Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Το νέο μποϊκοτάζ

Άρθρο του Uri Avnery. Πηγή:http://zope.gush-shalom.org 5 Σεπτέμβρη 2009

Όπως μας λέει η Βίβλος, οι άνθρωποι στα Σόδομα ήταν πραγματικά πολύ αμαρτωλοί

Είχαν την απεχθή συνήθεια να βάζουν κάθε περαστικό ξένο σε ένα ειδικό κρεβάτι. Αν ήταν πολύ ψηλός του έκοβαν τα πόδια. Αν ήταν πολύ κοντός, τέντωναν το σώμα του ώσπου να φτάσει στο απαιτούμενο ύψος. Κατά κάποιο τρόπο, ο καθένας μας έχει ένα τέτοιο κρεβάτι, στο οποίο τοποθετούμε οτιδήποτε καινούργιο. Αντιμέτωποι με μια νέα κατάσταση, έχουμε την τάση να την εξομοιώσουμε με κάποια από τις καταστάσεις που από πριν γνωρίζουμε.

Στην πολιτική, η μέθοδος αυτή είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη. Μας απαλλάσσει από την κουραστική αναγκαιότητα να μελετήσουμε μια άγνωστη σε μας κατάσταση και να βγάλουμε νέα συμπεράσματα. Παλιότερα, το Βιετναμέζικο μοντέλο εφαρμόστηκε σε κάθε αγώνα σε όλο τον κόσμο, από την Αργεντινή ως τη Νότια Κορέα. Στις μέρες μας, η μόδα δείχνει τη Νότια Αφρική. Όλα μοιάζουν με τον αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ αν δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό.

Από όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο μου της προηγούμενης βδομάδας «Η προσευχή του Tutu» έχω πλημμυριστεί με απαντήσεις, κάποιες εγκωμιαστικές, κάποιες υβριστικές, κάποιες σκεπτικιστικές και κάποιες απλώς θυμωμένες. Γενικά, δεν διαπληκτίζομαι με τους αξιότιμους αναγνώστες μου. Δεν θέλω να επιβάλω τις απόψεις μου, παρά μόνο να δώσω τροφή για σκέψη και να αφήσω τους αναγνώστες και τις αναγνώστριές μου να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη. Αυτή τη φορά όμως, νιώθω πως οφείλω στους αναγνώστες μου να ξεκαθαρίσω μερικά σημεία και να απαντήσω σε μερικές από τις ενστάσεις. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Δεν έχω καμιά λογομαχία με τους ανθρώπους που μισούν το Ισραήλ. Είναι εξ απολύτως δικαίωμά τους. Απλά δεν νομίζω πως έχουμε κοινό έδαφος προκειμένου να συζητήσουμε. Θα ήθελα μόνο να επισημάνω ότι το μίσος είναι ένας πολύ κακός σύμβουλος. Δεν οδηγεί πουθενά παρά μόνο σε περισσότερο μίσος. Αυτό, παρεμπιπτόντως, είναι ένα θετικό μάθημα που μπορούμε να πάρουμε από τη νοτιοαφρικανική εμπειρία. Εκεί το μίσος υπερνικήθηκε σε μια αξιοπρόσεκτη έκταση, κυρίως χάρη στην «Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης» με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Tutu, όπου οι άνθρωποι αναγνώρισαν τα παλιότερα αισθήματα δυσαρέσκειάς τους.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: το μίσος δεν οδηγεί στην ειρήνη. Επιτρέψτε μου να είμαι αρκετά κατηγορηματικός σχετικά με αυτό, γιατί νιώθω πως μερικοί άνθρωποι το ξεχνάμε κάτω από το βάρος της δίκαιης αγανάκτησής που τους προκαλεί η Ισραηλινή κατοχή. Η ειρήνη επέρχεται μεταξύ εχθρών, μετά από έναν πόλεμο, στον οποίο έχουν συμβεί πάντα φοβερά πράγματα. Η ειρήνη μπορεί να επέλθει και να διατηρηθεί μεταξύ λαών που είναι προετοιμασμένοι να ζήσουν ο ένας με τον άλλο, σέβονται ο ένας τον άλλο, αναγνωρίζουν την ανθρώπινη φύση ο ένας του άλλου. Δεν είναι απαραίτητο να αγαπιούνται. Η περιγραφή της άλλης πλευρά ως τέρατα μπορεί να είναι χρήσιμη για να εξαπολυθεί ένας πόλεμος, αλλά εξαιρετικά άχρηστη για να επιτευχθεί ειρήνη.

Όταν λαμβάνω μια επιστολή που στάζει έχθρα για το Ισραήλ, αυτό απεικονίζει όλους τους Ισραηλινούς (και εμένα φυσικά) ως τέρατα. Αδυνατώ να δω πως ο συγγραφέας της φαντάζεται την ειρήνη. Ειρήνη με τα τέρατα; Άγγελοι και τέρατα να ζουν πλάι-πλάι ειρηνικά και αρμονικά σε ένα κράτος, μισώντας ο ένας τα άντερα του αλλουνού;

Η οπτική ενός Ισραήλ ως μονολιθική οντότητα που αποτελείται από ρατσιστές και βάρβαρους καταπιεστές είναι μια καρικατούρα. Το Ισραήλ είναι μια σύνθετη κοινωνία, που παλεύει με τον εαυτό της. Οι δυνάμεις του καλού και του κακού, και πολλές άλλες ανάμεσα, είναι εγκλωβισμένες σε μια καθημερινή μάχη σε πολλά διαφορετικά μέτωπα. Οι έποικοι και οι υποστηρικτές τους είναι ισχυροί, ίσως και να δυναμώνουν περισσότερο (παρόλο που πολύ αμφιβάλω), αλλά απέχουν πολύ – ακόμα και κατά τη δική τους άποψη – από μια αποφασιστική νίκη. Ο Neve Gordon, για παράδειγμα, αφέθηκε ανενόχλητος στη θέση του στο Πανεπιστήμιο Ben Gurion, γιατί οποιαδήποτε προσπάθεια να απομακρυνθεί θα προκαλούσε δημόσια κατακραυγή.

Δεν έχω επίσης καμιά λογομαχία με αυτούς που θέλουν τη διάλυση του κράτους του Ισραήλ. Είναι δικαίωμά τους να το επιδιώκουν, όσο είναι και δικό μου δικαίωμα να θέλω τη διάλυση, ας πούμε, των ΗΠΑ ή της Γαλλίας, που δεν έχουν επίσης ακηλίδωτο παρελθόν. Διαβάζοντας μερικά από τα μηνύματα που έλαβα και προσπαθώντας να αναλύσω το περιεχόμενό τους, έχω την αίσθηση πως δεν πρόκειται τόσο για το μποϊκοτάζ ενάντια στο Ισραήλ όσο για την ίδια την ύπαρξή του. Μερικοί από τους επιστολογράφους προφανώς θεωρούν πως η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ ήταν ένα τρομερό λάθος από την αρχή, και γι’ αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί. Να γυρίσει ο τροχός της ιστορίας περίπου 62 χρόνια πριν και να ξαναρχίσουμε από την αρχή.

Αυτό που πραγματικά με ενοχλεί είναι πως σχεδόν κανείς στη Δύση δε βγαίνει να πει καθαρά: Το Ισραήλ πρέπει να καταργηθεί. Μερικές από τις προτάσεις, όπως εκείνες για το «Ένα Κράτος», ηχούν ως ευφημισμοί. Αν κάποιος πιστεύει πως το κράτος του Ισραήλ πρέπει να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από ένα κράτος της Παλαιστίνης, ή ένα κράτος της ευτυχίας, γιατί δεν το λέει ανοιχτά;

Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ειρήνη. Η ειρήνη ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη προϋποθέτει πως το Ισραήλ θα υπάρχει. Η ειρήνη μεταξύ των δύο λαών προϋποθέτει πως και οι δύο θα έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και θα συμφωνήσουν για την ειρήνη. Πιστεύει κανείς πραγματικά πως τα ρατσιστικά τέρατα όπως εμείς θα συμφωνήσουμε να καταργήσουμε το κράτος μας εξαιτίας ενός μποϊκοτάζ;

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί δεν συμφώνησαν να ζήσουν σε ένα κοινό κράτος, παρόλο που οι διαφορές τους ήταν ασύγκριτα μικρότερες από αυτές ανάμεσα στους Εβραίους Ισραηλινούς και τους Άραβες Παλαιστίνιους. Αντί γι’ αυτό έστησαν μια Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούμενη από έθνη-κράτη. Περίπου 50 χρόνια μετά κάλεσα για μια παρόμοια Σημιτική Ένωση, που να περιλαμβάνει το Ισραήλ και την Παλαιστίνη και εξακολουθώ να το υποστηρίζω.

Εν πάση περιπτώσει δεν έχει νόημα να διαφωνεί κανείς με αυτούς που προσεύχονται για την εξαφάνιση του κυρίαρχου κράτους του Ισραήλ περισσότερο απ’ ότι προσεύχονται για την εμφάνιση ενός κυρίαρχου κράτους της Παλαιστίνης δίπλα του. Η πραγματική διαφωνία βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να δουν την ειρήνη ανάμεσα στα δύο κράτη, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Το ερώτημα είναι: πώς μπορεί αυτή η ειρήνη να επιτευχθεί; Αυτή είναι μια τίμια συζήτηση και διεξάγεται γενικά με πολιτικό τρόπο. Η συζήτηση μου με τον Neve Gordon γίνεται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.

Οι υπέρμαχοι του μποϊκοτάζ πιστεύουν πως ο κύριος, στην πραγματικότητα ο μόνος τρόπος να πειστεί το Ισραήλ να εγκαταλείψει τα κατεχόμενα εδάφη και να συμφωνήσει στην ειρήνη είναι να ασκήσουν εξωτερικές πιέσεις. Δεν έχω καμία φιλονικία με την ιδέα της εξωτερικής πίεσης. Το ζήτημα είναι: πίεση σε ποιόν; Στην κυβέρνηση, τους έποικους και τους υποστηρικτές τους, ή συνολικά στον Ισραηλινό λαό; Η πρώτη απάντηση είναι πιστεύω η σωστή. Γι’ αυτό ελπίζω πως ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα θα κοινοποιήσει ένα λεπτομερές ειρηνευτικό σχέδιο με ένα καθορισμένο χρονοδιάγραμμα και θα ασκήσει τις απέραντες δυνάμεις πειθούς των ΗΠΑ για να φέρει τις δύο πλευρές σε συμφωνία. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι πολιτικά εφικτό χωρίς την υποστήριξη ενός μεγάλου μέρους της ισραηλινής κοινωνίας (και, παρεμπιπτόντως, της Εβραϊκής κοινότητας των ΗΠΑ).

Κάποιοι αναγνώστες έχουν χάσει κάθε ελπίδα από τον Ομπάμα. Αυτό είναι, αναμφίβολα, πρόωρο. Ο Ομπάμα δεν έχει παραδοθεί στον Μπένζαμιν Νετανιάχου – στην πραγματικότητα μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Η προσπάθεια συνεχίζεται, είναι μια σκληρή προσπάθεια ενάντια στην αποφασιστική αντίθεση, και πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να βοηθήσουμε την ειρηνευτική πολιτική του Ομπάμα να επικρατήσει. Πρέπει να το κάνουμε ως Ισραηλινοί, μέσα από το Ισραήλ, και με αυτόν τον τρόπο να δείξουμε πως δεν πρόκειται για μια προσπάθεια, έναν αγώνα των ΗΠΑ ενάντια στο Ισραήλ, αλλά μια κοινή προσπάθεια ενάντια στην Ισραηλινή κυβέρνηση και τους έποικους.

Οποιοδήποτε μποϊκοτάζ πρέπει να εξυπηρετεί αυτό το σκοπό: την απομόνωση των εποίκων και των ατόμων και ιδρυμάτων που ανοιχτά τους υποστηρίζουν, όχι όμως και την κήρυξη πολέμου στο Ισραήλ και τον Ισραηλινό λαό ως τέτοιο. Στα 11 χρόνια που έχουν περάσει από όταν το Gush Shalom ξεκίνησε το μποϊκοτάζ των προϊόντων των εποίκων, η διαδικασία αυτή έχει δυναμώσει. Πρέπει να επαινέσουμε την απόφαση της Νορβηγίας, αυτή τη βδομάδα, να αποσύρει τις επενδύεις της από την Ισραηλινή εταιρεία Elbit, λόγω της εμπλοκής της με το «Διαχωριστικό Τείχος» που χτίζεται σε Παλαιστινιακή γη με στόχο να προσαρτήσει τα κατεχόμενα εδάφη στο Ισραήλ. Πρόκειται για ένα θαυμάσιο παράδειγμα: μια στοχευμένη δράση ενάντια σε έναν συγκεκριμένο στόχο, βασισμένη σε μια απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Πιστεύω πως πολλά περισσότερα μπορούν να γίνουν από μια συμπυκνωμένη εθνική και διεθνή εκστρατεία. Πρέπει να φτιαχτεί ένα κεντρικό γραφείο για να κατευθύνει την προσπάθεια αυτή σε όλο τον κόσμο, ενάντια σε σαφείς και συγκεκριμένους στόχους. Μια τέτοια προσπάθεια θα μπορούσε να ενισχυθεί από την παγκόσμια κοινή γνώμη, που αποσύρεται από την ιδέα του μποϊκοτάζ του Ισραηλινού κράτους, και όχι μόνο λόγω της μνήμης του Ολοκαυτώματος, αλλά θα συνταυτιστεί με δράσεις ενάντια στην Κατοχή και την καταπίεση.

Έχω δεχτεί ερωτήματα σχετικά με την αντίδραση των Παλαιστίνιων στην ιδέα του μποϊκοτάζ. Αυτή τη στιγμή, οι Παλαιστίνιοι δεν μποϊκοτάρουν ούτε τους εποικισμούς, στην πραγματικότητα είναι οι Παλαιστίνιοι εργάτες αυτοί που χρίζουν σχεδόν όλα τα σπίτια των εποίκων, λόγω οικονομικών αναγκών. Μπορούμε μόνο να μαντέψουμε τα αισθήματά τους. όλοι οι Παλαιστίνιοι που σέβονται τον εαυτό τους, φυσικά, θα υποστήριζαν οποιοδήποτε αποτελεσματικό μέτρο που κατευθύνεται ενάντια στην κατοχή. Αλλά δεν θα ήταν τίμιο να τους δελεάζουμε με την ψεύτικη ελπίδα ότι ένα παγκόσμιο μποϊκοτάζ θα κάνει το Ισραήλ να γονατίσει. Η αλήθεια είναι πως μόνο η στενή συνεργασία Παλαιστίνιων, Ισραηλινών και διεθνών ειρηνευτικών δυνάμεων θα μπορέσει να παράξει την απαραίτητη ορμή για να σταματήσει η κατοχή και να επιτευχθεί η ειρήνη.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή ο στόχος μας σήμερα στο Ισραήλ δεν είναι τόσο να πειστεί η πλειοψηφία των Ισραηλινών πως η ειρήνη είναι καλή και το τίμημα αποδεκτό, αλλά πως η ειρήνη είναι γενικά εφικτή. Οι περισσότεροι Ισραηλινοί έχουν χάσει κάθε ελπίδα και η αναγέννηση των ελπίδων τους είναι απόλυτα ζωτικής σημασίας ζήτημα στο δρόμο προς την ειρήνη.

Για να απομακρύνω οποιαδήποτε παρερμηνεία σχετικά με το πρόσωπό μου, επιτρέψτε μου να δηλώσω όσο πιο καθαρά γίνεται τη θέση μου:

Είμαι Ισραηλινός. Είμαι Ισραηλινός πατριώτης. Θέλω το κράτος μου να είναι δημοκρατικό, κοσμικό και φιλελεύθερο, να σταματήσει την κατοχή και να ζει ειρηνικά τόσο με το ελεύθερο και κυρίαρχο Παλαιστινιακό κράτος που θα δημιουργηθεί δίπλα τους, όσο και με τον Αραβικό κόσμο συνολικά. Θέλω το Ισραήλ να είναι ένα κράτος που θα ανήκει σε όλους τους πολίτες του, χωρίς διακρίσεις εθνικής προέλευσης, φύλου, θρησκείας ή γλώσσας, με πλήρη και ίσα δικαιώματα για όλους, ένα κράτος στο οποίο η Εβραιόφωνη πλειοψηφία θα διατηρήσει τους στενούς δεσμούς της με τις Εβραϊκές κοινότητες σε όλο τον κόσμο, και οι Αραβόφωνοι πολίτες θα είναι ελεύθεροι να διατηρήσουν τους στενούς δεσμούς τους με τους Παλαιστίνιους αδελφούς και αδελφές τους και τον Αραβικό κόσμο.

Αν αυτό είναι ρατσισμός, Σιωνισμός ή κάτι ακόμα χειρότερα – ας είναι.