Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

40 χρόνια από τον πόλεμο του 1967: Ο νικητής, ο ηττημένος και η χαμένη ειρήνη

του Nassar Ibrahim, Πηγή: http://www.alternativenews.org 14 Ιούνη 2007

Σαράντα χρόνια πριν, ήμουν δεκατεσσάρων ετών. Υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας του πολέμου, της ήττας και της συνεχιζόμενης τραγωδίας του παλαιστινιακού λαού που διαρκεί μέχρι και σήμερα. Ήμουν μάρτυρας των γκρεμισμένων ονείρων των Παλαιστινίων, όταν στοιχημάτισαν στα αραβικά καθεστώτα για να ξανακερδίσουν την γη τους, την πατρίδα τους και τα δικαιώματα τους. Οι Παλαιστίνιοι αντιμετώπισαν μια νέα Νάκμπα (καταστροφή), όχι μικρότερη σε μέγεθος από την πρώτη. Στα εκατομμύρια των προσφύγων από την πρώτη Νάκμπα, προστέθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες παραπάνω εξόριστοι. Από τότε, έχει χαραχτεί στο μυαλό μου η εικόνα από σμήνη προσφύγων να κατευθύνονται ανατολικά, προς ένα άγνωστο πεπρωμένο και μέλλον, χωρίς ασφάλεια.

Η ήττα του 1967 ήταν ένα δυνατό ταρακούνημα για τις συνειδήσεις των Παλαιστινίων και οι δονήσεις του συνεχίζουν να αντηχούν μέσα στην παράλογη κατοχή που ακόμα ζουν. Σήμερα γιορτάζουμε την 40η επέτειο του πολέμου και τις πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και ψυχολογικές συνέπειες του. Τι εικόνα σχηματίζουμε; Πως ο νικητής αντιμετωπίζει την νίκη του; Και πως ο ηττημένος κατανοεί και αντιμετωπίζει την ήττα του; Ποια μοίρα μας περιμένει όλους στο τέλος, χαμένους και νικητές;

Πέρα από την πρώτη ανάγνωση των συνεπειών αυτού του πολέμου, πολιτικές και στρατιωτικές, τα πράγματα περιπλέκονται όταν πρέπει να διερευνηθούν οι επιπτώσεις του πολέμου στην συλλογική συνείδηση όλων των πλευρών. Οι πολιτικές και οι επιλογές που αναδείχθηκαν από τις αντιλήψεις που δημιουργήθηκαν σε ένα τέτοιο περιβάλλον, έχουν ακόμα τρομερή επιρροή.

Κανένας Άραβας ή Παλαιστίνιος δεν θα ξεχάσει ποτέ τις βαθιές πληγές που προκλήθηκαν στην κοσμοθεωρία του και στην αξιοπρέπεια του. Ούτε πρόκειται να ξεχάσουν πως το στοίχημα υπέρ των ανίκανων αραβικών καθεστώτων, ήταν τελικά λάθος. Αυτή ήταν η αρχή για την αυτογνωσία των Παλαιστινίων. Οι Παλαιστίνιοι άρχισαν να συνειδητοποιούν την βαρύτητα της κατάστασης τους και τις πραγματικές προθέσεις του σιωνιστικού κινήματος. Οι Σιωνιστές επικεντρώθηκαν στο να σβήσουν τελείως από τον χάρτη τον παλαιστινιακό λαό, γι’ αυτό και διακήρυτταν συνέχεια το ψευδές « μια γη χωρίς λαό για έναν λαό χωρίς γη».

Μετά τον Πόλεμο του Ιουνίου το 1967, το σιωνιστικό-ιμπεριαλιστικό σχέδιο άλλαξε επίπεδο και μετά την ίδρυση και την εδραίωση της ύπαρξης του, προχώρησε στον πλήρη έλεγχο και την κυριαρχία. Αυτή η οπτική έχει δύο πλευρές: την συνειδητοποίηση από τους Παλαιστίνιους της τραγωδίας και του εαυτού τους και την αναβάθμιση του σιωνιστικού προγράμματος στο επίπεδο της κυριαρχίας. Αυτή ακριβώς η μετάλλαξη, διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά και τις στρατηγικές της μετέπειτα διαμάχης, στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον πόλεμο.

Είναι αλήθεια πως οι Παλαιστίνιοι υπέφεραν από δύο τρομερές καταστροφές. Την ίδια στιγμή όμως, έχουν επιδείξει μια εκπληκτική ικανότητα στο να απορροφούν αυτές τις καταστροφές και να συνεχίζουν επίμονα να αντιστέκονται μέχρι να πετύχουν. Στο τέλος, οι Παλαιστίνιοι κατάφεραν να επιβάλλουν τους εαυτούς τους σαν μια υπολογίσιμη δύναμη, μια δύναμη που δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς. Οι Παλαιστίνιοι βοηθήθηκαν σε αυτό από τους Άραβες γείτονες, που συνέχιζαν να στηρίζουν τον παλαιστινιακό σκοπό, άσχετα με την ήττα και την ανικανότητα των αραβικών καθεστώτων. Το έβλεπαν σαν σκοπό ολόκληρου του αραβικού έθνους, τουλάχιστον σε πολιτιστικό, ψυχολογικό και διαισθητικό επίπεδο.

Ο παλαιστινιακός λαός κατάφερε να απορροφήσει τα χτυπήματα και μετά να συνεχίσει στην αντίσταση, χτίζοντας ενεργές πολιτικές οργανώσεις και αναπτύσσοντας μια ζωντανή παλαιστινιακή εθνική ταυτότητα. Μέσα από την ιστορία των σύγχρονων εθνικών κινημάτων, οι Παλαιστίνιοι κατάφεραν να διαχειριστούν την διαμάχη με όρους που επιτρέπουν την παρουσία του παλαιστινιακού σκοπού σε όλα τα επίπεδα. Το ταξίδι της αντίστασης μπορεί να ανιχνευτεί μέσα από σημαντικούς σταθμούς, σε όλη την πορεία του: η δυναμική έναρξη του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος μετά τον Πόλεμο του 1967, η αντίσταση στην Ιορδανία, μετά στον Λίβανο, η πρώτη Ιντιφάντα το 1987 και η δεύτερη το 2000. Στο περιεχόμενο του ταξιδιού, το θέμα των προσφύγων και τα βάσανα των Παλαιστινίων παρέμεναν κραυγαλέοι μάρτυρες της συνεχούς αδικίας αποτελούσαν την βάση για ατελείωτα αντιστασιακά κινήματα. Αυτό επέτρεψε στους Παλαιστίνιους να διατηρήσουν την διαρκή παρουσία τους κάτω από την κατοχή, παρόλα τα εμπόδια.

Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι που μένουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς, παρόλα τα χτυπήματα εναντίον τους και την έλλειψη ισορροπίας σε στρατιωτική και οικονομική δύναμη ανάμεσα σε αυτούς και το Ισραήλ, συνεχίζουν να υπάρχουν. Σε αυτά προστίθενται και η απόλυτη στήριξη των ΗΠΑ και της πλειοψηφίας της Ευρώπης προς το Ισραήλ. Υπάρχει ακόμα η αντίσταση και η άρνηση των Παλαιστινίων, έστω και αν αυτό φαίνεται μόνο από την συνεχιζόμενη ύπαρξη τους σαν στρατηγική και από την μόνιμη πρόκληση των ισραηλινών όρων για έλεγχο. Όλα αυτά μας δείχνουν πως οι Παλαιστίνιοι έχουν πετύχει δικαιωματικά, παρ’ όλες τις καταστροφικές ήττες των Αράβων γύρω τους. Οι Παλαιστίνιοι έχουν εμπλέξει το Ισραήλ σε ένα καθεστώς αέναης διαμάχης και αυτό έχει εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για την ύπαρξη και το μέλλον του Ισραήλ, αν όχι σε άμεσο και προσωπικό επίπεδο, σίγουρα σε μακροπρόθεσμο. Το διαρκές μπλέξιμο με τα αραβικά περίχωρα, η δημογραφική σύνθεση, η ανάμειξη της οικονομίας και της δημογραφίας τους με τους Παλαιστίνιους, εγείρουν αυτές τις ερωτήσεις.

Παρόλα αυτά, η εμπειρία του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος μας δείχνει πως η αντίδραση και η αλληλεπίδραση στις ήττες και τα λάθη, δεν ωφέλησαν το κίνημα που δεν διδάσκονταν από αυτά. Η κοινωνική δομή της Παλαιστίνης ήταν σε θέση να απορροφήσει και να καταλάβει τις ήττες που δέχτηκε εξαιτίας της αδυναμίας των Αράβων και της ανικανότητας. Το εθνικό κίνημα δημιουργήθηκε σε απάντηση αυτών και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιμονή και στην ενθάρρυνση. Ωστόσο, οι απαιτήσεις ήταν περισσότερες και πέρα από τα όρια της επιμονής. Η πιο σημαντική ήταν σε πρώτη φάση να διασφαλίσει τις συνθήκες αναζωογόνησης για να πετύχει τους στόχους για ελευθερία και ανεξαρτησία. Αυτό μέχρι στιγμής, δεν το έχει κατορθώσει.

Το πιο επικίνδυνο είναι ότι η κυρίαρχη δύναμη του εθνικού παλαιστινιακού κινήματος έχει αρχίσει να ενσωματώνεται και να υποκύπτει στην λογική και στις απαιτήσεις του νικητή, μέσα από μια σταδιακή και υπολογισμένη διαδικασία. Αυτό φαίνεται μέσα από μια διαρκή, προσεχτική παρατήρηση και συνείδηση και έχει πλήξει την καρδιά των εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού. Έχει πλήξει βαθιά το καθεστώς και την νομιμότητα του και έχει οδηγήσει το εθνικιστικό κίνημα σε κρίση.

Η φτωχή παρουσία της παλαιστινιακής ηγεσίας αποτέλεσε το πλαίσιο για την πολιτική συμπεριφορά και κουλτούρα που έχει κυριαρχήσει στους Παλαιστίνιους στην αναμέτρηση τους με την ήττα. Σαν να ήταν σε αδιέξοδο, ακόμα και αν ερχόταν σε αντίθεση με την έννοια και τις προϋποθέσεις μιας ειρηνικής και δίκαιης λύσης. Αυτό ήταν εμφανές στις αντιδράσεις των Παλαιστινίων και των Αράβων (το Camp David, το Όσλο, το Πρωτόκολλο της Χεβρώνα, η Συμφωνία του Κάιρου, η Οικονομική Συμφωνία των Παρισιών και τέλος ο Οδικός Χάρτης), ακόμα και αν αυτές οι συμφωνίες δεν είχαν καν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που χρειάζονταν ως βάση για τον τερματισμό της κατοχής και την ίδρυση μια δίκαιης και περιεκτικής ειρήνης στην περιοχή.

Η ανικανότητα στις πολιτικές πράξεις της κυρίαρχης παλαιστινιακής πολιτικής ελίτ, την τοποθέτησε σε μια διφορούμενη θέση στην συνείδηση της πλειοψηφίας του λαού. Μετά την ίδρυση της Παλαιστινιακής Αρχής, η ελίτ βρέθηκε να είναι ένα εργαλείο που επέβαλλε τις απαιτήσεις της κατοχής.

Μια διανοητική αναθεώρηση αυτής της συμπεριφοράς δείχνει πως υπάρχει μια επιστροφή στην κουλτούρα της παράδοσης στο staus quo. Μιας και το 99% της λύσης βρίσκεται στα χέρια του Ισραήλ και του συμμάχου του, των ΗΠΑ, τότε οποιαδήποτε ιδέα ή αντίληψη της Αραβικής πολιτικής ελίτ που βρίσκεται έξω από το πλαίσιο αυτής της εξίσωσης, θεωρείται υπερβολική, ουτοπική και παράλογη συμπεριφορά.

Στο μέτρο που αυτή η πολιτική κουλτούρα απομάκρυνε τους Άραβες και τους Παλαιστίνιους από την ικανότητα να ασκήσουν πίεση και να επενδύσουν αποτελεσματικά στην λαϊκή αντίσταση και εναντίωση των Παλαιστινίων, συνέβαλλε επίσης και στο να μεγαλώσει η υπεροψία της άλλης πλευράς. Ενίσχυσε μια αντίληψη και μια συμπεριφορά συγκαταβατικότητας και άρνησης στο να δεχτούν έστω στο ελάχιστο τις θέσεις των ηττημένων. Υπό το πρίσμα αυτό, το Ισραήλ έχει αρνηθεί να αναγνωρίσει την άλλη πλευρά και δουλεύει για να την εξαφανίσει και να εξολοθρεύσει όλα τα δικαιώματα της. Στο τέλος, η μόνη επιλογή των Παλαιστινίων θα είναι η πλήρης παράδοση στις απαιτήσεις του νικητή. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην μελέτη μας γύρω από την πολιτική κουλτούρα που διέπει τις πρακτικές των Ισραηλινών.

Η πραγματικότητα που ακολούθησε την ήττα των Αράβων στον Πόλεμο του Ιουνίου το 1967, δεν χρειαζόταν να ήταν τόσο τραγική όσον αφορά την συνεχιζόμενη διαμάχη και τον περιορισμό κάθε πιθανής πολιτικής λύσης. Ωστόσο, η στρέβλωση στην συνείδηση των Ισραηλινών που προκλήθηκε από την μεγάλη στρατιωτική τους νίκη, προσδιόρισε την μετέπειτα συμπεριφορά και τις στρατηγικές τους.

Η γρήγορη νίκη των Ισραηλινών έναντι των αραβικών κρατών, έθεσε το Ισραήλ σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Ξαφνικά βρέθηκε να βγαίνει από την απομόνωση του, παίζοντας τον ρόλο μιας δύναμης που ελέγχει και προσπαθώντας να σταθεροποιήσει και να επενδύσει στα αποτελέσματα της νίκης του όσο περισσότερο μπορούσε.

Με αυτή την αλληλεπίδραση σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, η ελίτ του Ισραήλ ξεκίνησε από την αρχή, δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει αυτή την νίκη σε βάθος. Αυτό σημαίνει ότι έχασε την ικανότητα να κλείσει μια πετυχημένη συμφωνία με τους ηττημένους γείτονες του, με τέτοιο τρόπο που θα εξασφάλιζε τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες εκείνες για να χτιστούν πραγματικές γέφυρες με την πλειοψηφία των αραβικών περιχώρων. Επιπλέον, έχασε την ικανότητα να βάλει τα θεμέλια για την ύπαρξη του σε αυτή την ευαίσθητη περιοχή. Το Ισραήλ βρέθηκε να επιβαρύνεται με αντιθέσεις που σίγουρα δεν μπορούν να επιλυθούν με μια μεγάλη νίκη ή με στρατιωτικές αντιπαραθέσεις.

Ως εκ τούτου, το Ισραήλ ενίσχυσε μια κουλτούρα αποπροσανατολισμού και αυτό-αντίληψης. Συνεχώς και αυξανόμενα, απομακρύνθηκε από την λογική πολιτική σκέψη και συμπεριφορά. Συνειδητά ή μη, άρχισε να τροφοδοτεί τις δικές του ψευδαισθήσεις και φιλοδοξίες, αποδεσμευμένο από οποιοδήποτε περιορισμό και ξεχνώντας βασικά ιστορικά, γεωγραφικά και δημογραφικά μαθήματα. Μία από τις πιο κοινότυπες έννοιες για παράδειγμα, ήταν «ο ανίκητος ισραηλινός στρατός» και ότι το Ισραήλ μόνο του ήταν πιο δυνατό από όλες τις Αραβικές χώρες μαζί.

Η ελίτ του Ισραήλ παρασύρθηκε πολιτικά και πολιτιστικά μέσα στις ίδιες της τις αυταπάτες και πλέον δεν κυριαρχούσε η λογική. Η βασική ιδεολογία των Ισραηλινών ήταν ότι αυτοί ήταν πέρα από την ιστορία και την πραγματικότητα, ένα είδος «υπέρ-στρατού», «περίπου κράτος», «περίπου κοινωνία». Και όσο το Ισραήλ αντιλαμβάνεται έτσι τον εαυτό του, δεν υπάρχει λόγος να προσέξει τους άλλους γύρω του. Η λογική της δύναμης άρχισε να δημιουργεί μια ιδεολογία δύναμης, μια κουλτούρα δύναμης και μια συνείδηση δύναμης, που ακολουθήθηκαν από την πολιτική δύναμης και τελικά μια ειρήνη που επιβάλλεται από την δύναμη. Γι’ αυτό, δεν είναι περίεργο που από την μία νίκη στην άλλη, το Ισραήλ απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την ειρήνη ή από την αίσθηση ασφάλειας και προστασίας.

Αυτό που ενίσχυσε αυτή την ανισορροπία στις πολιτικές πρακτικές του Ισραήλ ήταν η αποδοχή και η προθυμία του να αναλάβει τον ρόλο ενός εργαλείου που επιβάλλει τις στρατηγικές των ΗΠΑ για την κυριαρχία τους στην περιοχή. Ολόκληρη η ισραηλινή κοινωνία φαίνεται σαν να ήταν μια στρατιωτική ομάδα που εφαρμόζει τις απαιτήσεις και πληρώνει το τίμημα της φιλοδοξίας της Αμερικής για επέκταση και έλεγχο, ακόμα και αν αυτή η φιλοδοξία ήταν σε βάρος της ύπαρξης της ίδιας της ισραηλινής κοινωνίας.

Κατά συνέπεια, το Ισραήλ έπεσε στην παγίδα της ίδιας του της νίκης, γιατί η πιο επικίνδυνη επίπτωση της νίκης –οποιασδήποτε νίκης – είναι η ανικανότητα του νικητή να προβλέψει τα όρια της νίκης του ή της δύναμης του. Αντικειμενικά, οποιαδήποτε νίκη ιστορικά είναι στο τέλος σχετική. Όποιος παραβλέπει αυτή την αλήθεια, στο τέλος χάνει την μισή του νίκη και ως εκ τούτου, την μισή του σοφία. Με την ιστορική και απτή σημασία της, αυτή είναι και η πρώτη ήττα του Ισραήλ. Οποιαδήποτε δύναμη δεν μπορεί να καταλάβει τα όρια της εξουσίας της ή τους τρόπους να την χρησιμοποιήσει με σοφία, είναι πιο επικίνδυνο και ανόητο από την όποια αντίληψη μπορεί να έχει το αδύναμο μέρος για την δύναμη. Το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο του 1948 και τον πόλεμο του 1967. Τι ακολουθεί;

Το Ισραήλ, που είναι μια μικρή χώρα, δεν έχει καταλάβει πως ανεξάρτητα από την δύναμη του, είναι πολύ μικρό για να φάει την λεία του –τους Άραβες και τους Παλαιστίνιους- πολιτικά, πολιτισμικά, ιστορικά ή ψυχολογικά. Όσο η κατάσταση παραμένει ως έχει και όσο τα όρια συνειδητοποίησης της δύναμης, της νίκης και η χρήση τους παραμένουν ένα δυναμικό ζήτημα, τότε τα πράγματα θα οδεύουν πάντα προς την αντιπαράθεση. Όσο αυτή η κουλτούρα δύναμης στραγγίζεται στο μέγιστο σε ποιοτικούς και ποσοτικούς όρους, σε ανθρώπινο δυναμικό και εφ’ όσον οι πηγές μιας χώρας ή μιας κοινωνίας λιγοστεύουν, δεν θα υπάρχει καμία πιθανή πρόοδος, παρά μόνο στην καλύτερη περίπτωση στασιμότητα. Επιπλέον, η αδύναμη ή η ηττημένη πλευρά συνεχίζει να ευαισθητοποιείται ως μια ενστικτώδη αντίδραση για την ήττα και την αίσθηση εξευτελισμού και ψάχνει ακούραστα για ευκαιρίες, προκειμένου να ξανακερδίσει τα δικαιώματα της και να επενδύσει σε όσα έχει. Στο Παλαιστινιακό και Αραβικό ζήτημα, αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται – η σχετική διαφορά ανάμεσα στον νικητή και στον ηττημένο σταδιακά μειώνεται μέχρι να φτάσει σε ένα σημείο ισορροπίας στο οποίο η σύγκρουση μετατρέπεται σε διαπλεκόμενους κύκλους και κύματα, όπου ο νικητής και ο ηττημένος δεν μπορούν πια να διαφοροποιηθούν στην καταστροφή, τον θάνατο, τον τρόμο και την απόγνωση.

Σε αυτό το σημείο, ο ηττημένος και ο νικητής είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Είναι αδύνατο να μιλάμε για ειρήνη, σταθερότητα, ανάπτυξη ή ασφάλεια του νικητή όσο ο χαμένος αντιστέκεται και σηκώνει το ανάστημα του. Οι Παλαιστίνιοι στέκονται για να θυμίζουν την ύπαρξη τους, για να θυμίζουν ότι το αποτέλεσμα της νίκης ή της ήττας, δεν είναι το τελικό πεπρωμένο για κανένα έθνος, πολιτισμό, κουλτούρα ή αυτοκρατορία.

Τώρα, 40 χρόνια μετά την ήττα του 1967, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, όπου είναι δύσκολο να διαφοροποιήσεις ή να σκιαγραφήσεις καθαρά τον νικητή και τον χαμένο και όλα τα πολιτικά κόμματα καίγονται ακόμα στις φλόγες της διαμάχης, που δυναμώνουν συνέχεια.

Το Ισραήλ και οι σύμμαχοι του έχουν αποδείξει το σπάνιο ταλέντο τους να χάνουν τις ευκαιρίες και να επενδύουν στις νίκες τους. Και τώρα έρχονται αντιμέτωποι με την κρίση. Αν το Ισραήλ είχε φερθεί με την λογική του νικητή, που βλέπει και συνειδητοποιεί την αξία της νίκης του με τέτοιο τρόπο που να δημιουργεί μια πλατφόρμα προτάσεων για μια δίκαιη, ηθική πολιτική λύση, οι Άραβες, οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί εδώ και δεκαετίες θα ζούσαν μια διαφορετική πραγματικότητα από αυτή που ζουν σήμερα. Φαίνεται όμως πως η εύκολη νίκη του Ισραήλ, το έκανε να χάσει την ισορροπία του και να αρχίσει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με την λογική μιας πολύ μεγάλης αποικιακής χώρας. Και αυτό συμβαίνει παρά τις περιορισμένες δυνατότητες του και τη μοίρα του, που το έριξε στο μέσο του Αραβικού κόσμου. Σύμφωνα με αυτό, άρχισε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν το πεπρωμένο του Αραβικού κόσμου, της Μέσης Ανατολής και του Παλαιστινιακού λαού. Άρχισε να ψάχνει τρόπους να επιβάλλει τους όρους του και την λογική του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη αυτό που ήδη υπήρχε. Αντί να προσπαθεί να συντηρηθεί σαν μια φυσιολογική και κανονική χώρα στην περιοχή, μια χώρα που σέβεται τον εαυτό της, τα περίχωρα και τους γείτονες της, κυνηγούσε την απόλυτη κυριαρχία. Και αυτό το παρέσυρε σε ένα καθεστώς αντίφασης και τριβής, που δεν μπορούσε να ξεμπερδέψει με τους γύρω του.

Η εμπειρία του Ισραήλ αποτελεί ένα καθαρό παράδειγμα της κουλτούρας της δύναμης που της λείπουν τα βασικά στοιχεία σοφίας –μια κουλτούρα που τροφοδοτεί την συλλογική συνείδηση του νικητή με συγκαταβατικότητα και περιφρόνηση για τον νικημένο. Δημιουργεί εξισώσεις σύμφωνα με το ρατσιστικό και παθητικό ρητό «Αν οι Άραβες και οι Παλαιστίνιοι δεν παραδοθούν σε αυτή την μεγαλειώδη δύναμη, τότε θα γονατίσουν μπροστά στην χρήση ακόμα μεγαλύτερης δύναμης». Έτσι, ο νικητής γίνεται αιχμάλωτος μπροστά στην τυφλή του δύναμη, σε βάρος της σοφίας και της λογικής.

Παρόλα αυτά, τι θα συμβεί αν οι Παλαιστίνιοι δεν υποκύψουν και δεν παραδοθούν, κάτι που έχει αποδειχτεί σε όλη την διάρκεια την διαμάχης;

Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει μόνο μια επιλογή: η συνέχεια αυτού του πολεμικού χορού και της καταστροφής. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, κανένας δεν θα θυμάται ποιος είναι ο νικητής, ούτε καν οι ίδιοι οι νικητές. Και αυτό γιατί η εξίσωση εξουδετέρωσης του άλλου, αφανίζοντας τον και εξευτελίζοντας τον στρατιωτικά, πολιτικά και πολιτισμικά με τέτοιο καταστροφικό τρόπο, θα τους ωθήσει όλους σε έναν κύκλο τρόμου. Στο πλαίσιο αυτής της εξίσωσης τρόμου, δεν υπάρχει χώρος για κανένα πρωτόκολλο εορτασμού για μια νίκη που κάποτε είχε νόημα και αξία, γιατί ο χορός του θανάτου που εξακολουθεί να υπάρχει, δεν αφήνει χρόνο για χαμόγελα.

Για να αντιμετωπιστεί η διαστρέβλωση στην οποία έχει υποπέσει η ισραηλινή κοινωνία, κάτω από την πίεση της ανόητης δύναμης, χρειάζεται μια πολιτική και κοινωνική δύναμη, μια πολιτισμική ελίτ που θα έχει κουράγιο και υπομονή, και πάνω από όλα ιστορικό όραμα. Μια τέτοια δύναμη θα δούλευε επιμελώς για να σώσει την ισραηλινή κοινωνία, όχι από τους Παλαιστίνιους αλλά από το ίδιο το Ισραήλ. Αυτό το κράτος, που επιμένει να σπρώχνει τους Ισραηλινούς στην παγίδα της αυταπάτης μιας καταστροφικής δύναμης που του δίνει την ικανότητα να καταπιεί ολόκληρη την Μέση Ανατολή, να την αναδομήσει και να την ανακατασκευάσει όπως αυτό θέλει. Το Ισραήλ, το οποίο συμπεριφέρεται σαν ένας άλλο Ράμπο, είναι ικανό να εισβάλλει σε ολόκληρες χώρες και στρατούς, χωρίς να τραυματιστεί και χωρίς να χαλάσει όλες του τις σφαίρες. Ναι, αυτό είναι πιθανό, αλλά μόνο στις ταινίες και στα καρτούν.

Μπορούμε να καταλάβουμε τους όρους που τίθενται για την παράδοση της χώρας που υπέστη στρατιωτική ήττα σε έναν πόλεμο από έναν τυπικό στρατό και την διαμάχη για τα συμφέροντα και την ανακατανομή της εξουσίας, των αγορών, των φυσικών πηγών κλπ. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση και ερμηνεία της εξίσωσης, διαφέρει ριζικά όταν μιλάμε για μια ιστορική διαμάχη ανάμεσα σε δύο μπλόκα και ανθρώπινες κοινωνίες «εξ ουρανού» με βαθιές πεποιθήσεις και σύμβολα, που έχουν γαντζωθεί στην περιοχή με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτή είναι η περίπτωση της ισραηλινό-παλαιστινιακής διαμάχης στην γη της Παλαιστίνης. Σε αυτή την γη, όπου ο ουρανός συναντάται με την γη, κάθε πλευρά επικαλείται τους θεούς της και τους προφήτες της να σταθούν δίπλα της. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, αντιμετωπίζουμε πιο επικίνδυνες και περιπλοκές εξισώσεις. Κάθε στρατιωτική μάχη, με πολιτικούς και πολιτισμικούς όρους σημαίνει την απώλεια κατεύθυνσης και στρατηγικής. Αυτό θα οδηγήσει σε ένα υψηλό τίμημα και θα το αντιμετωπίσουν –αργά ή γρήγορα-όλοι όσοι έχουν αυτό τον τρόπο σκέψης και κουλτούρας, πριν καν αναρωτηθούν για την ύπαρξη τους, με όλη την σημασία της λέξης.

Αυτή η βαθιά μεθοδολογική και ψυχολογική δυσλειτουργία, τόσο του ηττημένου όσο και του νικητή, στην αντίληψη και διαχείριση των μεγάλων γεγονότων έχει μετατραπεί –όπως είδαμε – σε κυρίαρχη συμπεριφορά. Ο αποπροσανατολισμός στο θέμα της δύναμης συνεχίζεται ακόμα και όταν οι σχέσεις αλλάζουν ριζικά ανάμεσα στις δύο πλευρές. Δηλαδή, όταν υπάρχει μια νίκη ή εναλλαγή θέσεων, έστω και με την σχετική έννοια όπου ο νικημένος καταφέρνει να βελτιώσει την θέση του και να πετύχει συγκεκριμένες νίκες. Η πλευρά που είχε εξοικειωθεί με τις νίκες, βρίσκεται αντιμέτωπη με ήττες (ένα πολύ καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο πόλεμος στον Λίβανο, τον Ιούλιο του 2006). Ο νέος νικητής (ο Άραβας νικητής) δεν μπόρεσε να καταλάβει ή να επενδύσει στα αποτελέσματα της νίκης του, για να πετύχει συγκεκριμένα πολιτικά επιτεύγματα. Απεναντίας, οι πρακτικές του και τα πολιτικά του όρια συνέχισαν να κινούνται στην ίδια τροχιά με την οποία είχε εξοικειωθεί, σαν να μην πίστευε ότι θα μπορούσε πραγματικά να νικήσει. Επιπλέον, ο νέος ηττημένος (το Ισραήλ), ο οποίος ήταν εθισμένος στις νίκες, δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι έχασε. Έτσι, συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν νικητής, επιρρίπτοντας τις αποτυχίες του σε παράγοντες και στοιχεία που απέχουν πολύ από τα πραγματικά αίτια της ήττας του.

Με αυτό τον τρόπο, τα μαθήματα από τις νίκες και τις ήττες συνεχίζουν να μην αξιοποιούνται από κανέναν, με παρόμοια απερισκεψία, ενώ οι προσεγγίσεις συνεχίζονται σαν αποτέλεσμα της νίκης ή της ήττας να είναι το τελικό και που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα και με την αλλαγή των δεδομένων. Στο μέσο αυτής της διαστρέβλωσης, σύγχυσης και ανικανότητας και από τις δύο πλευρές, οι διαθέσιμες ευκαιρίες για να πετύχουμε μια πραγματική και διαρκή ειρήνη, συνεχίζονται να χάνονται και να σπαταλιούνται. Το τίμημα αυτής της υπεροψίας θα πληρωθεί προκαταβολικά με το αίμα, την ασφάλεια, το μέλλον και την ανθρωπιά του καθενός.

Στο τέλος, κάθε νίκη (ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δίκαιο πόλεμο ή όχι), δεν έχει ενσωματώσει κάποιο συγκεκριμένο στόχο ή ιδέα. Αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ένα καθεστώς καταπίεσης και θα προκαλέσει αλληλόαντιδράσεις που θα αλλάξουν την επικείμενη πραγματικότητα. Έτσι, η παράλογη κούρσα συνεχίζεται περιμετρικά του κύκλου αυτής της διαμάχης, με την ελπίδα να φτάσει σε μια απίθανη γραμμή τερματισμού.

Υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε αυτή την κατάληξη; Ας κοιτάξουμε πίσω και ας αναλογιστούμε την πραγματικότητα στην οποία οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί ζουν μετά από δεκαετίες και μετά από όλες αυτές τις νίκες και τις ήττες που έχουν βιώσει. Μετά από κάθε γύρο μάχης, η κυρίαρχη δύναμη χρησιμοποιεί όλη της την ενέργεια για να τροφοδοτήσει συστηματικά αυτή την εξαπάτηση, την υπεροψία και την κουλτούρα της δύναμης ενώ αγνοεί την προετοιμασία της για την επόμενη μάχη.

Όσο η διαμάχη κυβερνάται με αυτή την λογική, τότε η μόνιμη και διαρκής ειρήνη θα παραμένει ο κρίκος που λείπει από την αλυσίδα.