Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Φατάχ: Ένα νέο ξεκίνημα ή το επικείμενο τέλος;

Άρθρο του Ramzy Baroud στο Maan News 14 Αυγούστου 2009

Αυτή δεν είναι η λογική σειρά των πραγμάτων. Μια παντοδύναμη κατοχή υποτίθεται ότι συναντάει αντίσταση από ένα εξίσου αποφασισμένο, στοχοπροσηλωμένο και ανένδοτο εθνικό κίνημα, πεισματικά αποφασισμένο να κερδίσει με κάθε κόστος και κάθε μέσο την ελευθερία.

Αυτός είναι ο άγραφος νόμος που ιστορικά διέπει και θωρακίζει τα επιτυχημένα προγράμματα εθνικής απελευθέρωσης. Το κίνημα της Φατάχ, υπό τον Πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς θέλει να αλλάξει αυτή τη σειρά, αντιμετωπίζοντας την ισραηλινή αποικιοκρατία με έναν κακώς εννοούμενο «ρεαλισμό», αντιμετωπίζοντας την ακραία βία με δηλώσεις στον Τύπο φορτωμένες με ατελείωτα κλισέ τα περισσότερα από τα οποία δεν λαμβάνουν δημοσιότητα, αντιμετωπίζοντας την αποφασιστική προσπάθεια των ισραηλινών να διαλύσουν τις παλαιστινιακές προσδοκίες με πολιτικό φυλετισμό, φραξιονιστική αποσύνθεση και εσωτερικές διαμάχες.
Πράγματι, το για πολύ καιρό καθυστερημένο Συνέδριο της Φατάχ, που ξεκίνησε στη Βηθλεέμ στις 4 Αυγούστου τόνισε το προφανές: το συνολικό κίνημα που είχε σκοπό να απαιτήσει και να διασφαλίσει τα παλαιστινιακά εθνικά δίκαια έχει εξελιχθεί σε ένα υποκείμενο που, αν μη τι άλλο, θα συνεχίσει να εκτροχιάζει την εθνική Παλαιστινιακή υπόθεση.
Συμβαίνει σε μια στιγμή όπου ο παλαιστινιακός λαός έχει επειγόντως ανάγκη μια συλλογική απάντηση, αρκετά δυνατή ώστε να αντιμετωπίσει την ισραηλινή στρατιωτική καταπίεση, αρκετά εύγλωττη ώστε να μεταφέρει το παλαιστινιακό μήνυμα στο παγκόσμιο ακροατήριο, και αρκετά έξυπνη ώστε να κινητοποιήσει διεθνή υποστήριξη και συμπάθειά προς όφελος της παλαιστινιακής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αλλά αυτό που παρακολουθήσαμε στη Βηθλεέμ ήταν μια αλλόκοτη εκδήλωση διχόνοιας συμφεροντολογικών ελίτ που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για κενούς τίτλους, άχρηστες θέσεις και ανύπαρκτο πρεστίζ.
Η παρωδία ξεκίνησε όταν εκατοντάδες πρόσθετοι σύνεδροι κλήθηκαν να συμμετάσχουν στον ήδη διογκωμένο αριθμό μελών της Φατάχ, με την ελπίδα ότι η παρουσία τους θα ενισχύσει τη θέση του ηγέτη της μιάς ή της άλλης κλίκας. Παραδόξως, ο τόπος συνάντησης ήταν η κατεχόμενη Βηθλεέμ. Οι εκπρόσωποι του κινήματος "αντίστασης" πέρασαν από ισραηλινά τσεκ πόιντ και ανιχνευτές μετάλλων για να φτάσουν εκεί και να συζητήσουν για υποθετικές επαναστάσεις και φανταστική αντίσταση. Αποκλείστηκαν τα μέλη της Φατάχ που δεν πέρασαν τον ισραηλινό έλεγχο. Ίσως, δεν ήταν αρκετά "επαναστατικοί" για τα ισραηλινά γούστα.
Μετά άρχισε το σόου. Θα έλπιζε κανείς να μπορούσε έστω και λίγο να περηφανευτεί πως οι αντιπρόσωποι δεν συμμετείχαν σε μια τυπική συνάντηση κομφορμιστών όπως στην περίπτωση των συνεδρίων των κυβερνητικών κομμάτων σε όλη την περιοχή. Αλλά αυτό θα ήταν σαν να κορόιδευε κανείς τον εαυτό του.
Οι έντονες συζητήσεις που εξελίχθηκαν σε διαγωνισμό κραυγών, μικρή σχέση είχαν με τους αγώνες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο παλαιστινιακός λαός στην Παλαιστίνη και στο εξωτερικό. Δεν ήταν η δεινή κατάσταση της Γάζας, ούτε το θέμα των προσφύγων, ούτε η καλύτερη μέθοδος για τη συσπείρωση της διεθνούς αλληλεγγύης που προκάλεσε την οργή στα πλέον σεβαστά μέλη. Οι διαφορές ήταν κυρίως προσωπικές. Η λεγόμενη νέα γενιά προσπαθούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη εκπροσώπηση από τη λεγόμενη παλιά φρουρά, στην 24-μελή Κεντρική Επιτροπή του κινήματος και στο 130-μελές Επαναστατικό Συμβούλιο.
Πολλές αναφορές στον τύπο προσπάθησαν να μειώσουν την συνεχιζόμενη αναταραχή στη Φατάχ σε μικρο- επεισόδια και μισές αλήθειες. Η παλιά αναμασημένη ανοησία της «μετριοπαθούς» Φατάχ που αντιπαρατίθεται για άλλη μια φορά στην "εξτρεμιστική" Χαμάς, η βία της δεύτερης με την επένδυση της πρώτης σε μια υποτίθεται ειρηνευτική διαδικασία, εκείνοι που θέλουν να ζήσουν με ειρήνη, πλάι πλάι με το Ισραήλ και εκείνοι που θέλουν να «εξολοθρευτεί» το εβραϊκό κράτος.
«Τώρα οι Παλαιστίνιοι - όπως και οι Ισραηλινοί και οι διεθνείς υποστηρικτές της Φατάχ - περιμένουν να δουν τα αποτελέσματα», ανέφερε η εφημερίδα New York Times. Σωστό, αλλά οι Παλαιστίνιοι περιμένουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Η Φατάχ έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια των χρόνων. Ξεκίνησε ως ένα κίνημα αντίστασης από μέλη με καλές προθέσεις, κυρίως φοιτητές και νέους επαγγελματίες στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60. Η νεαρή ηγεσία κινητοποιούνταν από διάφορους παράγοντες, οι κυριότεροι από τους οποίους ήταν η δεινή κατάσταση των προσφύγων, η έλλειψη μιας πραγματικά ανεξάρτητης παλαιστινιακής ηγεσίας και η αποτυχία των αραβικών κυβερνήσεων να τηρήσουν τις υποσχέσεις της για απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Η αντίσταση ήταν πραγματικά στον πυρήνα του απελευθερωτικού προγράμματος της Φατάχ.
Ένας από τους ιδρυτές του κινήματος έγραψε κάποτε: "Δεν ήταν μόνο οι εμπειρίες και τα λάθη των παλιότερων, που βοήθησαν στον προσανατολισμό στα πρώτα μας βήματα. Ο ανταρτοπόλεμος στην Αλγερία, που ξεκίνησε πέντε χρόνια πριν από τη δημιουργία της Φατάχ, μας επηρέασε βαθιά. Εντυπωσιαστήκαμε από την ικανότητα των αλγερινών εθνικιστών να σχηματίσουν ένα συμπαγές μέτωπο, να διεξάγουν έναν πόλεμο εναντίον ενός στρατού χιλιάδες φορές ανώτερου από το δικό τους, να λαμβάνουν πολλές μορφές ενισχύσεων από διάφορες αραβικές κυβερνήσεις, και ταυτόχρονα να μην εξαρτώνται από αυτές."
Κατά τη διάρκεια των χρόνων, από πολιτική ή στρατιωτική αναγκαιότητα, εσωτερικές διαμάχες ή άλλους παράγοντες, η Φατάχ έγινε ένα χωνευτήρι που περιλαμβάνει ρομαντικούς επαναστάτες και ποιητές, πλούσιες ελίτ και εύστροφους πολιτικούς. Ήταν μια περίεργη ισορροπία, μια ισορροπία, παρόλα αυτά η οποία κρατούσε τους καχύποπτους Παλαιστίνιους αισιόδοξους ότι τα επαναστατικά στοιχεία στη Φατάχ τελικά θα επικρατήσουν. Αλλά μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Όσλο με το Ισραήλ από τον Γιασέρ Αραφάτ το 1993, οι εκατομμυριούχοι και οι αμφίβολου πολιτικού κύρους σύμμαχοί τους κέρδισαν, μετατρέποντας τη Φατάχ σε μια γιγαντιαία επιχείρηση, που τρέφεται από την κενή ρητορική της ειρήνης, χρηματοδοτείται από διεθνείς δωρητές και διοικείται από τα ρεαλιστικά στοιχεία του κινήματος τα οποία συμμάχησαν με το Ισραήλ για να διαφυλάξουν τα κέρδη, αν και ασήμαντα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο «οι Παλαιστίνιοι περίμεναν», ίσως με την ελπίδα ότι για μία ακόμη φορά η Φατάχ θα επανέλθει στις ιδρυτικές της αρχές, με ένα συνεκτικό εθνικό πρόγραμμα, που θα καθορίζει την ενότητα του σκοπού και τη σαφήνεια του στόχου. Δεν ήταν ότι οι Παλαιστίνιοι ήθελαν τόσο πολύ τη βίαιη αντίσταση και να τα τινάξουν όλα στον αέρα, αλλά περίμεναν για άλλη μια φορά ότι η Φατάχ θα θεσμοθετούσε την αντίσταση ως ιδέα, ως κουλτούρα, με όλες της τις εκφάνσεις, όπως είναι αναγκαίο. Ήθελαν η Φατάχ να επανέλθει στα βασικά, να υιοθετήσει τον αγώνα του λαού, σε αντίθεση με τη προδοτική ρητορική που έχει μετατρέψει την Παλαιστίνη σε μια σειρά από πολιτικές κλίκες, η κάθε μια εξοπλισμένη με ΜΚΟ, ενημερωτικά δελτία και φουσκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Είναι ανάγκη να καταγγελθεί αυτό το επαίσχυντο επεισόδιο στην ιστορία του παλαιστινιακού αγώνα, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι η ιστορία έχει τρόπο να επαναλαμβάνεται. Η παραπαίουσα Φατάχ που ιδρύθηκε για να αντιπροσωπεύσει τις φιλοδοξίες των καταπιεσμένων Παλαιστινίων προσφύγων βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με την ίδια ιστορική αναγκαιότητα που αντιμετώπισαν στο παρελθόν άλλα αποτυχημένα κινήματα. Αν η Φατάχ αποτύχει να ανασυγκροτήσει εκ νέου τον εαυτό της ως ένα πραγματικό εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, μια ομπρέλα που να ενώνει όλες τις πτυχές της παλαιστινιακής κοινωνίας, τότε σύντομα θα διασπαστεί και τελικά θα διαλυθεί, ή θα εξαφανιστεί εντελώς. Αλλά η αληθινή πρόκληση παραμένει: εκείνοι που θα αναλάβουν τη σκυτάλη θα μάθουν από την "εμπειρία και τα λάθη των προκατόχων τους; Ο χρόνος θα δείξει.