Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Επιβάλλοντας την ειρήνη στην Μέση Ανατολή

του Henry Siegman Πηγή: The Nation, 7 Γενάρη 2010

Το Ισραήλ ξεπέρασε τα όρια από την «μόνη δημοκρατία στην Μέση Ανατολή» στο «μοναδικό καθεστώς απαρτχάιντ του Δυτικού κόσμου»

Η ανελέητη προσπάθεια του Ισραήλ να καθιερώσει μία εξ’ ορισμού κατάσταση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, μια προσπάθεια που συνεχίζει να παραβιάζει ακόμα και το περιορισμένο πάγωμα των εποικισμών για το οποίο είχε δεσμευτεί ο Πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, φαίνεται τελικά πως έχει καταφέρει να κλειδώσει την αντιστρεψιμότητα του αποικιακού του προγράμματος. Αποτέλεσμα του «κατορθώματος» αυτού, που οι διαδοχικές κυβερνήσεις του Ισραήλ έχουν από καιρό επιδιώξει προκειμένου να αποκλείσουν την δυνατότητα της λύσης δύο κρατών, είναι πως το Ισραήλ ξεπέρασε τα όρια και από η «μόνη δημοκρατία στην Μέση Ανατολή» έχει γίνει το μοναδικό καθεστώς απαρτχάιντ του Δυτικού κόσμου. Κι αυτό δεν το υποστηρίζουν οι πολέμιοι του Ισραήλ, αλλά οι ίδιοι οι ηγέτες της χώρας. Ο Ariel Sharon αναφέρθηκε σε αυτόν τον κίνδυνο, όπως και ο Ehud Olmert, που προειδοποίησε ότι το Ισραήλ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από το να μετατραπεί σε ένα καθεστώς απαρτχάιντ, εκτός και αν παραιτηθεί «σχεδόν από όλες, αν όχι όλες τις περιοχές», συμπεριλαμβανομένων και των αραβικών γειτονιών της Ανατολικής Ιερουσαλήμ.

Ο Olmert χλεύασε τις αμυντικές στρατηγικές του Ισραήλ, που όπως είπε, δεν έχουν διδαχθεί τίποτα από τις εμπειρίες του παρελθόντος και έχουν μείνει προσκολλημένες στη νοοτροπία του πολέμου της ανεξαρτησίας του 1948. «Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τανκς και έλεγχο εδαφών. Όλα αυτά είναι ανούσια. Ποιος πιστεύει στα σοβαρά ότι το να κερδίσουμε έναν ακόμα λόφο ή άλλα εκατό μέτρα, θα σημάνει κάποια ουσιαστική διαφορά στην άμυνα του κράτους του Ισραήλ;»

Είναι πλέον ευρέως παραδεκτό στους ισραηλινούς κύκλους- αν και η ισραηλινή κυβέρνηση το αρνείται- ότι οι εποικισμοί έχουν τόσο εξαπλωθεί και έχουν φυτευτεί στην Δυτική Όχθη τόσο πολύ, ώστε αποκλείεται η πιθανότητα απομάκρυνσης τους από την παρούσα ή κάποια μελλοντική κυβέρνηση (εκτός από μερικούς μεμονωμένους ή με μικρό πληθυσμό), εκτός κι αν αναγκαστούν να το κάνουν υπό το βάρος της διεθνούς πίεσης, πιθανότητα που φαίνεται απίθανη προς το παρόν. Δεν είναι μόνο ο πολλαπλασιασμός και το μέγεθος των εποικισμών, που κάνει αδύνατη την απομάκρυνση τους. Εξίσου αποφασιστική είναι και η επιρροή του συμπλέγματος «έποικοι-ασφάλεια-βιομηχανία», που συλλαμβάνει και εφαρμόζει αυτή την πολιτική, η πρόσφατη εξαφάνιση από το προσκήνιο του Ισραήλ ενός ζωντανού πολιτικού κόμματος που θα υποστηρίζει την ειρήνη, και η διείσδυση των εποίκων και των υποστηρικτών τους σε θέσεις κλειδιά του στρατού και των οργανισμών ασφαλείας.

Ο Olmert έκανε λάθος, όταν είπε πως το Ισραήλ θα μετατρεπόταν σε καθεστώς απαρτχάιντ όταν ο αραβικός πληθυσμός ξεπεράσει τον εβραϊκό. Η σύγκριση των πληθυσμών δεν είναι αποφασιστικός παράγοντας για μια τέτοια μεταμόρφωση. Το σημείο αλλαγής είναι όταν ένα κράτος αρνείται τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό σε μέρος του πληθυσμού του, στο οποίο έχει ήδη αρνηθεί και το δικαίωμα ιθαγένειας, ακόμα και αν αυτός αποτελεί μειονότητα. Όταν η άρνηση ενός κράτους να αναγνωρίσει τα ατομικά και εθνικά δικαιώματα ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού του, καταλήγει να είναι μόνιμη, τότε παύει να είναι δημοκρατικό κράτος. Όταν ο λόγος για τη στέρηση των δικαιωμάτων του πληθυσμού αυτού είναι η εθνική και θρησκευτική ταυτότητα του, τότε το κράτος αυτό ασκεί μια μορφή απαρτχάιντ ή ρατσισμού, που δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη της Νότιας Αφρικής, την περίοδο 1948-1994. Οι δημοκρατικές παροχές που δίνει το Ισραήλ στους Εβραίους πολίτες, δεν μπορούν να συγκαλύψουν αυτή την αλλαγή χαρακτήρα του κράτους. Εξ’ ορισμού, η δημοκρατία για τους προνομιούχους πολίτες, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι κρατούνται πίσω από τα σημεία ελέγχου, τα συρματοπλέγματα και το τείχος διαχωρισμού, δεν αποτελεί δημοκρατία, αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Οι εβραϊκοί εποικισμοί και οι υποδομές υποστήριξής τους, που εκτείνονται σε ολόκληρη τη Δυτική Όχθη, δεν έχουν αναπτύσσονται άναρχα, όπως τα αγριόχορτα σε ένα κήπο. Έχουν σχεδιαστεί προσεχτικά, έχουν χρηματοδοτηθεί και προστατευθεί από όλες τις κυβερνήσεις του Ισραήλ και τον στρατό. Σκοπός τους είναι να αφαιρέσουν το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και το δικαίωμα κράτους από τους Παλαιστίνιους- ή για να είμαι πιο ακριβής, να διατηρήσουν τον έλεγχο του Ισραήλ στην Παλαιστίνη «από τον ποταμό μέχρι την θάλασσα», προοπτική που αποκλείει την ύπαρξη ενός βιώσιμου και κυρίαρχου Παλαιστινιακού κράτους στα προ του 1967 σύνορα. Μια ζωντανή ανάμνηση που έχω από την εποχή που προέδρευα του Εβραϊκού Κογκρέσου της Αμερικής, είναι μιας πτήση με ελικόπτερο πάνω από την Δυτική Όχθη, μαζί με τον Ariel Sharon. Κρατώντας μεγάλους φθαρμένους χάρτες, μου έδειχνε τις στρατηγικές τοποθεσίες των υπαρχόντων και των μελλοντικών εποικισμών, στον άξονα ανατολής-δύσης και βορά-νότου, που όπως με διαβεβαίωνε θα απέκλειαν την πιθανότητα ενός μελλοντικού Παλαιστινιακού κράτους.

Μόλις ένα χρόνο μετά τον πόλεμο του 1967, ο Moshe Dayan, τότε Υπουργός Άμυνας, περιέγραφε το σχέδιο του Ισραήλ για το μέλλον των περιοχών, σαν «τρέχουσα πραγματικότητα». «Το σχέδιο εφαρμόζεται με πραγματικά γεγονότα. Ότι υπάρχει σήμερα πρέπει να διατηρηθεί σαν μόνιμη κατάσταση στη Δυτική Όχθη». Δέκα χρόνια μετά, σε μια συνδιάσκεψη στο Tel Aviv με θέμα την εξεύρεση λύσης στην ισραηλινό-παλαιστινιακή διαμάχη, ο Dayan είχε πει: «Το ερώτημα δεν είναι ποια είναι η λύση, αλλά πως θα ζήσουμε χωρίς λύση»

Οι όροι του Netanyahu για το παλαιστινιακό κράτος, συμπεριλαμβάνουν τον έλεγχο από το Ισραήλ των διεθνών συνόρων και του εναέριου χώρου της Παλαιστίνης, και τον έλεγχο ολόκληρης της κοιλάδας του Ιορδάνη. Προϋποθέτουν επίσης, οι εποικισμοί να παραμείνουν στην θέση τους και να τεμαχιστεί η εδαφική συνέχεια της Παλαιστίνης, αλλά και την άρνηση στους Παλαιστίνιους ακόμα και των τμημάτων εκείνων της Ανατολικής Ιερουσαλήμ που παράνομα προσάρτησε το Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967 και που ποτέ πριν τον πόλεμο δεν αποτελούσαν εδάφη της Ιερουσαλήμ. Με άλλα λόγια, οι όροι του Netanyahou για το κράτος της Παλαιστίνης, έρχονται να συναντήσουν τον σκοπό του Dayan για μια de facto κατοχή στην περιοχή. Από την συνταγή του Dayan για μονιμοποίηση του status quo μέχρι την συνταγή του Netanyahu για την λύση των δύο κρατών, το Ισραήλ έχει ζήσει «χωρίς λύση», όχι λόγω αβεβαιότητας ή αμέλειας, αλλά λόγω εσκεμμένης πολιτικής, που μυστικά καθοδηγεί την εξάπλωση των εποικισμών σε σημείο που η κατάσταση να μην μπορεί να αντιστραφεί ενώ ταυτόχρονα προσποιείται πως ψάχνει έναν «Παλαιστίνιο σύμμαχο για την ειρήνη».

Αργά ή γρήγορα, ο Λευκός Οίκος, το Κογκρέσο και το αμερικάνικο κοινό –για να μην αναφερθούμε στους Εβραίους που η νεότερη γενιά τους αλλάζει αντίληψη για τη συμπεριφορά του Ισραήλ– θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι η «ιδιαίτερη σχέση» της Αμερικής με το Ισραήλ είναι ένα αποικιοκρατικό εγχείρημα. Η συνθηκολόγηση του Obama με τον Netanyahou σχετικά με το πάγωμα των εποικισμών γκρέμισε και την τελευταία ελπίδα για επιτυχία της λύσης των δύο κρατών. Δυσφήμησε την ιδέα ότι η παλαιστινιακή μετριοπάθεια, είναι ο δρόμος για την δημιουργία κράτους και δυσφήμησε τον Πρόεδρο της ΠΑ, Mahmoud Abbas, που ανακοίνωσε ότι δεν θα θέσει υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές.

Το «περιορισμένο» πάγωμα του Netanyahu χαρακτηρίστηκε από την κυβέρνησης του Obama ως «πρωτοφανές», παρόλο που οι εξαιρέσεις του –τα 3000 σπίτια που υποτίθεται ότι είχαν ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζονται, τα δημόσια κτίρια και οι ανεξέλεγκτες κατασκευές στην Ανατολική Ιερουσαλήμ– φέρνουν τις οικοδομικές δραστηριότητες στα ίδια επίπεδα με αυτά πριν το πάγωμα. Πράγματι, ο Netanyahu διαβεβαίωσε την ηγεσία των εποίκων και το υπουργικό συμβούλιο, ότι η οικοδόμηση θα συνεχιστεί μετά το 10μηνο πάγωμα και σύμφωνα με τον Υπουργό Benny Begin «σε πιο εντατικούς ρυθμούς», ακόμα κι αν ο Abbas συμφωνήσει να επιστρέψει στις συνομιλίες. Ο ισραηλινός τύπος αναφέρει μάλιστα πως παρά το πάγωμα, η κατασκευή νέων εποικισμών παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση. Τίποτα από όλα αυτά βέβαια δεν έχει προκαλέσει έστω μια δημόσια επίπληξη από την κυβέρνηση Obama, ως ελάχιστο είδος ποινής σε σχέση με αυτές που επιβάλλονται στην Παλαιστίνη, όταν παραβιάζει τις συμφωνίες.

Όμως, αυτό που ίσως φαίνεται να είναι το τελειωτικό χτύπημα για τη λύση των δύο κρατών, μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ο απαραίτητος όρος για την τελική λύση, καθώς εγκαταλείφθηκε η ιδέα ότι το Παλαιστινιακό κράτος μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς εξωτερικές ισχυρές πιέσεις. Η διεθνής κοινότητα έχει δείξει σημάδια αγανάκτησης με τις εξαπατήσεις και την κωλυσιεργία του Ισραήλ, όπως επίσης και με την ανικανότητα της Ουάσιγκτον να δείξει ότι υπάρχουν επιπτώσεις και για το Ισραήλ, όταν παραβιάζει τις συμφωνίες, όχι μόνο για την Παλαιστίνη. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμεί μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας ούν πολλοί από τη διεθνή κοινότηταάει η διεθνής κοινότητα είναι μια επανάληψη ανούσιων και προβλέψιμων διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Netanyahu και στον Abbas. Απεναντίας, έχουν επικεντρωθεί στην ισχυρή επέμβαση τρίτων μερών, μια ιδέα που πλέον παύει να αποτελεί ταμπού. Η ειρωνεία είναι πως ο Netanyahu επιμένει τώρα στην επανάληψη των διαπραγματεύσεων. Γι’ αυτόν, η παρατεταμένη παύση των συνομιλιών αποτελεί κίνδυνο για να αποκαλυφθεί η αντιστρεψιμότητα των εποικισμών και κατά συνέπεια να χάσει το Ισραήλ τον δημοκρατικό του χαρακτήρα, νομιμοποιώντας έτσι την εξωτερική παρέμβαση, σαν την μόνη εναλλακτική προς ένα ασταθές και επικίνδυνο status quo. Η κυβέρνηση του Obama μπορεί να φαίνεται απρόθυμη να στηρίξει τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά πλέον δεν μπορεί να τις εμποδίσει.

Όλα αυτά δεν είναι φανταστικοί φόβοι. Ισραηλινοί αρχηγοί των Μυστικών Υπηρεσιών και άλλοι αξιωματούχοι, είπαν στο συμβούλιο Ασφαλείας στις 9 Δεκέμβρη πως οι καθυστερήσεις στην ειρηνευτική διαδικασία, τους έχουν οδηγήσει σε ένα επικίνδυνο κενό «το οποίο εκμεταλλεύονται διάφορες χώρες για να το γεμίσουν με τις πρωτοβουλίες τους» που καμία από αυτές δεν είναι υπέρ του Ισραήλ. Επισήμαναν επίσης ότι «το γεγονός πως οι ΗΠΑ έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, χειροτερεύει την κατάσταση».

Αν επιβεβαιωθούν αυτοί οι φόβοι και η διεθνής κοινότητα εγκαταλείψει μια ειρηνευτική διαδικασία που καταρρέει και στραφεί σε πιο αποφασιστικές πρωτοβουλίες, ίσως η λύση των δύο κρατών να είναι εφικτή. Η πρόσφατη πρόταση της Σουηδικής Προεδρίας της ΕΕ αποτελεί μια ένδειξη για την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας να αντιδράσει στην αδιαλλαξία του Netanyahu. Η πρόταση, που υιοθετήθηκε στις 8 Δεκέμβρη από τους Υπουργούς Εξωτερικών, επαναβεβαίωσε προηγούμενη διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι η ΕΕ δεν θα αναγνωρίσει τις μονόπλευρες αλλαγές του Ισραήλ στα σύνορα πριν το 1967. Το ψήφισμα επίσης εναντιώνεται στα μέτρα που παίρνει το Ισραήλ για να αποτρέψει ένα μελλοντικό Παλαιστινιακό κράτος στην Ιερουσαλήμ. Η αποδοχή από την ΕΕ της προσπάθειας του Πρωθυπουργού της ΠΑ, Salam Fayyad για ίδρυση κράτους δικαίου, φανερώνει την μελλοντική προθυμία για δράσεις υπέρ της Διακήρυξης του κράτους της Παλαιστίνης. Η Βαρόνη Catherine Ashton, στην πρώτη της δήλωση σαν Ανώτατη Αντιπρόσωπος Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, για το ζήτημα της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης, δήλωσε: «δεν πρέπει εμείς και η ευρύτερη περιοχή, να ανεχτούμε έναν ακόμα γύρο άκαρπων διαπραγματεύσεων».

Μια επιβεβλημένη λύση έχει κινδύνους, αλλά οι κίνδυνοι αυτοί δεν μπορούν να συγκριθούν με τους κινδύνους της ανεξέλεγκτα συνεχιζόμενης διαμάχης. Επιπλέον, μιας και δεν ζητείται από τους αντιπάλους να δεχθούν κάτι για το οποίο δεν έχουν ήδη δεσμευτεί βάση διεθνών συνθηκών, η διεθνής κοινότητα δεν επιβάλλει τις δικές της ιδέες, αλλά επιμένει στο να τηρήσουν τα μέρη τις υπάρχουσες υποχρεώσεις τους. Αυτού του είδους η επέμβαση ή «επιβολή» είναι σχεδόν πρωτοφανής. Είναι τιμή για την διεθνή διπλωματία και οριοθετεί τις σχέσεις της Αμερικής με τους συμμάχους και τις μη φιλικές προς αυτήν χώρες.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερο θράσος από τον Obama για να επιβεβαιώσει την επίσημη θέση των προηγούμενων κυβερνήσεων των ΗΠΑ-όπως του George W Bush- ότι δηλαδή όσο και επιθυμητές ή αναγκαίες να φαίνονται κάποιες αλλαγές στα προ του 1967 σύνορα, δεν πρέπει να γίνονται μονομερώς. Ακόμα και ο Bush, που χαρακτηρίστηκε από το Ισραήλ σαν «ο καλύτερος Αμερικανός Πρόεδρος που υπήρξε ποτέ», δήλωσε κατηγορηματικά ότι η απαραβίαστη αυτή αρχή θα εφαρμοστεί και στους εποικισμούς που το Ισραήλ επιμένει να προσαρτήσει. Μιλώντας για αυτούς τους εποικισμούς το 2005, ο Bush επιβεβαίωσε ότι «οι αλλαγές στα σύνορα του 1949, θα πρέπει να είναι αμοιβαία αποδεχτές», μια προϋπόθεση που αγνοείται από τις ισραηλινές κυβερνήσεις (όπως και από τον ίδιο τον Bush). Την επόμενη χρονιά, η Υπουργός Εξωτερικών Condoleezza Rice, ήταν πιο επεξηγηματική. Δήλωσε ότι «ο Πρόεδρος δήλωσε πως στην τελική λύση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις νέες πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί μετά το 1967, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό να γίνει με προκαθορισμένο τρόπο. Όλα αυτά είναι θέματα που θα συζητηθούν στην τελική λύση».

Φυσικά ο Obama δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι είναι αδιανόητο για τις ΗΠΑ να μην ανταποκριθούν πλήρως στην ανάγκη του Ισραήλ για ασφάλεια, όσο δυσαρεστημένοι και αν είναι από τις πολιτικές της συγκεκριμένης ισραηλινής κυβέρνησης. Αλλά δεν αφήνει και καμία αμφιβολία ότι είναι εξίσου αδιανόητο να εγκαταλείψει τις αξίες της Αμερικής ή να συμβιβάσει τα στρατηγικά του συμφέροντα, για να κρατήσει τον Netanyahu στην εξουσία, ειδικά όταν υποστηρίζοντας αυτή την κυβέρνηση σημαίνει πως υποστηρίζει ένα καθεστώς που αφαιρεί κάθε προνόμιο από τους Παλαιστίνιους, για πάντα.

Με λίγα λόγια, οι ειρηνευτικές προσπάθειες στη Μέση Ανατολή θα εξακολουθούν να αποτυγχάνουν και η λύση των δύο κρατών θα εξαφανιστεί, αν οι ΗΠΑ εξακολουθήσουν να αγνοούν τις εξελίξεις στα κατεχόμενα εδάφη και στο Ισραήλ, οι οποίες είναι πλέον αναστρέψιμες μόνο με εξωτερική επέμβαση. Ο Obama είναι ο μοναδικός που τάσσεται υπέρ της προσπάθειας του Ισραήλ να διατηρήσει τα εβραϊκά και δημοκρατικά ιδεώδη, βάση των οποίων ιδρύθηκε – εκτός και αν δεν συνεχίσει την «συνηθισμένη πολιτική». Όμως, η υπόσχεση του να απαρνηθεί αυτού του είδους την πολιτική δεν ήταν αυτό που τον έφερε στην εξουσία και κέρδισε τον σεβασμό όλου του κόσμου;