Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2002

Tikva Honig-Parnass: Τί βρίσκεται πίσω από την επίθεση του Ισραήλ;

(Προηγούμενο: David Finkel: Ξεπερνώντας τα όρια - Η Παλαιστίνη και το Ισραήλ μετά την Τζενίν)

Η Tikva Honig-Parnass συμμετέχει στην έκδοση του περιοδικούBetween the Lines (Ανάμεσα στις γραμμές - www.between-lines.org)που εκδίδεται στην Ιερουσαλήμ. Τη συνέντευξη πήρε ο Daniel Bergerτων γερμανικώνπεριοδικώνInprekorr καιAvanti (μηνιαία εφημερίδα της γερμανικής τεταρτοδιεθνιστικής σοσιαλιστικής οργάνωσης RSB).

Ε: Ποιος είναι ο στόχος της σημερινής στρατιωτικής επίθεσης στους Παλαιστίνιους; Η βάρβαρη στρατιωτική επίθεση του ισραηλινού στρατού εναντίον των Παλαιστινίων με το όνομα «Επιχείρηση Προστατευτικό Τείχος» -ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ισραηλινών εξωραϊσμών στο ύφος του «1984» του Όργουελ-σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας φάσης στη μακροχρόνια διαδικασία, που αποσκοπεί στη συντριβή του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, που προσωποποιείται από τους μαχητές και μαχήτριες της Ιντιφάντα, και στην εξαφάνιση της ύπαρξης του παλαιστινιακού πληθυσμού από την Παλαιστίνη. Ο στρατηγικός στόχος του εβραϊκού-σιωνιστικού κράτους συμπίπτει με τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και έγκειται στην εξουδετέρωση κάθε ανεξάρτητης εθνικιστικής κυβέρνησης και των πολιτικών κινημάτων στη Μέση Ανατολή και, γενικά, στον Τρίτο Κόσμο, τα οποία θα μπορούσαν να εμποδίσουν τα σχέδια της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης στην ευρύτερη περιοχή. Το σύμφωνο του Όσλο του 1993, που η κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος ως εκπρόσωπος της ισραηλινής αστικής τάξης προετοίμασε και υπέγραψε, ήταν μια προσπάθεια οι στόχοι αυτοί του Ισραήλ και των ΗΠΑ να επιβληθούν. Αλλά η ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση σηματοδοτεί, επίσης, το τέλος της διαδικασίας που ξεκίνησε στο Όσλο. Το σχέδιο «Μπαντουστάν»στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) υπό τον Γιασέρ Αραφάτ θα κατάφερνε να πνίξει κάθε αντιπολίτευση ενάντια στο σχέδιο αυτό. Έτσι στόχος ήταν να εξαλειφθεί το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα και να επιτευχθεί η «κουρδοποίηση»του Παλαιστινιακού, όπως είπε ο Azmi Bishara. Αυτή η υπόθεση αποδείχτηκε μέχρι στιγμής λάθος.

Η Ιντιφάντα ξέσπασε ακριβώς γιατί οι Παλαιστίνιοι αρνούνται να αποδεχθούν το ρόλο που προβλεπόταν γι‘ αυτούς με το Όσλο και τις ταπεινωτικές προτάσεις του Κλίντον στο Καμπ Ντέιβιντ και στην Τάμπα. Δείχνει το ξύπνημα των δυνάμεων του εθνικού λαϊκού κινήματος που στα 7 χρόνια μετά το Όσλο, φαινομενικά, κοιμόταν. Σ‘ αυτήν την περίοδο όλα τα - από το 1967-κατεχόμενα εδάφη γέμισαν με εποικισμούς και παρακαμπτήριους δρόμους που αποτελούν κεντρική προϋπόθεση για την επιβολή του μελλοντικού διαμελισμένου κράτους τύπου Μπαντουστάν. Αλλά η Ιντιφάντα που υποστηρίζεται από όλες τις παλαιστινιακές οργανώσεις συμπεριλαμβανομένης και της Φατάχ και σχεδόν όλον τον πληθυσμό, σημαδεύει μια απόδραση από το πλαίσιο του Όσλο και την προσπάθεια να αναπτυχθεί μια εναλλακτική λύση στις «ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις», που είχαν χρησιμεύσει σαν πρόσχημα της ισραηλινής κατοχής. Όλος ο πληθυσμός με τους δημοφιλείς αρχηγούς του, που μεγάλωσαν στην ίδια τη χώρα και αγωνίστηκαν ενάντια στην κατοχή, επέστρεψε στο δρόμο της αντίστασης. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα μια κριτική στάση απέναντι στην αστική και γραφειοκρατική ηγεσία, που είχε επιστρέψει από την Τύνιδα, και απέναντι στην αυταρχική κυβέρνηση που είχε εγκαθιδρυθεί υπό την κυριαρχία της.

Η κυβέρνηση Σαρόν θέλει πάση θυσία να καταστρέψει αυτόν τον απελευθερωτικό αγώνα. Ο υποτιθέμενος στόχος της «συντριβής της τρομοκρατικής υποδομής» δεν έχει τίποτα να κάνει με τη συστηματικά σχεδιασμένη καταστροφή της πιο ταπεινής υποδομής που χρειάζεται για την καθημερινή ζωή, όπως τα υπουργεία και οι θεσμοί της ΠΑ, δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία, κέντρα ηλεκτροδότησης, υδραγωγεία και τα σπίτια του άμαχου πληθυσμού. Το Ισραήλ στην πραγματικότητα κήρυξε πόλεμο στους Παλαιστινίους ως πολιτική και εθνική οντότητα και αποφάσισε να βάλει τέρμα τόσο στον Αραφάτ, που αποτελεί σύμβολο του εθνικού αγώνα, όσο και στην ΠΑ που αποτελεί προϊόν του συμφώνου του Όσλο.

Ο Σαρόν αρνήθηκε να ακολουθήσει την έκκληση του Μπους να σταματήσει αμέσως την επιχείρηση και να υποχωρήσει εκεί όπου τα ισραηλινά στρατεύματα ήταν πριν από την «Επιχείρηση Προστατευτικό Τείχος». Φαίνεται πως και η προσπάθεια του αμερικανού υπουργού εξωτερικών Πάουελ να πετύχει μια εκεχειρία είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και θα αφήσει χρόνο στο Σαρόν να «ολοκληρώσει την επιχείρηση», ώσπου αυτός θα έχει συντρίψει την «υποδομή της τρομοκρατίας». Αυτό σημαίνει ότι το Ισραήλ εντός των ορίων που οι ΗΠΑ θέτουν στην πολιτική του, έχει σχετικά μεγάλο περιθώριο να επιλέξει τους τρόπους να επιβάλει τους κοινούς στρατηγικούς στόχους και των δύο κρατών.

Τώρα, στην εποχή μετά το Όσλο, το Ισραήλ επιστρέφει σε μια νέα μορφή άμεσης αποικιακής κυριαρχίας. Αυτή τη φορά όμως το Ισραήλ προσπαθεί αρκετά έξυπνα να «αναλάβει στη ζώνη Α΄ μόνο την ευθύνη για την ασφάλεια», αφού οι ζώνες Β΄ και Γ΄ που περιλαμβάνουν το 82% της Δυτικής Όχθης ήδη βρίσκονται υπό τον ισραηλινό έλεγχο ασφαλείας. Έτσι αφήνει στους Παλαιστινίους-προφανώς υπό τους ασφυκτικούς όρους που τους επιβάλλονται από το Ισραήλ- την ευθύνη για την εξασφάλιση των καθημερινών αναγκών, όπως ο φημισμένος σχολιαστής της εφημερίδας Χάαρετς, ο Ακίβα Ελυτάρ, γράφει στις 11-4. Όπως ο Σαρόν τονίζει, αυτή η κατάσταση θα διαρκέσει μέχρι να βρεθεί μια «εναλλακτική παλαιστινιακή ηγεσία με συναίσθηση ευθύνης», που προφανώς θα έχει αναδειχθεί μόνο, όταν το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα θα έχει εξολοθρευθεί. Το άνοιγμα της κυβέρνησης Σαρόν προς το ακροδεξιό Εθνικό θρησκευτικό Κόμμα με πρόεδρο τον φανατικό Εφί Εϊτάμ, ο οποίος υποστηρίζει ανοιχτά τη «μετακίνηση», και στο Δαυίδ Λεβί μαζί με την επικείμενη επαναπροσχώρηση του ακροδεξιού Αβιγκντόρ Λίμπερμαν αποσκοπεί στην εξασφάλιση της πλειοψηφίας για την επίτευξη του σχεδίου «επανακατάκτησης» (των εδαφών της δυτικής όχθης, σ.τ.μ.) ανεξάρτητα από το Εργατικό Κόμμα του Πέρες.

Ε: Η ισραηλινή κυβέρνηση θα καταφέρει να συλλάβει ή να σκοτώσει όλους τους παλαιστίνιους αγωνιστές; Ο στόχος του Ισραήλ, με τη σκληρότατη επίθεση στον άμαχο πληθυσμό και την υποδομή, δεν είναι, απλώς, να πιάσει τους υποτιθέμενους «τρομοκράτες», που ο ισραηλινός στρατός μπορεί να αναγνωρίσει μέσω μιας λίστας ονομάτων. Όπως οι ίδιοι οι ισραηλινοί τονίζουν, βάζουν στο στόχαστρο την «υποδομή της τρομοκρατίας», που είναι ένας πολύ ασαφής όρος, αφού περιλαμβάνει τόσο πολιτικούς αρχηγούς, όσο και στρατιωτικούς, όπως ο Μαρβάν Μπαργκούτι της Φατάχ (που λίγες μέρες μετά αυτήν τη συνέντευξη συνελήφθη) και ο Αχμέτ Σα’αντάτ, γενικός γραμματέας του PFLP (Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης), ο οποίος αυτές τις μέρες βρίσκεται κρυμμένος στο πολιορκημένο αρχηγείο του Γιασέρ Αραφάτ. Τα ισραηλινά ΜΜΕ προσπαθούν για παράδειγμα, όταν αναφέρουν σκοτωμένους Παλαιστινίους, κάτι που συμβαίνει πολύ σπάνια, να τονίζουν ότι αυτοί ήταν «ένοπλοι», σαν να δικαιολογεί η συμμετοχή αμάχων στην άμυνα ενός στρατοπέδου ή ενός συνοικισμού τους το χαρακτηρισμό τους ως «τρομοκράτες».

Φυσικά ήταν ένας από τους στόχους της στρατιωτικής επίθεσης να πιαστούν τα «πιο καταζητούμενα» άτομα. Σύμφωνα με την επίσημη ισραηλινή ενημέρωση, ανάμεσα στους εκατοντάδες σκοτωμένους των πρώτων δύο εβδομάδων της εισβολής και τους 4χιλιάδες συλληφθέντες - από τους οποίους χίλιοι αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι στιγμής - βρέθηκαν 300 καταζητούμενοι. Αλλά, ούτε οι επιτυχίες στις συλλήψεις αυτών των μαχητών μπορούν να σταματήσουν την αντίσταση συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των επιθέσεων αυτοκτονίας, όπως οι δύο τελευταίες επιθέσεις αυτοκτονίας σε Χάιφα και Ιερουσαλήμ και οι ένοπλες επιθέσεις σε εποίκους και στρατιώτες έδειξαν. Έγιναν ενόσω η ισραηλινή στρατιωτική επίθεση, ακόμη, διεξάγεται. Ένας ανώτατος στρατιωτικός εκτιμά ότι η «υποδομή της τρομοκρατίας μπορεί να ανοικοδομηθεί σε 4 μήνες». Όπως ισραηλινοί σχολιαστές τονίζουν, έτσι μπορεί να προβλεφθεί ότι ο στρατός προσεχώς θα επιστρέψει στις παλαιστινιακές πόλεις και σ‘ όλη τη ζώνη Α΄ για να εξαπολύσει μια ακόμη πιο δολοφονική επίθεση απ‘ ό,τι σήμερα. Θα μπορούσε να προσφέρει στο Σαρόν την ευκαιρία να καταφέρει το «μεγάλο χτύπημα» στους Παλαιστινίους, που θα έβαζε φωτιά και στο Βορά και θα έδινε στο Ισραήλ το πρόσχημα να τελειώσει για τα καλά με το πρόβλημα των Παλαιστινίων.

Ε: Υποθέτω ότι μακροπρόθεσμα η ισραηλινή κυβέρνηση θέλει να αυξήσει την πίεση στον παλαιστινιακό λαό για να εγκαταλείψει τη χώρα. Αυτό είναι που προσπαθεί η κυβέρνηση να κάνει, δηλαδή να πραγματοποιήσει την πολιτική της μετακίνησης δίχως να το πει ανοιχτά; Όλες οι ισραηλινές κυβερνήσεις τόσο του «Λικούντ», όσο και του Εργατικού Κόμματος, ακολούθησαν την πολιτική να κάνουν τη ζωή στους Παλαιστινίους τόσο αφόρητη ώστε ή να εγκαταλείψουν τον αγώνα ή να φύγουν από τη χώρα. Ωστόσο ο Σαρόν ποτέ δεν προανήγγειλε δημόσια το σχέδιό του να χρησιμοποιήσει τα θυελλώδη περιστατικά ενός επικείμενου, προετοιμασμένου «μεγάλου χτυπήματος», για να διώξει τους Παλαιστινίους μαζικά. Μέχρι πριν από δύο χρόνια η ρητή κλήση για «μετακίνηση» εθεωρείτο μια «βάρβαρη» ιδέα που ήταν δεκτή μόνο σε περιθωριακούς, θρησκόληπτους κύκλους. Αυτό έχει αλλάξει σήμερα. Η ενωμένη κυβέρνηση των Σαρόν και Πέρες αποδέχτηκε το κόμμα της «μετακίνησης», Μολεντέτ, στην κυβέρνηση, ο πρόεδρος του οποίου, ο Γκάντι, είχε σκοτωθεί από τη στρατιωτική οργάνωση του PFLP. Ούτε η πρόσφατα αποφασισμένη συμμετοχή στην κυβέρνηση του εφέδρου αξιωματικού Εφί Εϊτάμ, ο οποίος καλεί για τη «μετακίνηση» των Παλαιστινίων, και η προσχώρησή του στο «επιτελείο ασφαλείας» είναι λόγος για το Εργατικό Κόμμα να αποχωρήσει απ‘ αυτήν την ακροδεξιά κυβέρνηση.

Η μετακίνηση των Παλαιστινίων έχει γίνει ακόμη και θεμιτό θέμα συζήτησης στα ισραηλινά ΜΜΕ και σε διάφορους ακαδημαϊκούς κύκλους και κέντρα έρευνας. Αυτά τα σχέδια προβλέπουν μέχρι και την απέλαση των παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ, που η εθνική τους ταυτότητα και αλληλεγγύη με το απελευθερωτικό αγώνα των αδερφών τους αναπτύχθηκαν γρήγορα. Συντελέστηκε ακόμη και μια πλήρης αλλαγή στη σχέση ανάμεσα στην παλαιστινιακή μειονότητα και το εβραϊκό-σιωνιστικό κράτος όσον αφορά τις απαιτήσεις της. Η μειονότητα επηρεάζεται από το κίνημα της Εθνικοδημοκρατικής συμμαχίας (Tamaju) και δεν αρκείται πια να απαιτήσει ίσα πολιτικά δικαιώματα στο κράτος αλλά διεκδικεί την αναγνώριση των συλλογικών της δικαιωμάτων της ως εθνική παλαιστινιακή μειονότητα.

Αυτή η απαίτηση αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση για την αντίληψη που επικρατεί στο Ισραήλ για το «εβραϊκό κράτος» και σχεδόν όλος ο εβραϊκός πληθυσμός δέχεται ως ουσία του σιωνισμού. Ακόμη και ανάμεσα στις δυνάμεις που αποκαλούνται«Αριστερά» υπάρχουν υποστηρικτές αυτής της αντίληψης, οι οποίοι ταυτίζονται μ‘ αυτήν την ιδέα. Η κυρίαρχη ερμηνεία του ορισμού του «εβραϊκού κράτους» συνίσταται σε μια αριθμητική πλειοψηφία Εβραίων που θεωρείται ως αναγκαία προϋπόθεση της διατήρησης της «εβραϊκής ταυτότητας» του Ισραήλ. Υποτίθεται ότι η έλλειψη αναγνώρισης αυτής της ταυτότητας απειλεί όλο τον εβραϊκό λαό. Αυτή η ερμηνεία οδηγεί τους υποστηρικτές της, συμπεριλαμβανομένων αυτών της σιωνιστικής Αριστεράς, που πραγματικά πιστεύουν σε μια «λύση των δύο κρατών», αναγκαστικά στην υποστήριξη μιας πολιτικής που θέλει να καταπολεμήσει με διάφορα κατασταλτικά μέτρα το «δημογραφικό κίνδυνο» μιας παλαιστινιακής πλειοψηφίας. Ο στόχος είναι οι Παλαιστίνιοι να παρακινηθούν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ακόμη και «αναπόφευκτες» εθνικές εκκαθαρίσεις δεν αποκλείονται, όπως τα τελευταία άρθρα του «φιλειρηνιστή ακτιβιστή» και συγγραφέα, Άμος Οζ και του ιστορικού Μπένυ Μόρρις δείχνουν.

Ε: Ποιοι είναι οι δυνητικοί σύμμαχοι μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής που θα μπορούσε να προσφέρει μια πραγματική εναλλακτική λύση; Υπάρχουν πολιτικά κινήματα ή οργανώσεις που θα μπορούσαν να πεισθούν για μια άλλη προοπτική; Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις στον εβραϊκό πληθυσμό του Ισραήλ που θα μπορούσαν να αγωνιστούν ενάντια στα ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Όλα τα εβραϊκά πολιτικά κόμματα αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της αστικής τάξης των«ασκεναζίμ» (των Εβραίων ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής, σ.τ.μ.), που η κυριαρχία τους μέχρι σήμερα ποτέ δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά. Δεν είναι μόνο ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της Δεξιάς και τη λεγόμενη Αριστερά, αλλά ακριβώς το Εργατικό Κόμμα, που είναι υπεύθυνο για την πολιτική του Όσλο, είναι η πολιτική μήτρα της. Η σιωνιστική ιδεολογία που βασίζεται στην κεντρική ιδέα του εβραϊκού κράτους αποδείχθηκε το αποτελεσματικό εργαλείο για να δέσει τον εβραϊκό πληθυσμό, μαζί και την εργατική τάξη, στο ουσιαστικά αποικιακό σχέδιο του σιωνισμού.

Η ισραηλινή εργατική τάξη είναι διασπασμένη σε διαφορετικές ομάδες. Οι εβραίοι «μιζραχίμ» (οι «ανατολικοί»,σ.τ.μ.), που μαζί με τους παλαιστινίους πολίτες του Ισραήλ αποτελούν την πλειοψηφία των απλών στρωμάτων του προλεταριάτου, δεν έχουν ανεξάρτητη οργάνωση που θα μπορούσε να αγωνιστεί ενάντια στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική τους καταπίεση. Αφού στο παρελθόν ήταν δεμένοι με το Εργατικό Κόμμα τώρα η πολιτική Δεξιά υπό την ηγεσία του λεγόμενου «κόμματος των μισραχίμ» του Σα είναι κυρίαρχη ανάμεσα σ‘ αυτά τα στρώματα. Ολόκληρη η εργατική τάξη, τόσο η εβραϊκή, όσο και η παλαιστινιακή, δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε καν σε συνδικάτα που θα αντιπροσώπευαν τα στοιχειώδη δικαιώματά τους ως εργατών και εργατριών. Το άλλοτε ισχυρό Χίστραντουντ, που παραδοσιακά υπηρέτησε τις ανάγκες του σιωνισμού σε συνεργασία με το εβραϊκό κεφάλαιο, υποτάχθηκε τώρα εξ ολοκλήρου στα συμφέροντα της «Μεγάλης Επιτροπής» που ισοδυναμεί σε μεγάλο βαθμό με την ελίτ των «ασκεναζίμ» της οργανωμένης εργατικής τάξης.

Αυτό που στο Ισραήλ αποκαλείται κατά λάθος «Αριστερά»,αφορά μόνο αυτό το μέρος του εβραϊκού πληθυσμού, που επιδιώκει μια πολιτική λύση της «παλαιστινιακο-ισραηλινής σύγκρουσης» με ορισμένες «παραχωρήσεις», όπως η «υποχώρηση στα σύνορα του 1967» και η δημιουργία ενός «παλαιστινιακού κράτους». Εδώ υπάρχουν διαφορετικές ιδέες για το τι θα πρέπει να συμβεί με τους εποικισμούς και σε πιο βαθμό το Ισραήλ πρέπει να κρατήσει έμμεσα τον έλεγχο των παλαιστινιακών εδαφών. Οι περισσότεροι απ‘ αυτούς υποστηρίζουν ολόψυχα το σύμφωνο του Όσλο, παραβλέποντας ότι αυτό ήταν όμοιο με μια λύση τύπου «Μπαντουστάν». Ακόμη και τα πιο «ριζοσπαστικά» μέρη του, που αποτέλεσαν μια μειοψηφία στο στρατόπεδο ειρήνης, δεν έκαναν τον κόπο να εξετάσουν το σύμφωνο του Όσλο ακριβέστερα. Αυτή η μειοψηφία είναι της γνώμης ότι το Όσλο απέτυχε γιατί το Ισραήλ δεν ήταν πρόθυμο να εκπληρώσει ούτε τις συμφωνίες ούτε τη «βασική ιδέα» του Όσλο.

Το στρατόπεδο ειρήνης αποτελείται στην πλειοψηφία του από μέλη σιωνιστικών μεσαίων στρωμάτων που ο αγώνας τους για το «τέλος της κατοχής» και για την εγκαθίδρυση του παλαιστινιακού κράτους - αν και υπάρχουν πολλές διαφορετικές ιδέες για αυτό - συνήθως είναι εντελώς αποκομμένος από τη γενική κατάσταση. Η αντίληψή τους δεν είναι συνδεδεμένη με μια ευρύτερη αντιιμπεριαλιστική προοπτική και δεν έχει συνειδητοποιηθεί ότι το Ισραήλ πρέπει να καταπολεμηθεί σαν κράτος-πελάτης των ΗΠΑ στην περιοχή όπως και οι ΗΠΑ σαν κύριοι υποστηρικτές της ισραηλινής κατοχής. Αυτοί οι «αριστεροί» δεν αντιτίθενται ούτε στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση ούτε στη νεοφιλελεύθερη ισραηλινή οικονομική πολιτική.

Η αντισιωνιστική, σοσιαλιστική ανάλυση επικεντρώθηκε για πολύ καιρό υπερβολικά στα κυρίαρχα συνθήματα, τις «επίσημες» αξίες και την ιδεολογία του ισραηλινού στρατοπέδου ειρήνης ως βάση της εξήγησης της πολιτικής της στάσης. Τα συμπεράσματά της στηρίχθηκαν αποκλειστικά σ‘ αυτούς τους κύκλους. Πολύ συχνά ξεχάσαμε να ενσωματώσουμε στην ανάλυση μας τη θεμελιώδη μαρξιστική θέση για τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του γεγονότος ότι αυτοί οι κύκλοι ανήκουν στην κυρίαρχη αστική τάξη των ασκεναζίμ και του συμφέροντός τους αυτή η ηγεμονία να διατηρηθεί με τη μορφή του «εβραϊκού κράτους» και ενός καθεστώτος τύπου «Μπαντουστάν» που να κυβερνήσει όλη την ιστορική Παλαιστίνη. Οι ταξικοί δεσμοί τους τους καθιστούν ανίκανους να δώσουν το δημοκρατικό αγώνα επί τόπου. Αυτός είναι απαραίτητος όρος για να επιβληθούν τα εθνικά δικαιώματα των Παλαιστινίων. Αν σταματήσουμε να θεωρούμε τη συνείδησή τους και τα διακηρυγμένα κίνητρά τους ως μόνη εξήγηση της πολιτικής τους συμπεριφοράς, θα αντιληφθούμε εξάλλου ότι η ευρωπαϊκή καταγωγή τους και οι ταξικοί δεσμοί τους τους κάνουν να είναι κερδοσκόποι των διαφόρων εκδοχών των μέχρι τώρα προτεινόμενων λύσεων τύπου Μπαντουστάν και αποτελούν παράγοντες αποφασιστικής σημασίας για το ποιους συμμάχους αναζητούν ανάμεσα στους Παλαιστινίους.

Έτσι και η πιο ριζοσπαστική πτέρυγα του ισραηλινού στρατόπεδου ειρήνης αισθάνθηκε μέχρι τη σημερινή εισβολή περισσότερο υποχρεωμένη στη γραφειοκρατική ηγεσία της ΠΑ που αποτελείται στην πλειοψηφία της από άτομα που επέστρεψαν με τον Αραφάτ από την εξορία της Τύνιδας και δεν έχει στενές σχέσεις με τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού στα προσφυγικά στρατόπεδα και τα χωριά ή με τους φοιτητές/-ριες και τους εργάτες/-ριες που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αντίστασης. Το ισραηλινό στρατόπεδο ειρήνης αγνόησε την ανάδειξη τοπικών ηγετικών μορφών που αντιπροσωπεύουν το ανανεωμένο πνεύμα του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος το οποίο ενσαρκώνει την ελπίδα του κοινωνικού και πολιτικού μετασχηματισμού του διεφθαρμένου αυταρχικού καθεστώτος που εγκαταστάθηκε κάτω από την ηγεσία της ΠΑ.

Ε: Ποιο ρόλο παίζουν οι Παλαιστίνιοι με ισραηλινή υπηκοότητα; Ποια θέση έχουν στον αγώνα για μια εναλλακτική λύση; Οι ισραηλινοί Παλαιστίνιοι καταπιέζονται τόσο από εθνική, όσο και ταξική άποψη και στόχος είναι να μείνουν αποκλεισμένοι από το «ειρηνευτικό μέρισμα», δηλαδή τα κέρδη της εποχής της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης της «Νέας Μέσης Ανατολής». Έχουν εξελιχθεί στη μοναδική, πραγματικά δημοκρατική δύναμη του πολιτικού σκηνικού του Ισραήλ που μπορεί να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο το σιωνιστικό κράτος. Υπό την επιρροή της Εθνικοδημοκρατικής Συνέλευσης, όπου προεδρεύει ο βουλευτής της Κνεσσέτ, Αζμί Μπισχάρα, ανέπτυξαν παραπέρα την παραδοσιακή απαίτηση για «ίσα πολιτικά δικαιώματα» μέχρι τα «συλλογικά δικαιώματα ως εθνική μειονότητα».

Αυτή η απαίτηση υπονομεύει τα θεμέλια του εβραϊκού κράτους όπως δήλωσε ο πρώην πρωθυπουργός Μπάρακ σε μια καυτή δημόσια συζήτηση, όταν η αστυνομία σκότωσε σε μια μαχητική διαδήλωση 13 παλαιστινίους πολίτες του Ισραήλ. Ο Μπάρακ είπε: «Ως εβραϊκό κράτος μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ατομική ισότητα των Αράβων που δε διακινδυνεύει το εβραϊκο-σιωνιστικό κράτος. Απεναντίας το εβραϊκό κράτος δεν μπορεί να αποδεχθεί τη διεκδίκηση του ‘‘κράτους όλων των πολιτών του’’ ως μακροπρόθεσμο στόχο, δηλαδή μια άλλη συλλογική ταυτότητα όπως μερικοί εξτρεμιστές θέλουν.»

Η ενδυνάμωση της εθνικής συνείδησης των Παλαιστινίων στα σύνορα του 1948 και η αυξανόμενη αλληλεγγύη με την αντίσταση των αδερφιών τους στα από το 1967 κατεχόμενα εδάφη μπορεί να γίνει πραγματική απειλή για το εβραϊκό κράτος που είναι η ενσάρκωση του σιωνιστικού κινήματος. Το παλαιστινιακό ζήτημα έχει για δεκαετίες οριστεί μόνο με όρους κατεχομένων από το 1967εδαφών (συμπεριλαμβανομένης και της πλειοψηφίας της ισραηλινής αριστεράς), που όπως λέγεται, μπορεί να λυθεί μόνο από τη δημιουργία των δύο κρατών. Η κατάσταση διάσπασης και ο αποκλεισμός των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ έγιναν αποδεκτά σαν κάτι το αυτονόητο. Το ότι δεν είναι έτσι, το έδειξαν το μποϋκοτάρισμα των περασμένων εκλογών και η στάση τους τους τελευταίους 18 μήνες μετά το ξέσπασμα της δεύτερης Ιντιφάντα. Εξάλλου και η άποψη που ήταν κιόλας η βάση του σχεδίου μοιράσματος του ΟΗΕ στο 1947, δηλαδή ότι το παλαιστινιακό εθνικό κίνημα θα μπορούσε να συντριβεί γρήγορα, αποδείχτηκε λάθος. Πάνω από 50 χρόνια μετά την κήρυξη του κράτους του Ισραήλ, ο ιμπεριαλισμός και σιωνισμός πάλι ανησυχούν ότι μια ανεξέλεγκτη εξέγερση του ενωμένου παλαιστινιακού πληθυσμού στο Ισραήλ και τα κατεχόμενα του 1967 θα μπορούσε να παρασύρει τις καταπιεσμένες μάζες των αραβικών χωρών σ‘ όλη τη Μέση Ανατολή.

Η αιτία για τον πόλεμο, που το ισραηλινό κατεστημένο τώρα εξαπέλυσε κατά της παλαιστινιακής ηγεσίας και των παλαιστινίων πολιτών μέσα στο Ισραήλ που αποκαλούνται «ωρολογιακή βόμβα», βασίζεται σ‘ αυτή τη λανθασμένη υπόθεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Παλαιστίνιοι άνοιξαν μέσα στο Ισραήλ ένα δεύτερο μέτωπο ενάντια στη σιωνιστική επιβολή ενός καθεστώτος «απαρτχάιντ» σ‘ ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη, το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί το ίδιο σημαντικό όσο και ο αγώνας στα κατεχόμενα.

Έτσι βγάζω το συμπέρασμα ότι όλοι/-ες οι αγωνιστές/-ριες απ‘ τον εβραϊκό πληθυσμό με αντισιωνιστικό, διεθνιστικό και σοσιαλιστικό προσανατολισμό πρέπει να υποστηρίξουν αυτό το αυξανόμενο αυθεντικό εθνικιστικό ρεύμα ανάμεσα στους Παλαιστινίους του Ισραήλ. Τα μέλη του, είναι αλήθεια, δεν αντιπροσωπεύουν ούτε μια ταξική πολιτική, ούτε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα για μια μελλοντική Παλαιστίνη. Αλλά ο εθνικισμός τους οφείλει να αξιολογηθεί με το μοναδικό κριτήριο των πραγματικών διεθνιστών/-ριών, δηλαδή με το εάν ένα εθνικό κίνημα είναι προοδευτικό ή όχι και εάν αμφισβητεί τον ιμπεριαλισμό - κάτι που στο Ισραήλ ισοδυναμεί με τον αγώνα ενάντια στο σιωνιστικό σχέδιο. Ο Aijaz Ahmed γράφει στο βιβλίο του Lineagesof the Present (στη σελ.300): «Έτσι πολλά χρόνια ήμουν πολύ συγκρατημένος απέναντι στο εθνικισμό, αφού πολλοί εθνικιστές μου φαίνονται τουλάχιστον σωβινιστές, αν όχι εντελώς φασίστες. Αλλά η κενή απαξίωση για όλους τους εθνικισμούς τείνει να ξεγλιστράει από το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Νομίζω ότι αυτοί που αγωνίζονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορούν έτσι απλά να υπερβούν τον εθνικισμό τους.»

Οι καθημερινοί αγώνες που διεξάγουν οι Παλαιστίνιοι στο Ισραήλ κατά της εβραϊκής- σιωνιστικής φύσης του κράτους παράλληλα με τον αγώνα των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα από το 1967 εδάφη για ελευθερία είναι την ίδια ώρα ένας αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ στην περιοχή. Επομένως με το να ενωθούμε μαζί τους και ταυτόχρονα να αποδεχτούμε τον ηγετικό τους ρόλο στο καθορισμό της «ημερησίας διάταξης» των εβραϊκών ριζοσπαστικών κύκλων είναι το πιο προοδευτικό, δημοκρατικό καθήκον με το οποίο μπορούν να έρθουν αντιμέτωποι οι διεθνιστές.

(Συνέχεια: Θέσεις πάνω στην παγκοσμιοποίηση και την Παλαιστινιακή Αντίσταση»