Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Οι Εβραίοι του Ισραήλ και το ένα κράτος

Ali Abunimah, Πηγή: The Electronic Intifada, 10 Νοέμβρη 2009

«Όποιος απορρίπτει την λύση δύο κρατών, δεν θα επιτύχει την λύση για ένα κράτος. Αντίθετα θα καταφέρει έναν πόλεμο, όχι ένα κράτος. Έναν αιματηρό πόλεμο χωρίς τέλος».
Πρόεδρος του Ισραήλ, Shimon Peres, 7 Νοεμβρίου 2009.

Μία από τις συνηθισμένες αντιρρήσεις που διατυπώνεται για την λύση ενός κράτους για το Ισραήλ/Παλαιστίνη βασίζεται στην σωστή παρατήρηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ισραηλινών Εβραίων την απορρίπτει και φοβάται πως θα «κατακλυστούν» από Παλαιστίνιους. Απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, οι Ισραηλινοί Εβραίοι επιμένουν στην διατήρηση ενός χωριστού κράτους με Εβραϊκή πλειοψηφία.

Αλλά, με την πλήρη κατάρρευση των ειρηνευτικών προσπαθειών της κυβέρνησης Obama και την αδιάλλακτη αποικιοκρατία του Ισραήλ στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, η πραγματικότητα που ξεπροβάλει γρήγορα είναι ότι η λύση των δύο κρατών δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ένα σύνθημα που δεν έχει καμία πιθανότητα να εφαρμοστεί ή να αλλάξει την πραγματικότητα του ενός de facto κράτους στην Παλαιστίνη/Ισραήλ.

Έτσι τίθεται, σε όλους όσους ενδιαφέρονται για το μέλλον της Παλαιστίνης/Ισραήλ, η υποχρέωση να λάβουν σοβαρά υπόψη τους δημοκρατικές εναλλακτικές προτάσεις. Πολύ συχνά έχω επιχειρηματολογήσει ότι το παράδειγμα της μετά-απαρτχάιντ Νότιας Αφρικής (ενωτικό δημοκρατικό κράτος) και της Βόρειας Ιρλανδίας (δημοκρατία συνασπισμού), αποτελούν ελπιδοφόρα και πραγματικά μοντέλα.
Αλλά πράγματι η ακλόνητη εναντίωση των Εβραίων του Ισραήλ για την λύση ενός κράτους σημαίνει ότι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί ένα ειρηνικό κράτος και ότι οι Παλαιστίνιοι δεν θα έπρεπε να επιμένουν σε αυτό, αλλά αντίθετα να επικεντρωθούν σε «ρεαλιστικές» λύσεις στις οποίες θα αντιστέκονταν λιγότερο σκληρά οι Εβραίοι του Ισραήλ; Το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής μας δείχνει το αντίθετο. Το 1994, η διακυβέρνηση της λευκής μειοψηφίας του απαρτχάιντ, έληξε ειρηνικά και μέσα από διαπραγματεύσεις και αντικαταστάθηκε (μετά από μια μεταβατική περίοδο για τον καταμερισμό εξουσιών) με ένα ενωτικό δημοκρατικό κράτος, εκπροσωπούμενο από ένα άτομο και με ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας. Πριν να γίνει αυτό, πόσο πιθανό έμοιαζε ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Υπήρχε κάποια σημαντική εκλογική περιφέρεια των λευκών που να το είχε προετοιμάσει; Και τι θα συνέβαινε αν οι πολιτικές λύσεις του Εθνικού Αφρικάνικου Κογκρέσου (ANC) ήταν αυτές που οι λευκοί είχαν πει στους δημοσκόπους ότι θα δέχονταν;

Μέχρι να λήξει το απαρτχάιντ, η συντριπτική πλειοψηφία των λευκών, μαζί με αυτούς και αρκετοί από τους φιλελεύθερους κριτικούς του συστήματος, απέρριπταν την εκπροσώπηση από ένα άτομο και το ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας, προβλέποντας ότι κάθε προσπάθεια εφαρμογής του θα κατέληγε σε λουτρό αίματος. Στα τέλη του 1989, ο F.W. de Klerk, τελευταίος Πρόεδρος του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, χαρακτήρισε ένα τέτοιο σύστημα σαν το «καμπανάκι θανάτου» για την Νότια Αφρική.
Μια μελέτη που έγινε το 1988 από τον πολιτικό επιστήμονα Pierre Hugo, κατέγραψε τον διαδεδομένο φόβο ανάμεσα στους λευκούς Νότιο-αφρικανούς ότι η μετάβαση σε πλειοψηφική διακυβέρνηση θα σήμαινε όχι μόνο την απώλεια της πολιτικής δύναμης και της κοινωνικό-οικονομικής τους θέσης, αλλά τους προκαλούσε «φόβο για την ζωή τους» και φόβο για «τρομοκρατία, πλήρη κατάρρευση, διωγμό και φυγή». Έρευνες έδειξαν ότι τέσσερις στους πέντε λευκούς πίστευαν ότι η πλειοψηφική διακυβέρνηση θα απειλούσε την «σωματική τους ακεραιότητα». Τέτοιοι φόβοι συχνά αυξάνονταν λόγω «των πρωτόγονων και βίαιων Αφρικανών», καθώς η αναχώρηση ενός εκατομμυρίου και παραπάνω λευκών αποικιοκρατών από την Αλγερία και 300.000 από την Αγκόλα κατά την διάρκεια της άρσης του αποικιοκρατικού καθεστώτος, δημιούργησε τρομακτικά προηγούμενα. ( «Προς το σκοτάδι και τον θάνατο: φυλετική δαιμονολογία στην Νότια Αφρική», Περιοδικό Σύγχρονων Αφρικανικών Επιστημών, 26(4), 1988)

Οι δημοσκοπήσεις στην δεκαετία του ’80 έδειχναν ότι παρ’ ότι το γεγονός πως οι λευκοί καταλάβαιναν ότι το καθεστώς απαρτχάιντ δεν μπορούσε να συνεχιστεί, μόνο μια μικρή μειοψηφία υποστήριζε το πλειοψηφικό σύστημα διακυβέρνησης με εκπροσώπηση από ένα άτομο και ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας. Μια μελέτη που έγινε τον Μάρτιο του 1986, 47% των λευκών δήλωσαν ότι θα υποστήριζαν κάποια μορφή «διαφυλετικής» διακυβέρνησης, αλλά το 83% θα επέλεγε την κυριαρχία των λευκών αν είχαν την επιλογή. ( Peter Goodspeed, «Το Αστέρι του Τορόντο», 5 Οκτωβρίου, 1986).

Μια εθνική έρευνα το 1990 για τους Αφρικανούς λευκούς ( με μητρική γλώσσα τα Αφρικανικά, εν αντιθέσει με τους αγγλόφωνους και που παραδοσιακά αποτελούσαν τον σκελετό του καθεστώτος απαρτχάιντ), βρήκε πως μόνο το 2,2% ήταν πρόθυμο να δεχτεί ένα «καθολικό προνόμιο πλειοψηφικής διακυβέρνησης» (Kate Manzo and Pat McGowan, «Οι φόβοι των Αφρικανών και οι πολιτικές απόγνωσης: Κατανοώντας την αλλαγή στην Νότιο Αφρική» Τριμηνιαία έκδοση Διεθνών Σπουδών, 36,1992)
Θα μπορούσε ίσως μια λευκή ελίτ διαφωτισμένων να οδηγήσει τις λευκές μάζες σε υψηλότερο επίπεδο; Δεν τίθετο θέμα. Μια ακαδημαϊκή έρευνα το 1988 ανάμεσα σε τετρακόσιους πολιτικούς, επιχειρηματίες και υπεύθυνους των media, υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους, ακαδημαϊκούς και κληρικούς έδειξε πως μόνο το 4,8% ήταν έτοιμο να δεχτεί ένα ενωτικό κράτος με καθολικό προνόμιο ψήφου και τα 2/3 θεωρούσαν ένα τέτοιο αποτέλεσμα «απαράδεχτο». Συμφώνα με τους Manzo και McGowan, η λευκή ελίτ αντανακλούσε τα συναισθήματα και τις προκαταλήψεις της υπόλοιπης κοινωνίας που συντριπτικά θεωρούσε τους λευκούς γηγενείς ανώτερους κοινωνικά και πολιτισμικά από τους μαύρους Αφρικανούς. Μόνο οι μισοί από τους εξέχοντες λευκούς ήταν έτοιμοι να δεχτούν «ένα ομοσπονδιακό κράτος στο οποίο η εξουσία θα μοιραζόταν ανάμεσα σε λευκούς και μη-λευκούς, ώστε να μην κυριαρχεί κανείς».
Κατά την διάρκεια του 1980, το εκλογικό σώμα των λευκών μετακινήθηκε στα δεξιά, όπως συμβαίνει τώρα με τους Ισραηλινούς Εβραίους. Οι υποστηρικτές διαιρέθηκαν στο Εθνικό Κόμμα, που είχε εδραιώσει το επίσημο απαρτχάιντ το 1948, και στο ακροδεξιό κόμμα των Συντηρητικών. Ωστόσο για το θέμα της «πλειοψηφικής διακυβέρνησης», ο Hugo παρατηρεί ότι «οι υποστηρικτές του Εθνικού Κόμματος και των Συντηρητικών, καθώς και οι αριστεροί λευκοί ψηφοφόροι είχαν μικρές διαφωνίες».

Η συντριπτική πλειοψηφία των λευκών, με τους υπαρξιακούς τους φόβους, ήταν ανίκανοι να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο ή τουλάχιστον βέτο στις πολιτικές αποφάσεις της Νότιας Αφρικής. Ωστόσο, το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο επέμενε στην εκπροσώπηση από ένα άτομα και το ενιαίο σύστημα ψηφοφορίας. Καθώς αυξάνονταν οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες στους δήμους και μεγάλωνε η διεθνής πίεση, το Economist παρατήρησε σε μια εκτενή έρευνα το 1986 που δημοσιεύθηκε την 1η Φεβρουαρίου, ότι πολλοί από τους «διαφωτισμένους» λευκούς εξακολουθούσαν να επιχειρηματολογούν στοργικά πως μια δραματική βελτίωση της ποιότητας ζωής των μαύρων Αφρικανών θα απομάκρυνε το «κεντρί» της επανάστασης από τους μαύρους δήμους και έπειθαν τους «υπευθύνους» μαύρους, που προέρχονταν από την μεσαία τάξη, να δεχτούν μια φόρμουλα μερικού καταμερισμού εξουσίας.

Τα σχέδια για την σταθεροποίηση του καθεστώτος απαρτχάιντ εγκαταλείφθηκαν και αντικαταστάθηκαν με το πανομοιότυπο όραμα της τωρινής ισραηλινής κυβέρνησης για «οικονομική ειρήνη», όπου μια συνεργάσιμη ηγεσία της Παλαιστινιακής Αρχής θα αναισθητοποιούσε τους υποταγμένους Παλαιστινίους με καταναλωτικά αγαθά και εμπορικά κέντρα.

Λόγω της αφοσιωμένης αντίθεσης των λευκών σε ένα ενωτικό δημοκρατικό κράτος, το ANC δεν άκουσε καμία συμβουλή από τους δυτικούς φιλελεύθερους, ότι θα έπρεπε δηλαδή να ψάχνει για «ρεαλιστικές» λύσεις πολιτικής συνύπαρξης με το καθεστώς του απαρτχάιντ και ότι καμία πίεση, όσο μεγάλη και αν ήταν, δεν θα έκανε τους λευκούς να δεχτούν τα πολιτικά αιτήματα του ANC. Το ANC προειδοποιήθηκε πως η επιμονή στην πλειοψηφική διακυβέρνηση θα οδηγούσε τους λευκούς Αφρικανούς σε στρατόπεδο –σε ένα στρατιωτικό κράτος, με οικονομικό αποκλεισμό, που θα προτιμήσουν να πεθάνουν παρά να παραδοθούν.

Ακόμα και ο εκλιπόντας Helen Suzman, ένας από τους πιο σκληρούς φιλελεύθερους κριτικούς του απαρτχάιντ, προέβλεψε το 1987 «Η διαμάχη στη Ζιμπάμπουε κράτησε 15 χρόνια…και κόστισε 20.000 ζωές. Σας διαβεβαιώνω ότι η πολιτική αλλαγή στην Νοτιά Αφρική θα κοστίσει περισσότερο σε χρόνο και δυστυχώς σε ζωές».

Άλλα, όπως παρατήρησε το Economist, η άποψη των λευκών για «ομαδική αυτοκτονία» ήταν αστεία. Η συντριπτική πλειοψηφία τους δεν ήταν πλέον «οι βιβλικοί Μπόερ», αλλά μάλλον «μέρος μιας κακομαθημένης, εύπορης αστικής κοινωνίας που το οικονομικό τους επίπεδο βελτιώνεται συνεχώς». Αν οι λευκοί προθυμοποιήθηκαν οικιοθελώς να έρθουν τόσο μακριά, τότε ήταν απολύτως λογικό για το κίνημα αντί-απαρτχάιντ να τους δείξει και τον υπόλοιπο δρόμο με την μορφή του «εξαναγκασμού» μέσω των κυρώσεων και άλλων μορφών πίεσης. «Όσο πιο γρήγορα υποταχθεί η λευκή φυλή, τόσο μεγαλώνει η πιθανότητα τους για ένα ανεκτό μέλλον σε μια Νότια Αφρική μαύρων», καταλήγει το περιοδικό.

Τελικά, όπως πλέον γνωρίζουμε, ο συνδυασμός της εσωτερικής αντίστασης και του διεθνούς αποκλεισμού πράγματι εξανάγκασε τους λευκούς να εγκαταλείψουν το πολιτικό απαρτχάιντ και να δεχτούν την πλειοψηφική διακυβέρνηση. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι η συνδυαστική δύναμη του κινήματος αντί-απαρτχάιντ ποτέ δεν αποτέλεσε σοβαρή απειλή της φυσικής ακεραιότητας των λευκών.

Ακόμα και μετά την μαζική εξέγερση των δήμων το 1985-86, το καθεστώς της Νοτίου Αφρικής ήταν ασφαλές. «Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει σοβαρή σωματική απειλή των λευκών, υπάρχουν λίγες απειλές για τις ζωές των λευκών», γράφει το Economist, «το κράτος των λευκών είναι δυνατό και καλά εξοπλισμένο. Έχει την ικανότητα να καταστείλει τις εξεγέρσεις στους δήμους με πιο αιματηρό τρόπο. Οι μαύροι στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία στρατιωτική δύναμη στις πόλεις ή τα χωριά, είναι χωρίς όπλα και μόνο λίγα στρατιωτικά καταφύγια μέσα στην Νότια Αφρική».

Αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων ποτέ δεν άλλαξε και μια παρόμοια εξίσωση θα μπορούσε να γραφτεί σήμερα για την δύναμη ενός μαζικά εξοπλισμένου-και πολύ περισσότερο άσπλαχνο-Ισραήλ και των ελαφρά εξοπλισμένων ομάδων αντίστασης των Παλαιστινίων.

Αυτό που άλλαξε στην Νότια Αφρική και που όλα τα όπλα του κόσμου δεν θα μπορούσαν να το αποτρέψουν, ήταν η πλήρη απώλεια της νομιμότητας του καθεστώτος απαρτχάιντ και των πρακτικών τους. Μόλις χάθηκε η νομιμότητα, οι λευκοί έπαψαν να θέλουν να διατηρήσουν ένα σύστημα που βασιζόταν στην καταπίεση και την βία και τους καθιστούσε εθνικούς πατριάρχες. Διαπραγματεύτηκαν έναν τρόπο για να ξεφύγουν και να μπορούν τώρα να διηγούνται την ιστορία. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα και με λιγότερη βία από ότι και η πιο αισιόδοξη εκδοχή είχε προβλέψει. Αλλά αυτό το αποτέλεσμα δεν θα είχε επιτευχθεί αν βασιζόταν σε αυτά που οι λευκοί είχαν πει ότι θα δέχονταν και αν το ANC είχε καθοδηγηθεί από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων και όχι από τα δημοκρατικά κεφάλαια της Διακήρυξης Ελευθερίας.

Ο Σιωνισμός –όπως πολλοί Ισραηλινοί φοβούνται ανοιχτά- υποφέρει από μια παρόμοια, οριστική απώλεια της νομιμότητας μιας και το Ισραήλ είναι περισσότερο απομονωμένο λόγω των πράξεων του. Η εικόνα του Ισραήλ σαν «Εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος» είναι αδύνατη να διατηρηθεί μπροστά στην πραγματικότητα μιας στρατιωτικής, υπέρ-εθνικιστικής, αιρετικής, εβραϊκής αποικιοκρατίας που διεξάγει συχνές και κλιμακούμενες σφαγές ενάντια στους «εχθρούς» πολίτες (Λίβανος και Γάζα το 2006, Γάζα το 2009) σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να ελέγξει την αντίσταση στις περιοχές των γηγενών. Ο Σιωνισμός δεν μπορεί να βομβαρδίζει, απαγάγει, δολοφονεί, διώκει, κατεδαφίζει, εγκαθίσταται παράνομα και να ψεύδεται και να ζητάει νομιμότητα και αποδοχή.

Είναι ήδη δύσκολο να κρυφτεί, αλλά η απώλεια της νομιμότητας θα φανερώσει την δημογραφική πλειοψηφία των Παλαιστινίων που κυβερνάται από μια εβραϊκή μειοψηφία. Το αίτημα του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu να αναγνωρίσουν οι Παλαιστίνιοι «το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ σαν εβραϊκό κράτος» είναι στην πραγματικότητα «αναγνώριση της αποτυχίας τους». Χωρίς την συγκατάθεση των Παλαιστινίων, κάτι που μάλλον είναι απίθανο να δοθεί, το Σιωνιστικό πρόγραμμα ενός εβραϊκού εθνικού κράτους στην Παλαιστίνη θα έχει απαίσιες οδυνηρές συνέπειες.

Παρόμοια, οι λευκοί της Νότιας Αφρικής προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την αντίθεση τους στην δημοκρατία, χωρίς να λένε ότι επιθυμούσαν να διατηρήσουν τα προνόμια και την δύναμη τους, αλλά χρησιμοποιώντας φιλελεύθερα επιχειρήματα για την προάσπιση των πολιτισμικών διαφορών. Ο Hendrik Verwoerd Jr., γιος του δολοφονηθέντα Πρωθυπουργού και ιδρυτή του απαρτχάιντ Hendrik Verwoerd, εξέθεσε το πρόβλημα υπό τέτοιους όρους το 1986 στο Toronto Star δηλώνοντας ότι «οι Αφρικανοί (λευκοί) και οι μαύροι δεν μπορούν να γίνουν ένα έθνος. Οι διαφορές μας είναι μοναδικές, πολιτισμικές και βαθιές. Ο μόνο τρόπος να ευτυχήσει ένας άνθρωπος και να ζήσει ειρηνικά είναι όταν βρίσκεται ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους, όταν μοιράζεται τις ίδιες πολιτισμικές αξίες».

Ο Verwoerd ο νεώτερος ήταν ένας από τους ακροδεξιούς πολιτικούς της Νότιας Αφρικής, ηγέτης μιας δονκιχωτικής προσπάθειας να σχηματίσει μια πατρίδα λευκών στην καρδιά της Νότιας Αφρικής. Αλλά η επιχειρηματολογία του ηχεί πανομοιότυπα με τις σιωνιστικές φιλελεύθερες δικαιολογίες για την «λύση των δύο κρατών» του σήμερα. Το Economist διευκρίνισε την χρήση τέτοιας γλώσσας εκείνη την εποχή, λέγοντας ότι «ένα από τα πιο περίεργα προϊόντα του απαρτχάιντ είναι ο ακρωτηριασμός της γλώσσας σε δακρύβρεχτους λόγους υποκρισίας, ευφημισμού και κοινωνιολογίας. Όταν μιλάμε για το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των λευκών Αφρικανών, εννοούμε την εξουσία υπέρ άνω των πάντων».

Ο σιωνιστικός ισχυρισμός για τον «αυτοπροσδιορισμό των Εβραίων» εν μέσω ενός ανάμεικτου πληθυσμού είναι στην πραγματικότητα μια απαίτηση να διατηρηθεί και νομιμοποιηθεί ένα status quo στο οποίο οι Ισραηλινοί Εβραίοι θα ασκούν εξουσία αιώνια. Αλλά δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να περιμένει κανείς ότι οι Εβραίοι του Ισραήλ θα εγκαταλείψουν οικιοθελώς αυτή την θέση, όπως έκαναν και οι λευκοί της Νότιας Αφρικής. Όπως και στην Νότια Αφρική, ο εξαναγκασμός είναι απαραίτητος – και το αυξανόμενο κίνημα Μποϋκοτάζ, Από-επένδυση και Κυρώσεις είναι από τα πιο ισχυρά, μη-βίαια, νόμιμα και δοκιμασμένα εργαλεία εξαναγκασμού που κατέχουν οι Παλαιστίνιοι. Τα αδύναμα σημεία των Ισραηλινών μπορεί να είναι διαφορετικά από εκείνα του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής, αλλά το Ισραήλ δεν είναι άτρωτο μπροστά στην πίεση.

Ο εξαναγκασμός όμως μόνο δεν φτάνει. Όπως έχω κατά καιρούς πει και επιδιώκω να καταφέρω, οι Παλαιστίνιοι θα πρέπει να αποκτήσουν ένα θετικό όραμα. Ούτε οι Παλαιστίνιοι που υποστηρίζουν την λύση για ένα κράτος μπορούν να αγνοούν τις απόψεις των Ισραηλινών Εβραίων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η εναντίωση των Ισραηλινών Εβραίων σε οποιαδήποτε λύση που απειλεί την εξουσία και τα προνόμια τους, πηγάζει από δύο κυρίως λόγους. Ο ένας είναι οι παράλογοι, ρατσιστικοί φόβοι για ορδές μαύρων και καφέ (στην περίπτωση μας οι Μουσουλμάνοι Άραβες), που τροφοδοτούνται επί δεκαετίες με αποικιοκρατικές, ρατσιστικές δεισιδαιμονίες. Ο άλλος λόγος – και ο σημαντικός από τον πρώτο- είναι η φυσιολογική ανθρώπινη ανησυχία για την προσωπική και οικογενειακή αποδιοργάνωση, την απώλεια του κοινωνικό-οικονομικού status και την ασφάλεια της κοινότητας τους: η αλλαγή τρομάζει.

Αλλά η αλλαγή θα έρθει. Χωρίς να επιτρέψουν τον ισραηλινό ρατσισμό και τη διατήρηση των αδικαιολόγητων προνομίων, οι νόμιμες ανησυχίες των Ισραηλινών Εβραίων θα μπορούσαν να τεθούν άμεσα σε οποιαδήποτε διαπραγματευτική μετάβαση που θα διασφάλιζε ότι η αλλαγή στη δημοκρατία θα γίνει σύμφωνα με τους κανονισμούς και οι πολιτικές ανακατανομής θα διεξάγονταν δίκαια. Αναπόφευκτα η κατάργηση του αποικιοκρατικού καθεστώτος θα προκαλούσε πόνο, μιας και οι Ισραηλινοί Εβραίοι θα έχαναν σε εξουσία και προνόμια, αλλά δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστέψουμε ότι δεν θα μπορούσε να είναι μια καλά οργανωμένη διαδικασία ή ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ισραηλινών, όπως και οι λευκοί στην Νότια Αφρική, δεν θα προσαρμόζονταν γρήγορα για χάρη της νομιμότητας και της φυσιολογικής ζωής, που δεν θα μπορούν να έχουν διαφορετικά.

Εδώ θα φανεί η τεράστια αξία της έρευνας και των πραγματικών παραδειγμάτων επιτυχιών, αποτυχιών, δυσκολιών και ευκαιριών στην διαχείριση μιας τέτοιας μετάβασης σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στις γειτονιές, στα σχολειά και τα πανεπιστήμια, στους χώρους εργασίας, στα κρατικά ινστιτούτα και στην αστυνόμευση, παραδείγματα που προέρχονται από την Νότια Αφρική και την Βόρειο Ιρλανδία.

Κάθε κατάσταση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και παρόλο που υπάρχουν παραδείγματα στην ιστορία, ποτέ αυτά δεν επαναλαμβάνονται το ίδιο. Αλλά αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε μέσα από την μελέτη του παρελθόντος και του παρόντος των άλλων είναι ότι οι Παλαιστίνιοι και οι Ισραηλινοί δεν είναι λιγότερο ικανοί να σχεδιάσουν ένα μετά-αποικιοκρατικό μέλλον που όλοι θα έχουν την ευκαιρία μιας άξιας ζωής σε ένα δημοκρατικό κράτος.