράτος.
Υπογραμμίζοντας την ισότητα των ανθρώπινων όντων ως την πιο θεμελιώδη του αρχή, το κοσμικό δημοκρατικό κράτος υπόσχεται να βάλει τέλος στις θεμελιώδεις αδικίες που μαστίζουν την Παλαιστίνη και, ταυτόχρονα να ξεπεράσει την εθνική και φυλετική διχοτόμηση που τώρα καθιστά σχεδόν αδύνατο το όραμα της ηθικής συνύπαρξης σε απο-αποικιοποιημένη Παλαιστίνη με ισότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία.
___________________________________________________________
[1] Βασίζεται σε δύο παρουσιάσεις. Η πρώτη έγινε στη Διεθνή Διάσκεψη για τη λύση του Ενός και των Δύο Κρατών για την Παλαιστίνη/Ισραήλ (Βοστόνη28-29 Μάρτη 2009) που υποστηρίχτηκε από το Trans Arab Research Institute (TARI) και το Joiner Center for the Study of War and Its Social Consequences του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης. Η δεύτερη έγινε σε Διάσκεψη με τον τίτλο: Ισραήλ/Παλαιστίνη – Πρότυπα χαρτογράφησης και δρόμοι ειρήνης, στο Τορόντο στις 22-24 Ιούνη του 2009, από τα Queen's University και York University του Καναδά.
[2] Paulo Freire, Pedagogy of the Oppressed. Νέα Υόρκη, Continuum Books, 1993.
[3] Ακόμα και οι εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα που εξέδωσε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχουν καταδικάσει τις «θεσμικές, νομικές και κοινωνικές διακρίσεις» ενάντια στους γηγενείς Παλαιστινίους. Για παράδειγμα δείτε την έκθεση του 2008: http://www.state.gov/g/drl/rls/hrrpt/2008/nea/119117.htm
[6] Amy Maguire, Law Protecting Rights: Restoring the law of self-determination in the neo-colonial world. In Law Text Culture, Volume 12, Issue 1. 2008. http://ro.uow.edu.au/cgi/viewcontent.cgi?article=1002&context=ltc
[7] Διάσκεψη εμπειρογνωμόνων της UNESCO, ως άνω.
[10] Για περισσότερα δείτε: United against Apartheid, Colonialism and Occupation - Dignity and Justice for the Palestinian People. Palestinian Civil Society Strategic Position Paper. Οκτώβρης 2008. http://bdsmovement.net/files/English-BNC_Position_Paper-Durban_Review.pdf
[12] Το δημοκρατικό Σύνταγμα (2007) : http://www.adalah.org/eng/democratic_constitution-e.pdf; Διακήρυξη της Χάιφα (2007): http://www.mada-research.org/archive/haifaenglish.pdf; Το μελλοντικό όραμα (2006): http://www.adalah.org/newsletter/eng/dec06/tasawor-mostaqbali.pdf
________________________________
O Omar Barghouti, είναι Παλαιστίνιος πολιτικός αναλυτής και ιδρυτικό μέλος της Παλαιστινιακής καμπάνιας για το Ακαδημαϊκό και Πολιτιστικό Μποϊκοτάζ του Ισραήλ (PACBI) http://www.pacbi.org/

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Αφοπλίστε το Ισραήλ!

Ουτοπία ή όραμα ειρήνης;
Άρθρο του Ilan Pappe στο www.zmag.org 28 Ιούλη 2009
Κάθε φορά που οι Ισραηλινοί πολιτικοί αναφέρονται στο ενδεχόμενο ενός ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους, θεωρούν δεδομένο πως οι συνομιλητές τους καταλαβαίνουν ότι το μελλοντικό αυτό κράτος θα πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένο και αφοπλισμένο προκειμένου το Ισραήλ να συμφωνήσει στην ύπαρξή του. Πρόσφατα, στην προϋπόθεση αυτή αναφέρθηκε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, απαντώντας στο όραμα των Δύο Κρατών που παρουσίασε τον Ιούνη στο Κάιρο, ο πρόεδρος Barrack Obama. Η αναφορά του είχε να κάνει πρώτα απ’ όλα με την εγχώρια κατανάλωση: οποιοσδήποτε στο Ισραήλ, είτε στο παρελθόν είτε σήμερα, αναφέρεται στην ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους παράλληλα με το Ισραήλ, έχει στο μυαλό του ένα πάνοπλο Ισραήλ δίπλα σε μία πλήρως αφοπλισμένη Παλαιστίνη. Υπάρχει όμως ένας ακόμα λόγος για τον οποίο ο Netanyahu τόνισε την αποστρατιωτικοποίηση της Παλαιστίνης ως απαραίτητη προϋπόθεση: γνωρίζει πολύ καλά πως δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος ακόμα και ο πιο μετριοπαθής Παλαιστίνιος ηγέτης να δεχτεί έναν τέτοιο περιοριστικό όρο από τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Μέσης Ανατολής.
Στο Ισραήλ, όπως και στη Δύση, το όραμα μιας αποστρατιωτικοποιημένης Παλαιστίνης θεωρείται εφικτό σενάριο, ενώ αντίθετα το όραμα μιας ειρήνης βασισμένης στην αποστρατιωτικοποίηση του Ισραήλ θα θεωρούνταν εντελώς τρελό και άχρηστο. Στην πραγματικότητα θα ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς κάτι τέτοιο. Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση σχετικά με τα χαρακτηριστικά ύπαρξης ενός κράτους εντάσσεται στα πλαίσια μιας ευρύτερης ανισορροπίας που κυριαρχεί στην αντίληψη και τη στάση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη.
Οι περισσότεροι Ισραηλινοί θα το θεωρούσαν καθαρή τρέλα να φανταστούν ένα μέλλον χωρίς το στρατό, ο οποίος παίζει έναν κυρίαρχο και προεξάρχοντα ρόλο στις ζωές τους. Εντελώς δικαιολογημένα, οι μελετητές θεωρούν το Ισραήλ όχι ως ένα κράτος που έχει στρατό, αλλά ως έναν στρατό που έχει κράτος. Στις μελέτες μερικών γενναίων και σημαντικών Ισραηλινών κοινωνιολόγων, το Ισραηλινό κράτος εμφανίζεται ως χαρακτηριστική περίπτωση μιας σύγχρονης στρατιωτικοποιημένης κοινωνίας στην οποία ο στρατός επιδρά βαθιά σε κάθε σφαίρα της ζωής [1]. Το να προσπαθήσει να φανταστεί κανείς το Ισραήλ χωρίς αυτή την επιρροή είναι κάτι παραπάνω από ένα ουτοπικό όραμα, είναι στην πραγματικότητα ένα εσχατολογικό σενάριο.
Κι όμως, μακροπρόθεσμα, η αποστρατιωτικοποίηση του Ισραήλ και της Παλαιστίνης ίσως να είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί μια κανονική ζωή σε όσους ζουν εκεί, και όσους πρέπει να ζήσουν εκεί, όπως το ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που διώχτηκαν από την πατρίδα τους από το 1948 και μετά. Όμως το άρθρο μου έχει στόχο να επεκτείνει την έννοια του αφοπλισμού, σε μια πλατύτερη και κατά γενική ομολογία πιο ρευστή ερμηνεία. Η πλατύτερη αυτή ερμηνεία, που θα υποστηρίξω, αφορά την ιδέα της μετατροπής του αφοπλισμού του Ισραήλ από ουτοπικό σενάριο του απώτερου μέλλοντος – της εποχής που θα επικρατήσει η ειρήνη των προφητών – σε συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο.
Πολύ πριν μπορέσει κανείς να σκεφτεί οποιαδήποτε σημαντική μείωση των εξοπλισμών – πόσο μάλλον τον πλήρη αφοπλισμό – των εμπλεκόμενων στο Παλαιστινιακό ζήτημα, απαιτείται ένας πολύ διαφορετικός αφοπλισμός ως προϋπόθεση για την συμφιλίωση του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Ένας αφοπλισμός που πρέπει να εστιάσει στο Ισραήλ και λιγότερο στην Παλαιστίνη, τουλάχιστον στο αρχικό του στάδιο, καθώς είναι πρωτοφανείς οι πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές ανισορροπίες μεταξύ του Ισραήλ και των λίγων εκατοντάδων Παλαιστινίων μαχητών (ακόμα και ο όρος μαχητές όσο αφορά τους Παλαιστίνιους είναι υπερβολικός). Καθώς οι ανισορροπίες αυτές υπήρχαν ήδη από το 1948, έπεται λογικά πως μόνο μια διαδικασία μετασχηματισμού της στάσης και της φύσης του ισχυρότερου παράγοντα της εξίσωσης θα δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα για οποιαδήποτε συμφιλίωση. Ο ισχυρός αυτός παράγοντας, καθ’ όλη τη διάρκεια των εκατό σχεδόν ετών της Αραβο-Ισραηλινής σύγκρουσης, ήταν το Σιωνιστικό κίνημα και στη συνέχεια το κράτος του Ισραήλ, των οποίων οι πολιτικές εις βάρος του γηγενούς πληθυσμού της Παλαιστίνης έχουν παραμείνει σχεδόν αμετάβλητες σε όλη αυτή την περίοδο.
Αυτό το άρθρο γράφεται υπό την προϋπόθεση πως μόνο μια θεμελιώδης αλλαγή στις βασικές Ισραηλινές πολιτικές έναντι των Παλαιστινίων και της Παλαιστίνης, μπορεί να οδηγήσει σε μια αλλαγή της συμπεριφοράς απέναντι στην εβραϊκή κοινότητα των εποίκων που ήρθαν στη γη της Παλαιστίνης στα τέλη του 19ου αιώνα. Αντίθετα με την Ισραηλινή και Σιωνιστική αφήγηση της ιστορίας, που ακόμα και σήμερα με περηφάνια διατυμπανίζεται στη Δύση, οι σκληρές αντι-αραβικές και αντι-παλαιστινιακές πολιτικές του Εβραϊκού κράτους δεν αποτελούν αντίδραση στην Παλαιστινιακή εχθρότητα ή το γενικότερο Αραβικό μίσος, αλλά είναι στην πραγματικότητα η αιτία του περιφερειακού ανταγωνισμού ενάντια στο Ισραήλ και της Παλαιστινιακής εχθρότητας εναντίον του. Δεδομένου ότι οι πολιτικές αυτές αποτελούν την πηγή της σύγκρουσης, ο αφοπλισμός είναι ένα ζητούμενο για την αποκάλυψη της πραγματικότητας που κρύβεται πίσω τους. Καθώς οι πολιτικές αυτές έχουν προκαλέσει ήδη την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στην περιοχή, ο θάνατος δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων, χιλιάδων ανθρώπων στις γειτονικές αραβικές χώρες και σχεδόν είκοσι χιλιάδων Εβραίων στο Ισραήλ, πυροδοτεί ένα νέο κύμα αντισημιτισμού και ισλαμοφοβίας και τελικά εντείνει τις σχέσεις της Δύσης με τον Μουσουλμανικό κόσμο. Πρόκειται προφανώς για ένα θανάσιμο όπλο και πρέπει να αναθεωρηθούν.
Οι πολιτικές αυτές στις οποίες αναφερόμαστε είναι προϊόν μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας, του Σιωνισμού ή για να είμαστε ακριβείς μιας ορισμένης ερμηνείας της Σιωνιστικής ιδεολογίας. Η αναθεώρησή τους θα σήμαινε αφοπλισμό των Ισραηλινών Εβραίων από τη θανατηφόρα έκδοση της Σιωνιστικής ιδεολογίας που τους αφαιρεί την ικανότητα να ζήσουν φυσιολογικά, ήρεμα και με ασφάλεια στην χώρα που επέλεξαν στα τέλη του 19ου αιώνα ως πατρίδα τους.
Η γέννηση του όπλου (του σιωνισμού)
Το Σιωνιστικό κίνημα εμφανίστηκε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη στα τέλη του 19ου αιώνα ως ένα κίνημα ωθούμενο από δύο ευγενή ερεθίσματα. Το πρώτο ήταν η αναζήτηση της ηγεσίας του για ένα ασφαλές καταφύγιο για την Εβραϊκή κοινότητα της που ήταν όλο και περισσότερο εκτεθειμένη σε ένα εχθρικό αντισημιτικό περιβάλλον που ενδεχομένως – όπως τελικά έγινε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – να μετατρέπονταν σε γενοκτονία. Το δεύτερο ερέθισμα ήταν η επιθυμία να επαναπροσδιοριστεί ο Ιουδαϊσμός σε μια νέα κοσμική μορφή, επιθυμία που εμπνέονταν από το περιβάλλον άλλων εθνών, όπου πολλές πολιτιστικές, θρησκευτικές και εθνικές ομάδες επαναπροσδιορίζονταν με βάση τους νέους ενθουσιώδεις όρους του εθνικισμού. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η αναζήτηση για ασφάλεια και νέα αυτοδιάθεση ήταν εκείνη την εποχή ένα ευγενές και φυσιολογικό ερέθισμα. Όμως, από τη στιγμή που προσδιορίστηκε εδαφικά, δηλαδή κατευθύνθηκε προς ένα συγκεκριμένο κομμάτι εδάφους, το εθνικό σχέδιο του Σιωνισμού μετατράπηκε σε ένα αποικιακό σχέδιο. Εξακολουθούσε να είναι φυσιολογικό ερέθισμα για εκείνη την εποχή, που οι Ευρωπαίοι, για μια πληθώρα λόγων, μετανάστευαν σε μη-ευρωπαϊκά εδάφη που είχαν αποικιοποιήσει με τη βία της εκδίωξης και της γενοκτονίας οι άπληστες κυβερνήσεις τους, δεν ήταν όμως πια καθόλου ευγενές. Όπου η αποικιοκρατία μεταφράστηκε σε γενοκτονία δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής, ενώ όπου δεν έφτασε σε τέτοιες εγκληματικές μορφές –οι οποίες και ήταν ο κανόνας– τελικά οι άποικοι επέστρεψαν στις χώρες καταγωγής τους και οι αποικίες ανεξαρτητοποιήθηκαν. Η περιοχή που έβαλε στόχο το Σιωνιστικό κίνημα, αφού εξετάστηκαν διάφορες επιλογές, ήταν η Παλαιστίνη όπου για εκατοντάδες χρόνια ζούσε ο Παλαιστινιακός λαός.
Οι πρώτοι Σιωνιστές άποικοι έφτασαν στην Παλαιστίνη το 1880 χωρίς να δηλώνουν ανοιχτά το όνειρό τους να καταλάβουν τα εδάφη και χωρίς να αποκαλύπτουν την επιθυμία τους να τα εκκαθαρίσουν από τον γηγενή πληθυσμό τους. Μέχρι τη δεκαετία του 1930, την ηγεσία της κοινότητας των αποίκων απασχολούσε η διεθνής υποστήριξη και νομιμοποίηση – που τους την έδωσε η Βρετανική Αυτοκρατορία με τη Διακήρυξη του Μπαλφούρ τον Νοέμβρη του 1917 – και η απόκτηση μιας βάσης, ως κράτος μέσα στο κράτος, πράγμα που τους επέτρεψε να κάνουν η Βρετανική εντολή. Εκείνη την περίοδο το κύριο πρόβλημά ήταν πως οι Εβραίοι σε όλο τον κόσμο δεν έβλεπαν με συμπάθεια την Παλαιστίνη ούτε ως σωτηρία, ούτε ως προορισμό. Ήταν μόνο μετά την άνοδο του Ναζισμού και του Φασισμού στην Ευρώπη που η Παλαιστίνη, ως ασφαλές καταφύγιο για τον Εβραϊκό λαό, απέκτησε νόημα και η κοινότητα των αποίκων αυξήθηκε αριθμητικά. Μέχρι το τέλος της Βρετανικής εντολής, οι άποικοι αποτελούσαν μόνο το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού και κατείχαν λιγότερο από το 10% των εδαφών της Παλαιστίνης.
Στη δεκαετία του 1930 σφυρηλατήθηκε το ιδεολογικό – που σύντομα θα μεταφράζονταν και σε πραγματικό – οπλοστάσιο. Προέκυψε μια φόρμουλα ομόφωνη και σχεδόν ιερή για αυτούς που καθοδηγούσαν το Σιωνιστικό κίνημα κι αυτούς που καθοδηγούν σήμερα το κράτος του Ισραήλ. Η φόρμουλα ήταν απλή: για να πετύχει το Σιωνιστικό σχέδιο στην Παλαιστίνη, έπρεπε να καταληφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της γης και να εξασφαλιστεί πως σ’ αυτό θα παραμείνουν όσο το δυνατόν λιγότεροι Παλαιστίνιοι. Ο σκοπός ήταν – όσο κυνικό κι αν ακούγεται – το νέο κράτος να είναι δημοκρατικό. Η ελπίδα ήταν να δημιουργηθεί μια Εβραϊκή πλειοψηφία που θα ψήφιζε δημοκρατικά για να διατηρηθεί η χώρα για πάντα Εβραϊκή. Την δεκαετία του ’30 προέκυψε και μια ακόμα παραδοχή: δεν υπήρχε καμιά ελπίδα – τώρα ή στο μέλλον – πως ο γηγενής πληθυσμός της Παλαιστίνης είτε θα μειώνονταν αριθμητικά, είτε θα εγκατέλειπε το φυσικό του δικαίωμα να ζει στη γη του ως ελεύθερος λαός. Κατά συνέπεια για να πετύχει η προαναφερόμενη φόρμουλα «ύπαρξης» απαιτούνταν στρατιωτική δύναμη επιβολής. Αυτό δε σήμαινε μόνο το στήσιμο ενός στρατού, αλλά και το ότι αυτός θα είχε προεξάρχοντα ρόλο, σε βαθμό που ο στρατιωτικός παράγοντας να κυριαρχεί σε όλες τις πτυχές. Οξυδερκείς Ισραηλινοί κοινωνιολόγοι επεσήμαιναν με κατάπληξη το πόσο συστηματική και συνεχώς επεκτεινόμενη υπήρξε η διαδικασία αυτή, από τη δεκαετία του 1930 οπότε και πάρθηκε η συνειδητή απόφαση να στρατιωτικοποιηθεί ο Σιωνισμός. [ii]
Οι θέσεις στην πολιτική ηγεσία, την οικονομική διεύθυνση, ακόμα και την κοινωνική και πολιτιστική διαχείριση, όλες περνούν μέσα από ένα στρατιωτικό περιβάλλον ή μια σταδιοδρομία στο πολυπλόκαμο δίκτυο ασφαλείας που διοικεί το Ισραήλ. Επιπλέον, οι σημαντικότερες αποφάσεις για τη διεθνή και αμυντική πολιτική – ιδιαίτερα όσο αφορά τον Αραβικό κόσμο γενικά και ειδικότερα την Παλαιστίνη – παίρνονται από τη δεκαετία του ’30 από στρατηγούς. Το τελικό αποτέλεσμα είναι απόλυτα ορατό σήμερα στο Ισραήλ: ο προϋπολογισμός και συνολικά η οικονομία, η κοινωνική διαδικασία και το εκπαιδευτικό σύστημα, ακόμα και τα ΜΜΕ, είναι όλα συμπλεκόμενα έτσι ώστε να υπηρετούν το στρατό.
Ένας στρατός που έχει κράτος (αντί για ένα κράτος που έχει στρατό)
Η διαδικασία της στρατιωτικοποίησης της Ισραηλινής κοινωνίας ήταν έντονη και καταιγιστική. Στην πραγματικότητα το Ισραήλ έγινε ένας στρατός που έχει κράτος. Δύο πτυχές αυτής της κατάστασης αξίζει να υπογραμμιστούν: Η πρώτη είναι η στρατιωτικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος που εξασφαλίζει ότι η μιλιταριστική αντίληψη για τη ζωή θα αναπαράγεται συνεχώς σε κάθε νέα γενιά νέων αντρών και γυναικών ώστε να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα μέσω ένοπλων συγκρούσεων, στρατιωτικών αξιών και πολέμων. Η δεύτερη είναι ο προεξέχων οικονομικός ρόλος που παίζει η Ισραηλινή βιομηχανία όπλων στο κρατικό εθνικό προϊόν και ειδικότερα το πόσο κρίσιμη είναι η συμμετοχή της πολεμικής βιομηχανίας στο εμπορικό και εξαγωγικό ισοζύγιο. Το Ισραήλ είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων παγκοσμίως και ως εκ τούτου οποιαδήποτε συζήτηση –πόσο μάλλον δράση– ενάντια στη στρατιωτικοποίηση, μπορεί εύκολα να κατηγορηθεί ως υπονόμευση της ίδιας της επιβίωσης της ισραηλινής βιομηχανία και οικονομίας.
Η κυρίαρχη αυτή θέση του στρατού δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς μια περιστασιακή απόδειξη πως η στρατιωτική ισχύς ήταν πολύ απαραίτητη. Υπάρχουν δύο τύπου στρατιωτικής δράσης: ο ένας είναι ένας γύρος αντιπαραθέσεων με τους κανονικούς Αραβικούς στρατούς, αντιπαράθεση που δεν ξεκινούσε πάντα το Ισραήλ (ο πόλεμος του 1973 ήταν μια πρωτοβουλία της Αιγύπτου και της Συρίας), αλλά σε όλες τις περιπτώσεις θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί αν το Ισραήλ δεν επεδίωκε να εμπλακεί στο πεδίο της μάχης εξαιτίας του φρονήματος, της θέσης του και της ανάγκης του να πειραματιστεί με όπλα και να εξασκήσει το στρατό του. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι κάθε ένας από τους πολέμους αυτούς επέτρεψε στο Ισραήλ να επεκτείνει τα εδάφη του σε μια ατέλειωτη αναζήτηση για ζωτικό χώρο και περιθώρια ασφαλείας. Ο τελευταίος γύρος τέτοιου είδους στρατιωτικών αντιπαραθέσεων ήταν το 1973 και παρά τις Ισραηλινές προσπάθειες από τότε να εμπλακεί ο Συριακός στρατός – δύο φορές, μία το 1982 και μία το 2006 – τα τελευταία 35 χρόνια το Ισραήλ δεν έχει αντιμετωπίσει πόλεμο ενάντια σε έναν συμβατικό στρατό. Το μεγαλύτερο μέρος του οπλοστασίου του, το πιο υπερσύγχρονο και ενημερωμένο παγκοσμίως, έχει δημιουργηθεί για χρήσεις σε μεγάλης κλίμακας χερσαίες και αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον μεγάλων συμβατικών στρατών. Αντί όμως γι’ αυτό χρησιμοποιείται τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια κυρίως εναντίον άοπλων πολιτών και ανταρτών. Οι παράπλευρες απώλειες είναι αναπόφευκτες, όπως αναπόφευκτες είναι και οι αμφιβολίες για την ικανότητα του Ισραήλ να αντιμετωπίσει έναν γνήσιο συμβατικό πόλεμο.
Η δεύτερη μορφή χρήσης της στρατιωτικής ισχύος ήταν για την εφαρμογή του Σιωνιστικού ιδεώδους και συγκεκριμένα για τη διατήρηση του ελέγχου στο μεγαλύτερο μέρος της Παλαιστίνης και την παραμονή σ’ αυτό όσο το δυνατόν λιγότερων Παλαιστινίων προκειμένου να επιβιώσει το Σιωνιστικό σχέδιο. Ξεκίνησε με ένα προσεκτικά προγραμματισμένο σχέδιο εθνοκάθαρσης το 1948, όταν τερματίστηκε η Βρετανική Εντολή. Η Βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε το Φλεβάρη του 1947, μετά από 30 χρόνια διοίκησης, να αφήσει το ζήτημα της Παλαιστίνης στα χέρια του ΟΗΕ ελπίζοντας πραγματικά να απεμπλακεί από μια χώρα που από τη μια μεριά βοήθησε να αναπτυχθεί, αλλά από την άλλη την κατέστρεψε με την φιλο-σιωνιστική και αντι-παλαιστινιακή πολιτική της. Μετά από τη δοκιμασία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, την υποχώρηση της Βρετανικής ισχύος στον κόσμο, μια καταστροφική οικονομική κρίση και την απώλεια ανθρώπων, το Λονδίνο είχε ήδη υποφέρει αρκετά. [iii]
Η Παλαιστινιακή πολιτική ελίτ και οι γειτονικές Αραβικές χώρες ήλπιζαν πως ο ΟΗΕ θα μελετούσε επισταμένα το ζήτημα της μειονότητας των αποίκων που ζούσαν ανάμεσα σε μια γηγενή πλειοψηφία και θα αργούσε να πάρει αποφάσεις, αλλά έκαναν λάθος. Γρήγορα ο ΟΗΕ αποφάσισε να παραχωρήσει στη μειονότητα των αποίκων περισσότερη από τη μισή χώρα. Ο κόσμος αναζητούσε μια γρήγορη διέξοδο από το Ολοκαύτωμα, πίεζε τους Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν τη μισή πατρίδα τους κι αυτό έμοιαζε με ένα λογικό τίμημα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Παλαιστινιακή ηγεσία και ο Αραβικός Σύνδεσμος απέρριψαν δημοσίως το σχέδιο του ΟΗΕ που εκφράστηκε με το ψήφισμα της Γενικής του Συνέλευσης τον Νοέμβρη του 1947 και πρόσφερε στους Παλαιστίνιους μόνο 45% της πατρίδας τους. Η Σιωνιστική ηγεσία αν και δυσαρεστημένη που πήρε μόνο 55% των εδαφών, εν τούτοις συνειδητοποίησε πως το ψήφισμα αυτό ήταν ιστορικό και αποτελούσε μια διεθνή αναγνώριση του δικαιώματος της να διώξει τους Παλαιστίνιους από την πατρίδα τους. Ο ΟΗΕ εξαιτίας της Σιωνιστικής αποδοχής και της Παλαιστινιακής απόρριψης του ψηφίσματος, εγκωμίασε τους πρώτους, επέπληξε τους δεύτερους και αγνόησε το γεγονός πως οι Εβραϊκές δυνάμεις άρχισαν να διώχνουν βίαια τους Παλαιστίνιους από την πατρίδα τους.
Τον Φλεβάρη του 1948, μέσα σε έναν χρόνο από την απόφαση των Βρετανών να αποχωρήσουν από την Παλαιστίνη, η Σιωνιστική ηγεσία ξεκίνησε την εθνοκάθαρση. Τρεις μήνες αργότερα, όταν έφυγαν οι Βρετανοί, εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιων ήταν ήδη πρόσφυγες και πίεζαν τον Αραβικό κόσμο να αναλάβει δράση, πράγμα που έκανε στις 15 Μάη του 1948. Αλλά ο περιορισμένος αριθμός στρατευμάτων που έστειλαν οι Αραβικές χώρες στην Παλαιστίνη ήταν αναντίστοιχος με τις αποτελεσματικές Εβραϊκές δυνάμεις που υπερίσχυσαν. Η εθνοκάθαρση συνεχίστηκε και στο τέλος σχεδόν ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιοι (ο μισός του συνολικού πληθυσμού) είχαν μετατραπεί σε πρόσφυγες και τα μισά χωριά και πόλεις της χώρας είχαν εξαφανιστεί. Οι Εβραϊκές δυνάμεις τα είχαν σβήσει από το χάρτη. [iv]
Η χρήση βίας ως μέσο για τον έλεγχο του εδάφους και τον περιορισμό του Παλαιστινιακού πληθυσμού συνεχίστηκε και μετά το 1948. Το 1956 είχαμε τη σφαγή των Παλαιστίνιων χωρικών –τμήμα της μικρής πλέον Παλαιστινιακής μειονότητας– που είχαν επιβιώσει από την εθνοκάθαρση του 1948 και ήταν πλέον Ισραηλινοί πολίτες. Κάθε τόσο, αλλά όχι πάρα πολύ συχνά, η μειονότητα διαμαρτύρονταν ενάντια στην κατοχή και την καταπίεση και αντιμετώπιζε την ισχυρή πυγμή του Ισραηλινού στρατού και των αστυνομικών αρχών. Βία χρησιμοποιήθηκε επίσης, και σ’ αυτή την περίπτωση συχνά, στις περιοχές που το Ισραήλ κατέλαβε το 1967, δηλαδή τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας.
Κάθε φορά που οι Παλαιστίνιοι διαμαρτυρήθηκαν και αγωνίστηκαν ενάντια στην κατοχή, ο Ισραηλινός στρατός τους αντιμετώπισε με όλη τη δύναμη πυρός του. Τανκς, αεροπορία, πολεμικό ναυτικό και όλο το υπόλοιπο οπλοστάσιο του Ισραήλ χρησιμοποιήθηκαν ενάντια σε αστικές και αγροτικές περιοχές της πυκνοκατοικημένης Δ. Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας σκορπώντας τον όλεθρο και την καταστροφή. Το ίδιο έγινε και κατά τη διάρκεια των δύο ολοκαυτωμάτων στον Λίβανο, το 1982 και το 2006, για την καταστροφή αστικών και αγροτικών περιοχών.
Αξίζει να αναφερθούν ειδικά τρεις περιπτώσεις που φωτίζουν τη θηριωδία της χρήσης των στρατιωτικών εξοπλισμών για την εξυπηρέτηση μιας αποικιακής ιδεολογίας του προηγούμενου αιώνα. Τον Οκτώβρη του 2000 ένας εξουδετερωμένος Ισραηλινός στρατός που μόλις είχε αναγκαστεί από τη Χεζμπολάχ να αποσυρθεί από τον Νότιο Λίβανο, απάντησε με το σύνολο του υπερσύγχρονου στρατού του στην προσπάθεια των Παλαιστινίων να αντισταθούν στην κατοχή. Για πρώτη φορά αεροσκάφη F-16 και ισχυρά άρματα μάχης Merkava, χρησιμοποιήθηκαν σε αστικές περιοχές προκειμένου να καταστείλουν την εξέγερση. [v] Η ίδια αυτή στρατιωτική ισχύς, αλλά με περισσότερες παράπλευρες καταστροφές και με την προσθήκη βομβών διασποράς, χρησιμοποιήθηκε στον Λίβανο το 2006 μετά την απαγωγή δύο Ισραηλινών στρατιωτών από τη Χεζμπολάχ. Η –γνωστή σε όλους– τρίτη περίπτωση αφορά τους πειραματισμούς του Ισραηλινού στρατού με τα πιο εξελιγμένα θανατηφόρα όπλα, όπως οι βόμβες φωσφόρου και τα βλήματα fibber glass, που χρησιμοποιήθηκαν για να καταστείλουν την ανυπότακτη Λωρίδα της Γάζας που υποφέρει κάτω από το ζυγό του αποκλεισμού και της πείνας για περισσότερα από οκτώ χρόνια.
Αν στο θανάσιμο οπλοστάσιο του Ισραήλ προστεθεί ο στρατιωτικός εξοπλισμός των Αράβων γειτόνων του που εμπλέκονται σε μια τρελή κούρσα εξοπλισμών, κούρσα που αρχικά τροφοδοτούνταν από τον Ψυχρό Πόλεμο και στη συνέχεια από την παγκόσμια πολεμική βιομηχανία, γίνεται προφανές πως οποιοδήποτε βήμα προς τον αφοπλισμό των ανθρώπων από την ιδεολογική τάση να χρησιμοποιούν τη βία, θα μπορούσε να συμβάλει στην ειρήνη και τη συμφιλίωση. Επιπλέον, πρέπει να παρθεί υπόψη το ότι το Ισραήλ έχει διαθέσιμη την επιλογή των πυρηνικών όπλων που δεν την έχει χρησιμοποιήσει (αν και υπάρχουν αναφορές χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων σε διάφορες περιπτώσεις). Η ατομική βόμβα θεωρείται στο Ισραήλ ένα όπλο για την «ημέρα της κρίσης» που θα χρησιμοποιηθεί μόνο στην περίπτωση μιας επικείμενης ήττας του Εβραϊκού κράτους. Νοιώθω όμως πως αυτό δεν αποτελεί πλέον το κύριο σενάριο στα πλαίσια της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ και του κράτους. Στις τάξεις τους θεωρείται ως ο κύριος παράγοντας που ενισχύει το μύθο του αήττητου Ισραήλ. Ως εκ τούτου, η απέλπιδα προσπάθεια των αραβικών καθεστώτων, όπως της Συρίας και της Αιγύπτου, αλλά και άλλων στη Μέση Ανατολή όπως το Ιράν, να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, οδηγούν σε μια συνεχώς αυξανόμενη καταστροφική ικανότητα που μπορεί να πραγματωθεί οποιαδήποτε στιγμή.
Όπως έχουμε ήδη υποστηρίξει, όλοι αυτοί οι εξοπλισμοί και η συχνή χρήση τους είναι κυρίως – όχι αποκλειστικά – απότοκο ενός ιδεολογικού συστήματος. Το αξίωμα αυτού του συστήματος είναι ότι η αποικιοποίηση ενός μέρους του Αραβικού κόσμου ήταν ένα υπαρξιακό αναπόφευκτο για τον Εβραϊκό λαό, που μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την οικοδόμηση μιας τρομακτικής στρατιωτικής δύναμης ώστε να αποκτηθεί ο πλήρης έλεγχος των εδαφών και η μείωση στο ελάχιστο του γηγενούς πληθυσμού. Η συσσώρευση όπλων και η συχνή χρήση τους δεν απειλεί μόνο τους Παλαιστίνιους, αλλά εμποδίζει και τους Εβραίους του Ισραήλ να ζήσουν μια κανονική ζωή και αποτελεί απειλή για τη σταθερότητα στην περιοχή και πιθανόν και πέρα από αυτήν. Αν και ο αφοπλισμός, υπό την κυριολεκτική έννοια, είναι ίσως ένα όνειρο που θα μπορούσε να μετατραπεί σε εφιάλτη αν αφοπλιστεί μόνο η μιά πλευρά, εντούτοις η διάδοση της ιδεολογίας του αφοπλισμού είναι εφικτή και φιλειρηνική.
Διαδώστε και Αφοπλίστε
Tη δεκαετία του 1980, ισραηλινοί διανοούμενοι, ακαδημαϊκοί, θεατρικοί συγγραφείς, μουσικοί, δημοσιογράφοι και εκπαιδευτικοί είδαν με άλλη ματιά τη Σιωνιστική ιδεολογία, και μερικοί άρχισαν να μην την θεωρούν πια δεδομένη. Η κριτική τους για το Σιωνισμό ποίκιλε στην ένταση και τη δριμύτητά της, αλλά, ελλείψει ενός καλύτερου όρου, βαφτίστηκε στο σύνολό της μετα-Σιωνισμός και όχι αντι-Σιωνισμός. Εν γένει, η αντίληψή τους για τον Σιωνισμό ήταν πολύ διαφορετική από την αντίληψη της μεγάλης πλειοψηφίας των Εβραίων στο Ισραήλ: γι’ αυτούς ο Σιωνισμός ήταν και παρέμενε ένα αποικιακό κίνημα, κατάγγελλαν την στρατιωτικοποιημένη κοινωνία και την χαρακτήριζαν σχεδόν ως σύστημα απαρτχάιντ. Η μετα-Σιωνιστική αυτή κριτική εισήχθη για κάποιο διάστημα στη δημόσια σφαίρα και επηρέασε, αν και με έναν πολύ περιορισμένο τρόπο, τα εκπαιδευτικά προγράμματα σπουδών, κάποια τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και το γενικό τρόπο συνδιαλλαγής του ζητήματος. Η νέα αυτή σκέψη κράτησε δέκα περίπου χρόνια, ως τη δεκαετία του 1990. Κατόπιν ήρθε η δεύτερη Ιντιφάντα, ο ξεσηκωμός, και η τάση για ευρύτητα αντιλήψεων υποχώρησε και σχεδόν ολοκληρωτικά εξαφανίστηκε. [vi].
Στην αρχή του 21ου αιώνα η Εβραϊκή κοινωνία στο Ισραήλ έχει κλείσει την πόρτα που μισάνοιξε τη δεκαετία του ’90. Σήμερα, έχει γίνει ακόμα πιο αδιάλλακτη και οι ιδεολογικές της πεποιθήσεις είναι ακόμα πιο άκαμπτες. Ως εκ τούτου, όλοι οι παράγοντες που προαναφέραμε σχετικά με τη στρατιωτικοποίηση και τους εξοπλισμούς είναι ακόμα σημαντικοί. Είναι όμως αυτή η επίδειξη μιας σκληρής ιδεολογικά κοινωνίας που μπορεί να στεγάσει το σπόρο της μελλοντικής αλλαγής. Η ιδεολογική πραγματικότητα, και οι στρατιωτικές επιπτώσεις της, δείχνουν να μην υπάρχει ελπίδα αλλαγής από τα μέσα στο κοντινό μέλλον. Χωρίς αυτή την αλλαγή, η παραγωγή όπλων, η θανατηφόρα χρήση τους και η θανάσιμες συνέπειές τους θα συνεχίζονται αμείωτες. Άρα είναι επείγον να αναζητήσουμε εναλλακτικούς τρόπους για την αλλαγή του κοινού νου και του πολιτικού συστήματος, συνειδητοποιώντας πως μια αλλαγή από τα μέσα είναι αυτή τη στιγμή αδύνατη.
Παρά τον ένα και παραπάνω αιώνα διώξεων και τα σαράντα χρόνια κατοχής, το Παλαιστινιακό εθνικό κίνημα και οι ακτιβιστές αναζήτησαν την κατάλληλη απάντηση στις καταστροφικές πολιτικές που εφαρμόζονται εναντίον τους. Τα έχουν δοκιμάσει όλα –ένοπλο αγώνα, ανταρτοπόλεμο, τρομοκρατία και διπλωματία– χωρίς αποτέλεσμα. Κι όμως δεν εγκαταλείπουν και προτείνουν τώρα μια μη-βίαιη στρατηγική, αυτή του μποϊκοτάζ, των κυρώσεων και της απόσυρσης των επενδύσεων (BDS).
Με αυτά τα μέσα θέλουν να πείσουν τις Δυτικές κυβερνήσεις να σώσουν όχι μόνο τους Παλαιστίνιους, αλλά κατά έναν ειρωνικό τρόπο και τους Εβραίους του Ισραήλ από ένα επικείμενο λουτρό αίματος. Από τη στρατηγική αυτή ξεπήδησε η έκκληση για το ακαδημαϊκό μποϊκοτάζ του Ισραήλ. Η απαίτηση αυτή εκφράζεται από κάθε πλευρά της Παλαιστίνης: από την κοινωνία των πολιτών που βρίσκονται υπό κατοχή και από τους Παλαιστίνιους του Ισραήλ. Υποστηρίζεται από τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες και καθοδηγείται από μέλη των κοινοτήτων των εξόριστων Παλαιστίνιων.
Το κίνημα BDS έχει γίνει μια ισχυρή επιλογή λόγω μιας θεμελιώδους στροφής της κοινής γνώμης στη Δύση. Και πράγματι εάν υπάρχει κάτι νέο στην ατέλειωτη τραγωδία της Παλαιστίνης, αυτό είναι η σαφής μετατόπιση της Δυτικής κοινής γνώμης. Η Βρετανία είναι μια τέτοια περίπτωση. Θυμάμαι πως όταν βρέθηκα εκεί το 1980 η υποστήριξη του Παλαιστινιακού σκοπού ήταν περιορισμένη στην Αριστερά και σε ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι και ιδεολογικό της ρεύμα. Το τραύμα του Ολοκαυτώματος και τα σύνδρομα ενοχής, τα στρατιωτικά και οικονομικά συμφέροντα και η παρουσίαση του Ισραήλ ως η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή, όλα έπαιζαν ρόλο στην παροχή ασυλίας στο κράτος του Ισραήλ. Πολλοί λίγοι κινητοποιούνταν ενάντια στην εκδίωξη του μισού ντόπιου Παλαιστινιακού πληθυσμού, την καταστροφή των μισών από τα χωριά και τις πόλεις της Παλαιστίνης, τις διακρίσεις ενάντια στην μειονότητα αυτών που ζουν μέσα στα όρια του Ισραήλ μέσω ενός συστήματος απαρτχάιντ, και τη διαίρεσης σε απομονωμένους θύλακες δυόμισι εκατομμυρίων Παλαιστινίων με μια σκληρή και καταπιεστική στρατιωτική κατοχή.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά φαίνεται πως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η έκταση της εθνοκάθαρσης του 1948 είναι ευρέως γνωστή, τα βάσανα των ανθρώπων στα κατεχόμενα εδάφη έχουν καταγραφεί και περιγραφτεί ακόμα κι από τον πρόεδρο των ΗΠΑ ως αφόρητα και απάνθρωπα. Με έναν παρόμοιο τρόπο, η καταστροφή και η μείωση του Αραβικού πληθυσμού της Ιερουσαλήμ, διαπιστώνεται καθημερινά και η ρατσιστική φύση των πολιτικών ενάντια στους Παλαιστίνιους του Ισραήλ συχνά επιπλήττονται και καταδικάζονται. Η πραγματικότητα, σήμερα το 2009, περιγράφεται από τον ΟΗΕ ως «ανθρωπιστική καταστροφή». Τα ευσυνείδητα κομμάτια της Βρετανικής κοινωνίας γνωρίζουν πολύ καλά ποιος προκάλεσε την καταστροφή αυτή. Δεν τη συσχετίζουν πια με αόριστες περιστάσεις, δεν αναφέρονται σ’ αυτήν με τον όρο «η σύγκρουση», αλλά την αντιμετωπίζουν σαφώς ως αποτέλεσμα των διαχρονικών Ισραηλινών πολιτικών. Όταν ο αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου ρωτήθηκε για την αντίδρασή του σε όσα είχε δει στα κατεχόμενα εδάφη, σημείωσε με λύπη πως η κατάσταση είναι χειρότερη και από το απαρτχάιντ. Αυτός πρέπει να γνωρίζει καλύτερα.
Η ποιοτική αυτή αλλαγή στην κοινή γνώμη και τη διάθεση είναι ορατή και σε άλλες Δυτικές χώρες. Μια παρόμοια στάση είχε επικρατήσει και απέναντι στο Απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής. Η κατάσταση τότε εκεί και η κατάσταση σήμερα στην Παλαιστίνη ωθούν τον κόσμο, είτε ως μονάδες είτε στα πλαίσια οργανώσεων, να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους ενάντια στην συνεχιζόμενη κατοχή, την αποικιοποίηση, την εθνοκάθαρση και τον λιμό που έχει επιβληθεί στην Παλαιστίνη. Αναζητούν τρόπους διαμαρτυρίας και μερικοί ελπίζουν ακόμα και να πείσουν τις κυβερνήσεις τους να αλλάξουν την πολιτική της αδιαφορίας και της απραξίας, απέναντι στη συνεχιζόμενη καταστροφή της Παλαιστίνης και των Παλαιστινίων. Πολλοί ανάμεσά τους είναι Εβραίοι, εντούτοις, σύμφωνα με τη λογική της Σιωνιστικής ιδεολογίας, οι παραπάνω αγριότητες διαπράττονται στο όνομά τους, και κάμποσοι μεταξύ τους είναι βετεράνοι παλιότερων πολιτικών αγώνων για παρόμοιους σκοπούς. Δεν περιορίζονται δε σε ένα μόνο πολιτικό κόμμα και προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Μέχρι τώρα η Βρετανική κυβέρνηση, όπως και άλλες Δυτικές κυβερνήσεις σιωπά. Το ίδιο απαθής έμεινε και όταν το κίνημα ενάντια στο απαρτχάιντ στη Βρετανία απαίτησε από την κυβέρνηση να επιβάλει κυρώσεις στη Νότια Αφρική. Πέρασαν αρκετές δεκαετίες ώστε ο από τα κάτω ακτιβισμός να επηρεάσει την πολιτική κορυφή. Χρειάζεται ακόμα περισσότερος χρόνος για την περίπτωση της Παλαιστίνης: οι ενοχές για το Ολοκαύτωμα, η διαστρεβλωμένη αφήγηση της ιστορίας και η σύγχρονη διαστρέβλωση που παρουσιάζει το Ισραήλ ως δημοκρατία που αναζητά την ειρήνη και τους Παλαιστίνιους ως αιώνιους ισλαμιστές τρομοκράτες, εμποδίζουν το ρεύμα της λαϊκής δύναμης. Ένα ρεύμα που έχει αρχίσει να βρίσκει το δρόμο του και κάνει αισθητή την παρουσία του, παρά τη συνεχή δαιμονοποίηση του Ισλάμ και των Αράβων και παρά τις κατηγορίες ότι οποιαδήποτε κριτική στο Ισραήλ αποτελεί αντισημιτισμό. Το ένα συνδικάτο μετά το άλλο, η μια επαγγελματική ομάδα μετά την άλλη, όλα τον τελευταίο καιρό στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Φτάνει πια! Και το κάνουν στο όνομα της ανθρωπιάς, της ηθικής και της βασικής πολιτικής υποχρέωσης να μην παραμένουν αδρανείς απέναντι στις αγριότητες που το Ισραήλ εξακολουθεί να διαπράττει εις βάρος του Παλαιστινιακού λαού.
Το κύρος του κινήματος BDS αποτελεί ένα πρώτο βήμα, ένα έναυσμα για μια διαδικασία αφοπλισμού του Ισραήλ από την θανατηφόρα ιδεολογία του και τα πραγματικά υλικά του όπλα. Το μποϊκοτάζ και η εξωτερική πίεση δεν έχουν ποτέ δοκιμαστεί στην περίπτωση του Ισραήλ, ενός κράτους που θέλει να ανήκει στον πολιτισμένο δημοκρατικό κόσμο. Αυτό είναι το status που απολαμβάνει το Ισραήλ από την εποχή της ίδρυσής του το 1948 και, μ’ αυτό τον τρόπο έχει αποκρούσει τα πολλά καταδικαστικά για τις πολιτικές του ψηφίσματα του ΟΗΕ, και ακόμα περισσότερο έχει καταφέρει να κερδίσει μια προνομιακή θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η υποστήριξη της Δύσης καθρεφτίζεται στην σημαντική θέση του ακαδημαϊκού κόσμου του Ισραήλ στην παγκόσμια μορφωτική κοινότητα. Προστατευμένος από αυτή την ιδιαίτερη υποστήριξη του ακαδημαϊκού κόσμου και άλλων πολιτιστικών φορέων, ο Ισραηλινός στρατός και οι υπηρεσίες ασφαλείας μπορούν να συνεχίσουν, και θα το κάνουν, την κατεδάφιση σπιτιών, την εκδίωξη οικογενειών, την κακομεταχείριση πολιτών και τη δολοφονία παιδιών και γυναικών σχεδόν σε καθημερινή βάση, χωρίς να καλούνται σε απολογία, χωρίς να δίνουν λογαριασμό περιφερειακά ή παγκόσμια για τα εγκλήματά τους.
Η στρατιωτική και οικονομική στήριξη είναι σημαντική καθώς διευκολύνει το Εβραϊκό κράτος να συνεχίσει τις πολιτικές του. Οποιαδήποτε μείωση της βοήθειας αυτής είναι ευπρόσδεκτη στον τον αγώνα για ειρήνη και δικαιοσύνη στη Μ. Ανατολή. Όμως είναι η πολιτιστική εικόνα που απολαμβάνει το Ισραήλ αυτή που τρέφει την πολιτική απόφαση της Δύσης να υποστηρίζει άνευ όρων την καταστροφή της Παλαιστίνης και του λαού της. Ένα μήνυμα που θα κατευθυνθεί συγκεκριμένα ενάντια σε όσους επίσημα αντιπροσωπεύουν τον Ισραηλινό πολιτισμό (που στην εμπροσθοφυλακή του βρίσκονται τα κρατικά ακαδημαϊκά ιδρύματα που είναι ιδιαίτερα υπεύθυνα για τη στήριξη της καταπίεσης από το 1948 και της κατοχής από το 1967), μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας πετυχημένης καμπάνιας για τον αφοπλισμό του Ισραήλ από τους ιδεολογικούς καταναγκασμούς του (με τον ίδιο τρόπο που παρόμοιες δράσεις ενεργοποίησαν παλιότερα το κίνημα ενάντια στο απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής).
Η εξωτερική πίεση είναι αποτελεσματική απέναντι σε ένα κράτος του οποίου ο λαός θέλει να υπολογίζεται ως κομμάτι του πολιτισμένου κόσμου αλλά η κυβέρνησή του – με την απερίφραστη ή υπονοούμενη βοήθειά του λαού – ακολουθεί πολιτικές που παραβιάζουν κάθε ανθρώπινο και πολιτικό δικαίωμα. Ούτε ο ΟΗΕ, ούτε οι ΗΠΑ ή οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κοινωνίες δεν έχουν διαμηνύσει στο Ισραήλ πως οι πολιτικές αυτές είναι απαράδεκτες και πρέπει να εγκαταλειφθούν. Εξαρτάται από τις κοινωνίες των πολιτών να σταλεί ένα μήνυμα στους Ισραηλινούς ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και σε κάθε άλλο κοινωνικό παράγοντα, πως οι πολιτικές αυτές έχουν τίμημα. Υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια πως η κοινωνία των πολιτών, και ιδιαίτερα οι επαγγελματικές ενώσεις, είναι πρόθυμες να εντείνουν την πίεσή τους. Τα επιτεύγματα τους συμβολικά νομιμοποιούν την απαίτηση για αφοπλισμό του Ισραήλ από τις πρακτικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις του.
Εντούτοις, η πίεση δεν αρκεί αν αυτό που θέλουμε είναι μια αποτελεσματική διάλυση της ιδεολογίας που γεννά τους εξοπλισμούς. Πρέπει να συμπληρωθεί από μια διαδικασία επανεκπαίδευσης στο ίδιο το Ισραήλ, παρόλο που όπως είπαμε και στην αρχή του άρθρου, οι πιθανότητες μιας αλλαγής από το εσωτερικό είναι πολύ αμυδρές. Η πίεση από το εξωτερικό απαιτείται επειδή πρέπει επειγόντως να αποτραπεί η συνεχιζόμενη καταστροφή της Παλαιστίνης και του λαού της. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια διάλυσης του ιδεολογικού οπλοστασίου μέσω της εκπαίδευσης και τη διάδοσης και κατανόησης της εναλλακτικής γνώσης. Αυτά τα δύο είναι πραγματικά συνδεδεμένα. Εκείνοι οι πολύ λίγοι και γενναίοι που κοπιάζουν στο Ισραήλ για να επανεκπαιδεύσουν την κοινωνία τους από μια φιλειρηνική, ανθρωπιστική και μη-Σιωνιστική οπτική, ενισχύονται από εκείνους που πιέζουν το κράτος να ενεργεί σύμφωνα με αυτές της γραμμές και να αφήσει πίσω του τις παλιές συνήθειες της επιθετικότητας και του μιλιταρισμού.
Θα ήθελα να αναφερθώ από αυτή την άποψη μια συγκεκριμένη ομάδα, την ομάδα «New Profile» [vii]. Η ομάδα αυτή προσπαθεί να διαδώσει στις τάξεις των νεώτερων Ισραηλινών την ιδέα του φιλειρηνισμού. Είναι αυτοί που ενημερώνουν τους νεαρούς νεοσύλλεκτους ότι ακόμα και σύμφωνα με τον Ισραηλινό νόμο επιτρέπεται να δηλώσουν αντιρρησίες συνείδησης όταν καλούνται να καταταγούν στον Ισραηλινό στρατό για λόγους φιλειρηνικούς. Δημιουργούν εκπαιδευτικό υλικό για να αντιμετωπίσουν το μιλιταριστικό εκπαιδευτικό σύστημα και συμμετέχουν σε συζητήσεις σχετικά με το ζήτημα. Οι δράσεις τους είναι τόσο αποτελεσματικές που οι Ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας τους έχουν χαρακτηρίσει απειλή για την εθνική ασφάλεια. Το καθαρό και απλό μήνυμά τους – η ιερότητα της ζωής, η βλακεία του πολέμου και του μιλιταρισμού δεν έχει συνδεθεί ακόμα με μια ωριμότερη πολιτική αποδόμηση της πραγματικότητας στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, αλλά θα φτάσει ως εκεί κάποια μέρα και μπορεί να παίξει το ρόλο ενός ισχυρού μετασχηματιστικού παράγοντα. Ίσως επειδή είναι τόσο γνήσιο είναι και αποτελεσματικό.
Οι Παλαιστίνιοι, φυσικά αποτελούν κι αυτοί έναν παράγοντα. Η πολιτική της μη-βίας έχει λιγότερο άμεση επίδραση στην ανακούφιση της πραγματικότητας της κατοχής, αλλά έχει μακροπρόθεσμα κέρδη. Σ’ αυτή όμως τη φάση κανείς δεν μπορεί να παρέμβει στις υποθέσεις ενός απελευθερωτικού κινήματος που σπαράσσεται από διαφορετικά οράματα και στοιχειώνεται από πολλά χρόνια ήττας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να ζητηθεί η Παλαιστινιακή συμβολή σε ένα μετα-συγκρουσιακό όραμα ελεύθερο από τάσεις ανταπόδοσης και εκδίκησης. Ένα μη-στρατιωτικοποιημένο όραμα τόσο για τους Εβραίους όσο και για τους Άραβες, εάν περάσει από τη σφαίρα της ουτοπίας σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο, μαζί με την εξωτερική πίεση και την παιδεία στο εσωτερικό, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στον ιδεολογικό αφοπλισμό του κράτους του Ισραήλ.
Τέλος έναν κρίσιμο ρόλο καλούνται να παίξουν οι Εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο, και ειδικότερα αυτές στη Δύση. Η ηθική και υλική υποστήριξή τους προς το Ισραήλ, υποδηλώνει την επικύρωση της ιδεολογίας που βρίσκεται πίσω από το Ισραηλινό κράτος. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν δυναμώσει οι φωνές των μη-Σιωνιστών Εβραίων κάτω από το γενικό σύνθημα «όχι στο όνομά μου». Το κύριο όπλο που χρησιμοποιεί το επίσημο Ισραήλ ενάντια στις εξωτερικές πιέσεις, ή την οποιαδήποτε κριτική, είναι η κατηγορία του αντισημιτισμού. Η παρουσία Εβραϊκών φωνών στην έκκληση για ειρήνη και συμφιλίωση τονίζει τον παράλογο τρόπο με τον οποίο το κράτος του Ισραήλ προσπαθεί να δικαιολογήσει τα εγκλήματα που διαπράττει εις βάρος των Παλαιστινίων στο όνομα των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν στην Ευρώπη ενάντια στους Εβραίους.
Επίλογος
Σ’ αυτό το άρθρο, παρουσιάσαμε το σχέδιο αφοπλισμού του Ισραήλ ως ένα σχέδιο ιδεολογικού αφοπλισμού. Ενός αφοπλισμού που ξεκινά με την προσπάθεια να ενδιαφερθεί ο κόσμος για την πραγματικότητα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, να μάθει την ιστορία του Σιωνιστικού προγράμματος, να καταλάβει το λόγο ύπαρξής του και τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό του στον γηγενή πληθυσμό της Παλαιστίνης. Ευελπιστούμε, πως η γνώση αυτή της ιστορίας θα συνδέσει την παράφορη βία που κυριαρχεί στην περιοχή με τις ιστορικές ρίζες και το ιδεολογικό υπόβαθρο του Σιωνισμού όπως αναπτύχθηκε στη διάρκεια του χρόνου.
Η αναγνώριση του ρόλου της ιδεολογίας στην επιβολή της οικοδόμησης ενός φρουρίου με έναν από τους πιο τρομερούς στρατούς στον κόσμο, και μιας από τις πιο ευημερούσες βιομηχανίες όπλων, επιτρέπει στους ακτιβιστές να θέσουν χειροπιαστούς στόχους στον αγώνα τους για ειρήνη και συμφιλίωση στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, και στον γενικότερο αγώνα για παγκόσμιο αφοπλισμό.
Μια αποδοτική διαδικασία ιδεολογικού αφοπλισμού πρέπει να αποφύγει τις περιττές δαιμονοποιήσεις, πρέπει να κάνει ξεκάθαρες διακρίσεις μεταξύ πολιτικών συστημάτων και λαών, πρέπει να αντιλαμβάνεται με σαφήνεια πως διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα, πως γίνεται η διαχείριση της πληροφορίας, πως τα εκπαιδευτικά συστήματα και άλλα μέσα κοινωνικοποίησης μπορούν να εμποτιστούν με ιδέες και πως οι κυβερνήσεις διαστρεβλώνουν και δαιμονοποιούν κατά το δοκούν.
Αυτή είναι στην ουσία μια στρατηγική ενεργοποίησης και δράσης που θα ξεκινούσε έναν πολύ κοπιαστικό διάλογο με ένα κράτος και μια κοινωνία που επιθυμούν να ανήκουν στον «πολιτισμένο» κόσμο, ενώ παραμένουν ρατσιστικές και κυριαρχικές. Μια κοινωνία που δεν θέλει, ή δεν μπορεί, να δει ότι η ιδεολογική της φύση και οι πολιτικές της την κατατάσσουν στην ομάδα των σκληρών κρατών αυτού του κόσμου. Όσα διδάσκουν οι ακαδημαϊκοί στη Δύση για το Ισραήλ και όσα αναφέρουν οι δημοσιογράφοι, όσα σκέφτονται οι ευσυνείδητοι άνθρωποι και όσα τελικά θα αποφασίσουν να κάνουν οι πολιτικοί, είναι το κλειδί για την αλλαγή της πραγματικότητας στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Αυτή η μελαγχολική πραγματικότητα έχει αντίκτυπο όχι μόνο στην ειρήνη στη Μέση Ανατολή αλλά και συνολικά στον κόσμο. Δεν είναι όμως μια χαμένη υπόθεση, και τώρα είναι ο καιρός να δράσουμε.
___________________________________________________________________
[i] Uri Ben Eliezer, The Making of Israeli Militarism, Bloomington: Indiana University Press, 1998.
[ii] Henry Rosenfeld and Shulamit Karmi, ‘The Emergence of Militaristic Nationalism in Israel', International Journal of Politics, Culture and Society, 3:1 (Fall 1989), pp. 30-45.
[iii] Ilan Pappe, Britain and the Arab-Israeli Conflict, 1948-1951, London: MacMillan, 1988.
[iv] Ilan Pappe, The Ethnic Cleansing of Palestine, Oxford: Oneworld Publications, 2006.
[v] Raviv Druker and Offer Shelach, Boomerang, Tel-Aviv: Keter, 2005.
[vi] Ilan Pappe, ‘The Post-Zionist Discourse in Israel', Holy Land Studies, 1:1 (2002), pp. 3-20.
[vii] Η ιστοσελίδα τους είναι www.newprofile.org