Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Μια απάντηση στον Uri Avnery

του Michael Warschawski Πηγή: http://alternativenews.org 8 Οκτώβρη 2009

(Η απάντηση αφορά το άρθρο του Uri Avnery "Το νέο μποϊκοτάζ")

Το κάλεσμα της καμπάνιας BDS, τελικά έφτασε στην Ισραηλινή κοινή γνώμη. Η απόφαση της Νορβηγίας να αποσυρθεί από Ισραηλινές εταιρείες που εμπλέκονται σε οικοδομικές και άλλες δραστηριότητες στους εποικισμούς έκανε τη διαφορά, και αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της σημαντικής αυτής εκστρατείας. Αφού αγνόησε για αρκετά χρόνια την καμπάνια BDS, ο Uri Avnery αισθάνθηκε υποχρεωμένος τελικά να αντιδράσει, δύο φορές, μέσα από το blog του. Όπως ο Uri, έτσι κι εγώ, σπάνια αντιδρώ σε απόψεις άλλων μέσα από το δικό μου blog, γιατί όπως ωραία το θέτει και ο Uri, «Δεν θέλω να επιβάλω τις απόψεις μου, θέλω μόνο να δώσω τροφή για σκέψη και να αφήσω τον αναγνώστη να σχηματίσει δική του άποψη». Όμως μερικά από τα επιχειρήματα που προβάλλονται από τον Uri, απαιτούν μια απάντηση γιατί μπορεί να παραπλανήσουν τους αναγνώστες του.

Παρόλο που κάποιες φορές διαφωνών με τις απόψεις του Avnery – αν και πολύ λιγότερο απ’ ότι παλιότερα – τον σέβομαι ιδιαίτερα ως άνθρωπο, δημοσιογράφο, ακτιβιστή και αναλυτή. Από την αποχή της χρεοκοπίας του «Peace Now» κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του Όσλο, έχουμε βρεθεί κοντά σε κοινές δράσεις και θα τολμούσα να πω πως έχουμε γίνει φίλοι. Γι’ αυτό και αισθάνομαι αναγκασμένος να αντιδράσω στην κριτική που ασκεί για την εκστρατεία BDS.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές, αυτό που θεωρώ πως αποτελεί μια πλαστή διαμάχη. «Το μίσος είναι πολύ κακός σύμβουλος» γράφει ο Uri, και είμαι ο τελευταίος που θα διαφωνήσει με αυτό. Γνωρίζω επίσης, πως θα συμφωνήσει μαζί μου εάν προσθέσω πως στο πολιτικό μας πλαίσιο, το μίσος είναι κατανοητό.

«Το Ισραήλ δεν είναι Νότια Αφρική» λέει ο Uri. Φυσικά και δεν είναι, και κάθε συγκεκριμένη πραγματικότητα διαφέρει από κάθε άλλη. εντούτοις, υπάρχουν μερικές ομοιότητες ανάμεσα στις δύο χώρες: και οι δυό αποτελούν ρατσιστικά κράτη (διαφορετικού είδους) και συστήματα απαρτχάιντ (με την κυριολεκτική έννοια του όρου που είναι «δομικός διαχωρισμός»). Τόσο η Νότια Αφρική όσο και το Ισραήλ, ιδρύθηκαν ως «Ευρωπαϊκά κράτη» σε ένα εθνικό περιβάλλον αποτελούμενο από μη-Ευρωπαίους οι οποίοι θεωρούσαν, δικαίως, το περιβάλλον αυτό εχθρικό. Συμφωνούμε επίσης – κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό – πως προκειμένου ο αγώνας μας να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα, χρειάζεται να οικοδομήσουμε μια κοινή δυναμική που να συμπεριλαμβάνει την Παλαιστινιακή εθνική αντίσταση, τις Ισραηλινές αντικατοχικές δυνάμεις και το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης. Πριν δέκα χρόνια αυτό το ονόμαζα «τρίγωνο της νίκης».

Πράγματι, είχαμε πολλά κοινά με τον Uri, μέχρι που εμφανίστηκε το ζήτημα της διαστρέβλωσης των θέσεων των πολιτικών του αντιπάλων. Στο άρθρο του σχετικά με το άρθρο του Neve Gordon στους LA Times, ο Uri γράφει: «Ο Neve Gordon και οι συνεργάτες του σ’ αυτή την προσπάθεια (BDS) έχουν απελπιστεί με τους Ισραηλινούς». Αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε γιατί ο Neve, εγώ και πολλοί άλλοι που συμμετέχουμε στην εκστρατεία BDS αφιερώνουμε τόσο μεγάλο μέρος του χρόνου μας για την οικοδόμηση από κοινού με τον Uri Avnery, ενός Ισραηλινού κινήματος ενάντια στον πόλεμο, την κατοχή και την αποικιοκρατία; Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι δεν είναι εάν «αλλάζει η Ισραηλινή κοινωνία» αλλά πως και προς τα που.

Ο πολιτικός στόχος του Uri Avnery είναι «η Ισραηλινο-Παλαιστινιακή ειρήνη», δηλαδή ένα συμβιβασμός που θα πρέπει να ικανοποιεί την πλειοψηφία και των δύο κοινοτήτων, σε μια συμμετρική βάση (σε ένα άλλο σημαντικό άρθρο του αυτό το αποκαλεί «αλήθεια ενάντια στην αλήθεια»). Μια τέτοια συμμετρία είναι το αποτέλεσμα μια άλλης σημαντικής πολιτικής υπόθεσης που διατυπώνει ο Avnery: η σύγκρουση στην Παλαιστίνη είναι μια σύγκρουση μεταξύ δύο εθνικών κινημάτων που είναι εξίσου νόμιμα.

Ο Neve και πολλοί ακόμα υποστηρικτές της καμπάνιας BDS διαφωνούμε και με τις δύο αυτές υποθέσεις: ο στόχος μας δεν είναι μια τέτοια «ειρήνη» που στερείται νοήματος (σχεδόν κάθε πόλεμος στη σύγχρονη ιστορία ξεκίνησε κάτω από το πρόσχημα της επίτευξης ειρήνης). Η ειρήνη είναι πάντα αντανάκλαση της σχέσης των δυνάμεων στην οποία δεν μπορεί η μιά πλευρά να επιβάλλει στην άλλη όλα όσα θεωρεί νόμιμα δικαιώματά της.

Αντίθετα από τον Uri, στόχος μας είναι η εκπλήρωση ορισμένων αξιών, όπως τα βασικά ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, ο τερματισμός της κυριαρχίας και της κατοχής, η απο-αποικιοποίηση, η ισότητα και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Σ’ αυτό το πλαίσιο μπορούμε προφανώς να υποστηρίξουμε «ειρηνευτικές πρωτοβουλίες» που μπορούν να μειώσουν το επίπεδο βίας ή και να κερδίσουν σε κάποιο βαθμό κάποια δικαιώματα. Όμως στη στρατηγική μας, η υποστήριξη των πρωτοβουλιών αυτών δεν αποτελεί αυτοσκοπό παρά μόνο έναν τρόπο να κερδηθούν τα προαναφερθέντα δικαιώματα και αξίες.

Η διαφορά αυτή μεταξύ «ειρήνης» και «δικαιοσύνης» συνδέεται με την απόκλιση που αφορά τη δεύτερη υπόθεση που κάνει ο Uri Avnery: την συμμετρία μεταξύ δύο εξίσου νόμιμων εθνικών κινημάτων και βλέψεων.

Για εμάς, ο Σιωνισμός δεν αποτελεί εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, αλλά αποικιακό κίνημα, και το κράτος του Ισραήλ είναι και ήταν πάντα ένα αποικιακό κράτος. Η ειρήνη, ή καλύτερα η δικαιοσύνη, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια συνολική απο-αποικιοποίηση (θα μπορούσε κάποιος να πει και απο-σιωνισμό) του Ισραηλινού κράτους. Αυτό αποτελεί προϋπόθεση για την εκπλήρωση των νόμιμων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων – είτε των προσφύγων, είτε όσων ζουν υπό στρατιωτική κατοχή, είτε των β’ κατηγορίας πολιτών του Ισραήλ. Το εάν το τελικό αποτέλεσμα αυτής της απο-αποικιοποίησης θα είναι μια λύση «ενός-κράτους», δύο δημοκρατικών κρατών (δηλ. όχι ένα «Εβραϊκό Κράτος»), μια λύση ομοσπονδίας ή οποιαδήποτε άλλη θεσμική δομή είναι δευτερεύον, και θα αποφασιστεί τελικά από τον ίδιο τον αγώνα και το επίπεδο συμμετοχής των Ισραηλινών.

Υπό αυτή την έννοια ο Uri Avnery σφάλει όταν δηλώνει πως οι αποκλίσεις μας αφορούν το «ένα» ή τα «δύο κράτη». Όπως εξήγησα παραπάνω, η απόκλισή μας εστιάζεται στα δικαιώματα, την απο-αποικιοποίηση και την αρχή της πλήρους ισότητας. Η μορφή της λύσης είναι, κατά τη γνώμη μου, άσχετη εφόσον συζητάμε για μια λύση σύμφωνα με την οποία οι δύο λαοί ζουν με ελευθερία (δηλαδή χωρίς αποικιοκρατικές σχέσεις) και με ισότητα.

Μια ακόμα σημαντική απόκλιση που έχουμε με τον Uri Avnery αφορά τις διαλεκτικές ανάμεσα στην Παλαιστινιακή εθνική ατζέντα και το ρόλο του αποκαλούμενου Ισραηλινού στρατοπέδου ειρήνης. Ενώ είναι προφανές πως το Παλαιστινιακό εθνικό κίνημα χρειάζεται όσο το δυνατόν περισσότερους Ισραηλινούς συμμάχους για να πετύχει την απελευθέρωση όσο το δυνατόν συντομότερα και με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, δεν μπορεί κανείς να περιμένει πως το Παλαιστινιακό κίνημα θα περιμένει μέχρι ο Uri, ο Neve και οι άλλοι Ισραηλινοί που αντιστέκονται στην αποικιοκρατία πείσουν γι’ αυτό το Ισραηλινό κοινό. Κι αυτό για δυό λόγους: Πρώτον επειδή τα λαϊκά εθνικά κινήματα δεν περιμένουν για να πολεμήσουν την κατοχή και την αποικιοκρατία και δεύτερον επειδή η ιστορία μας έχει διδάξει πως οι αλλαγές μέσα σε μια αποικιακή κοινωνία ήταν πάντα αποτέλεσμα απελευθερωτικών αγώνων, και όχι το αντίθετο. Όταν το τίμημα της κατοχής γίνεται πολύ υψηλό, όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν πως αυτή δεν αξίζει να συνεχιστεί.

Ναι, χρειάζεται να απλώσουμε ένα χέρι συνύπαρξης, αλλά μαζί με μια ατσάλινη πυγμή που να παλεύει για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες. Η αποτυχία της διαδικασίας του Όσλο επιβεβαιώνει ένα παλιό ιστορικό δίδαγμα: οποιαδήποτε προσπάθεια συμφιλίωσης πριν την εκπλήρωση των δικαιωμάτων ενισχύει την συνέχιση των αποικιοκρατικών σχέσεων κυριαρχίας. Χωρίς να καταβληθεί ένα τίμημα, γιατί θα πρέπει οι Ισραηλινοί να σταματήσουν τους εποικισμούς γιατί θα πρέπει να ρισκάρουν μια βαθιά εσωτερική κρίση;

Μ’ αυτό ακριβώς σχετίζεται η καμπάνια BDS: προσφέρει ένα διεθνές πλαίσιο δράσης προκειμένου να βοηθηθεί ο Παλαιστινιακός λαός να κερδίσει τα νόμιμα δικαιώματά του, τόσο σε θεσμικό επίπεδο (κρατικοί και διεθνείς θεσμοί) όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών. Από τη μια πλευρά απευθύνεται στη διεθνή κοινότητα ζητώντας της να επιβάλει κυρώσεις σε ένα κράτος που συστηματικά παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, τις συνθήκες και τις συμφωνίες της Γενεύης. Από την άλλη, καλεί τη διεθνή κοινωνία των πολιτών να δράσει, ατομικά και σε επίπεδο κοινωνικών κινημάτων (συνδικάτα, κόμματα, τοπικά συμβούλια, λαϊκές ενώσεις κλπ) μποϊκοτάροντας αγαθά, επίσημους εκπρόσωπους, θεσμούς κλπ που αντιπροσωπεύουν το αποικιακό Κράτος του Ισραήλ.

Και οι δύο στόχοι (μποϊκοτάζ και κυρώσεις) τελικά θα ασκήσουν πίεση στον Ισραηλινό λαό, θα τον ωθήσουν να κατανοήσει πως η κατοχή και η αποικιοποίηση έχουν ένα τίμημα, πως η παραβίαση των διεθνών κανόνων, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει το Κράτος του Ισραήλ στη θέση ενός κράτους-παρία, που δεν θα είναι ευπρόσδεκτο την κοινωνία των πολιτισμένων εθνών, ακριβώς όπως συνέβη και με τη Νότια Αφρική τις τελευταίες δεκαετίες του απαρτχάιντ. Μ’ αυτή την έννοια, και αντίθετα απ’ ότι ισχυρίζεται ο Uri, η καμπάνια BDS απευθύνεται στο Ισραηλινό κοινό και, αυτή τη στιγμή, αποτελεί τον μόνο τρόπο να προκληθεί μια αλλαγή στην Ισραηλινή συμπεριφορά απέναντι στην κατοχή και την αποικιοποίηση. Αν κανείς συγκρίνει αυτή την εκστρατεία BDS με την εκστρατεία BDS ενάντια στο απαρτχάιντ που χρειάστηκε είκοσι χρόνια για να αρχίσει να αποφέρει καρπούς, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί από το πόσο αποδοτική είναι ήδη η αντι-ισραηλινή εκστρατεία, και ακόμα και στο Ισραήλ επιβεβαιώνονται ήδη τα πρώτα αποτελέσματά της.

Η εκστρατεία BDS ξεκίνησε από έναν πλατύ συνασπισμό Παλαιστινιακών πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων. Κανένας Ισραηλινός που ισχυρίζεται ότι υποστηρίζει τα εθνικά δικαιώματα του Παλαιστινιακού λαού, δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη του στην εκστρατεία αυτή. Δεδομένου ότι οι ακτιβιστές αυτοί, εδώ και χρόνια ισχυρίζονται πως ο «ένοπλος αγώνας δεν αποτελεί λύση» θα είναι σκανδαλώδες να αποκλείσουν την στρατηγική του BDS. Αντίθετα, πρέπει να ενωθούμε όλοι στο «Μποϊκοτάζ από τα μέσα» προκειμένου να υπάρξει Ισραηλινή υποστήριξη στην Παλαιστινιακή αυτή πρωτοβουλία. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε.