Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2002

Salah Jaber: Οι συμφωνίες της Ουάσιγκτον

(Προηγούμενο: Ο στόχος μας - Μια κομμουνιστική απελευθερωτική στρατηγική)

Γράφτηκε το Δεκέμβρη 1993 και δημοσιεύτηκε στο Σπάρτακο 38 το καλοκαίρι 1994.

Η συμφωνία που υπογράφτηκε στην Ουάσιγκτον στις 13 Σεπτεμβρίου 1993 από την ηγεσία Αραφάτ της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO - ΟΑΠ) και από τη σιωνιστική κυβέρνηση των Ράμπιν και Πέρες υπό την προστασία του Μπιλ Κλίντον, είναι προϊόν τριών εξελίξεων που συνοψίζονται εδώ με χρονολογική σειρά.

  1. Η ακμή των μακρών πολιτικών οπισθοχωρήσεων της ηγεσίας της ΟΑΠ κάτω από τις ενωμένες πιέσεις του σιωνιστικού κράτους, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, των αντιδραστικών αραβικών κυβερνήσεων και της Μόσχας -τόσο του Μπρέζνιεφ, κατόπιν του Γκορμπατσόφ όσο και του Γιέλτσιν.

Η ηγεσία Αραφάτ (η προέλευση των σημαντικά διεφθαρμένων εξορισμένων αστών γραφειοκρατών της ΟΑΠ καθώς και του παλαιστινιακού καπιταλισμού των κατεχόμενων περιοχών του 1967 και της διασποράς) έχασε τους τελευταίους της δεσμούς με τις μαχόμενες παλαιστινιακές μάζες, όταν έχασε τις τελευταίες θέσεις της στο Λίβανο κατά το 1982-83, κατά τις επιθέσεις, από το Ισραήλ και κατόπιν από τη Συρία. Τότε στράφηκε προς μια συμφωνία μέσω διαπραγματεύσεων με το σιωνιστικό κράτος υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών:

- έπαινος του «σχεδίου Ρήγκαν» το 1982

- επανασυμφιλίωση με το βασιλιά Χουσεΐν της Ιορδανίας και κατόπιν με την αιγυπτιακή κυβέρνηση του Χόσνι Μουμπάρακ το 1983

- συμφωνία με την ιορδανική μοναρχία και ρήξη με την Αριστερά της ΟΑΠ το 1985 (η συμφωνία αυτή ακυρώθηκε μονόπλευρα από το βασιλιά το 1986 και έκανε την ηγεσία Αραφάτ να επανασυμφιλιωθεί με την Αριστερά της ΟΑΠ το 1987)

- επίσημη αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ, το δικαίωμα της ύπαρξής του μέσα στα εξασφαλισμένα όρια, την επαναβεβαίωση του σχεδίου της «ιορδανο-παλαιστινιακής συνομοσπονδίας» και την «απάρνηση της τρομοκρατίας» το 1988.

  1. Ο μετασχηματισμός του εθνικού παλαιστινιακού αγώνα με το μεγάλο άλμα μπροστά της Ιντιφάντα, το οποίο από τότε που άρχισε το Δεκέμβριο του 1987, τοποθέτησε τον παλαιστινιακό λαό -πιο συγκεκριμένα το μέρος του που διαμένει στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, υπό την κατοχή του Ισραήλ από το 1967- πίσω στο κέντρο της περιφερειακής πολιτικής.

Ενώ οι διαδοχικές ήττες της εξόριστης ΟΑΠ είχαν σημαντικά περιθωριοποιήσει το ρόλο της στην αραβική πολιτική, το 1987, το αυθόρμητο ξέσπασμα της Ιντιφάντα στα κατεχόμενα που είχε προωθηθεί από τη συσσωρευμένη στέρηση ενίσχυσε ξαφνικά τον παλαιστινιακό παράγοντα στο μεσανατολικό πολιτικό σκηνικό περισσότερο από κάθε άλλη φορά από τις σφαγές της Ιορδανίας του 1970. Ο βασιλιάς Χουσεΐν έβγαλε τα κατάλληλα συμπεράσματα και επίσημα παραιτήθηκε από την απαίτησή του να ξανακερδίσει τη Δυτική Όχθη που προσαρτήθηκε στο βασίλειό του από τον καιρό του αραβο-ισραηλινού πολέμου του 1948.

Τα σχέδια διευθέτησης των περιφερειακών διαμαχών που επιδίωκαν να παραμερίσουν τον παλαιστινιακό λαό με το να διαπραγματευτούν απευθείας με την Ιορδανία -ειδικότερα το σχέδιο Άλλον που προωθήθηκε από το ισραηλινό Εργατικό Κόμμα από τον καιρό των σφαγών στην Ιορδανία το 1970 και αναζωπυρώθηκε από τον Σιμόν Πέρες το 1986 μετά την επιστροφή του στην εξουσία της σιωνιστικής κυβέρνησης συνασπισμού- έγινε στο εξής αδύνατο. Ήταν απαραίτητο να αντικατασταθεί ο ιορδανός διαπραγματευτής από την ηγεσία Αραφάτ της ΟΑΠ, το μόνο παλαιστινιακό αξιόπιστο συνομιλητή από άποψη πολιτικής αντιπροσωπευτικότητας και διάθεσης για συμμετοχή σε μια περιφερειακή PAX AMERICANA.

Η κυβέρνηση Ρήγκαν αντέδρασε σχετικά απαιτώντας νέες πολιτικές παραχωρήσεις από την ηγεσία Αραφάτ το 1988 πριν αρχίσει τον επίσημο διάλογο μαζί της. Εν τούτοις αυτή η πρώτη επίσημη προσπάθεια κατέληξε σε αδιέξοδο: μπλοκαρίστηκε τόσο από την ισραηλινή μεριά -πολύ γρήγορα, όταν το Νοέμβριο 1988για μια ακόμη φορά κυβερνούσε μόνη της η σιωνιστική Δεξιά υπό την αρχηγία του Σαμίρ- όπως και από την αραβο-παλαιστινιακή μεριά, αφού, απέναντι στην άρνηση του Λικούντ, ο Αραφάτ αποφάσιζε να παίξει το χαρτί του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, που είχε αναδειχθεί στρατιωτικά δυναμωμένο από τον πόλεμό του με το Ιράν. Η Βαγδάτη φαινόταν πλέον σαν η κύρια βάση πολιτικο-στρατιωτικής στήριξης της ηγεσίας της ΟΑΠ, αντισταθμίζοντας έτσι την παραίτηση ενός Γκορμπατσόφ από κάθε διάθεση να προσφέρει αντίβαρο στις πιέσεις των ΗΠΑ.

  1. Η ανατροπή των συσχετισμών δύναμης στη Μέση Ανατολή με τον πόλεμο του Κόλπου το 1991 και η επιβεβαίωση της ευθυγράμμισης της Μόσχας με την πολιτική της Ουάσιγκτον σ‘ αυτή την περιοχή του κόσμου.

Η καταστροφή του Ιράκ βιώθηκε από τον παλαιστινιακό λαό, και όχι χωρίς αιτία, ως μία ήττα της υπόθεσής του, όχι επειδή θα ήταν σωστό να στηριχτούν πάνω στην απάνθρωπη αστική δικτατορία του Σαντάμ Χουσεΐν αλλά με την λογική ότι η συντριβή του Ιράκ άλλαξε ριζικά την ισορροπία της περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης προς όφελος του Ισραήλ. Αυτή η αλλαγή όμως δεν ήταν έργο του σιωνιστικού στρατού -που αυτή τη φορά δεν είχε τα μέσα να κάνει τη δουλειά μόνος του όπως το 1948,1967 και 1973- αλλά του ίδιου του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών. Για την Ουάσιγκτον ήταν αναγκαίο να επισφραγίσει την επιβεβαίωση της στρατιωτικής υπεροχής της στη Μέση Ανατολή με την ίδρυση μιας «νέας περιφερειακής τάξης», ενός ζωτικού παράγοντα της «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων» που κήρυξε ο Μπους.

Για πρώτη φορά στην ιστορία οι συνθήκες φάνηκαν ευμενείς για την ίδρυση μιας σφαιρικής PAX AMERICANA σ‘ αυτή τη περιοχή του κόσμου: η ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν δυνατότερη και λιγότερο αμφισβητούμενη από κάθε άλλη φορά, αφού είχε γίνει συνένοχος ο παραδοσιακός σοβιετικός αντίπαλος- από τα δύο αραβικά φρούρια εθνικιστών μετά την αποσκίρτηση της Αιγύπτου, το πρώτο, το Ιράκ συντρίφτηκε και το άλλο, η Συρία «γύρισε» και ενώθηκε με το στρατόπεδο των συμμάχων της Ουάσιγκτον- ο Αραφάτ ήταν πιο αδύναμος και πιο απομονωμένος από κάθε άλλη φορά από το 1967. Γι‘ αυτό ήταν και έτοιμος για κάθε άλλο συμβιβασμό. Παραδόξως το κύριο εμπόδιο στην PAXAMERICANA ήταν στο εξής η ίδια η σιωνιστική Δεξιά με τη μορφή της κυβέρνησης Σαμίρ.

Με την ελπίδα να αποκτήσει το δάνειο των δέκα δισεκατομμυρίων δολαρίων, που είπε ότι χρειαζόταν για να απορροφήσει το κύμα των εβραίων προσφύγων από τη Σοβιετική Ένωση, ο Σαμίρ δέχτηκε να πάρει μέρος στις διαπραγματεύσεις που εγκαινιάστηκαν με μεγάλη μεγαλοπρέπεια από τον Μπους στην Μαδρίτη τον Οκτώβριο του 1991. Για πρώτη φορά όλα τα επίσημα μέλη στην ισραηλινο-αραβική διαμάχη αντιπροσωπεύονταν συμπεριλαμβανομένης και της ηγεσίας Αραφάτ στην ΟΑΠ, η οποία στην πραγματικότητα καθοδηγούσε την παλαιστινιακή αντιπροσωπεία -ακόμα και αν οι εξευτελιστικές συνθήκες, που επιβλήθηκαν από το Σαμίρ, έγιναν δεκτές για καθαρά τυπικούς λόγους (κανένας εξόριστος ή αντιπρόσωπος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ δε συμμετείχε). Εν τούτοις οι διαπραγματεύσεις αποτελματώθηκαν πολύ γρήγορα λόγω του πείσματος της σιωνιστικής Δεξιάς. Το αποτέλεσμα ήταν η πιο θεαματική αναμέτρηση στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ-ΗΠΑ με την προφανή διαφωνία μεταξύ ανάδοχου και βαπτιστικού του και την άρνηση της συγκατάθεσης για το δάνειο που απαιτήθηκε χωρίς πολιτικό αντιστάθμισμα.

Ο προκαταρκτικός όρος για τη συμφωνία
Οι πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, η προοπτική για μια διάσπαση μεταξύ της παγκόσμιας υπερδύναμης και του σιωνιστικού προστατευόμενου την ώρα που η ισραηλινή κοινωνικο-οικονομική κατάσταση χειροτέρευε αδιάκοπα ήταν ένας αποφασιστικός παράγοντας στη νίκη που μετά βίας πέτυχε το κόμμα των Ραμπίν και Πέρες στις ισραηλινές εκλογές του 1992. Η επιστροφή αυτής της ομάδας στην εξουσία άνοιξε το δρόμο για την PAXAMERICANA που μπλόκαρε ο Σαμίρ. Το 1987-88 οι Ραμπίν και Πέρες -υποστηριζόμενοι από τους ανώτερους κύκλους στο σιωνιστικό στρατιωτικό ίδρυμα- είχαν κιόλας θέσει την ερώτηση για «εδαφικούς συμβιβασμούς» στο κέντρο της πολιτικής της εκστρατείας.

Για τους δύο «εργατικούς» ηγέτες, που ήταν πιστοί στο σχέδιο Άλλον, το Ισραήλ ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ «εδαφών» από τη μια μεριά και «εβραϊσμού» του «δημοκρατικού» κράτους (sic) από την άλλη, οι άλλες δύο εκλογές φαίνονταν σ‘ αυτούς αδύναμες μακροπρόθεσμα, καθόσον διακινδύνευαν την ανεπανόρθωτη καταστροφή της υποστήριξης των ιμπεριαλιστικών χωρών και των εκεί εβραϊκών κοινοτήτων, για το σιωνιστικό κράτος-υποστήριξη από την οποία είναι δομικά εξαρτημένο αυτό το κράτος.

Η βίαιη «εν ψυχρώ» απέλαση των Παλαιστινίων ήταν ασύλληπτη, εκτός από την τρέλα των ημιφασιστών σιωνιστών της άκρας Δεξιάς, αντιπροσωπευόμενοι στην κυβέρνηση Σαμίρ. (Το πρόβλημα των σιωνιστών είναι ότι οι Παλαιστίνιοι το 1967 είχαν μάθει το μάθημά τους το 1948 και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα εδάφη τους). Η προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας έτσι δεν ήταν εφικτή γιατί η παροχή της ισραηλινής υπηκοότητας στους κατοίκους αυτών των περιοχών, η οποία θα ήταν αναπόφευκτη από το διεθνή νόμο, θα μεταμόρφωνε ριζικά την εθνική σύνθεση του κράτους του Ισραήλ, θέτοντας την ιδιότητά του ως «εβραϊκό κράτος» σε κίνδυνο. Εξάλλου η επιλογή του Λικούντ, δηλαδή μια έρπουσα προσάρτηση χωρίς την παροχή υπηκοότητας, θα διαιώνιζε μια κατάσταση απαρτχάιντ η οποία πέραν του γεγονότος ότι αμαυρώνει τη «δημοκρατική» εικόνα του σιωνιστικού κράτους -έγινε όλο και πιο επικίνδυνη με τη ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα των Παλαιστινίων υπό κατοχή και την πολύ πιο γρήγορη αύξηση του πληθυσμού της σε σύγκριση με τους Ισραηλινούς (με εξαίρεση τη μετανάστευση). Με τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ μεταξύ των Μπέγκιν και Σαντάτ κάτω από την προστασία του Κάρτερ Ουάσιγκτον, το ίδιο Λικούντ είχε υιοθετήσει από το 1979 την προοπτική της αυτόνομης παλαιστινιακής διαχείρισης στα κατεχόμενα εδάφη από το 1967χωρίς για όλα αυτά να παραδεχθούν το αξίωμα των «εδαφικών συμβιβασμών». Για τον Μπέγκιν και περισσότερο για τον Σαμίρ, το Ισραήλ θα έπρεπε να κρατήσει αυτά τα εδάφη ξαναονομάζοντάς τα «Ιουδαία και Σαμάρεια», παραχωρώντας ένα είδος εξω-εδαφικού καθεστώτος για τους παλαιστίνιους κατοίκους τους: ένα είδος συμβολικής νομικής απέλασης.

Η Ιντιφάντα και η αλλαγή της ισραηλινής πολιτικής
Για τους Ραμπίν/Πέρες και όλους τους φωτισμένους σιωνιστές το Ισραήλ είχε κάθε συμφέρον στην «ανταλλαγή γης με την ειρήνη». Βέβαια αυτό γι‘ αυτούς δε σήμαινε τη συνολική επιστροφή των εδαφών του 1967 και ακόμα λιγότερο τη μερική επιστροφή των εδαφών του 1948 (όπου το τρίγωνο και η Γαλιλαία είναι ακόμα αραβικά). Φυσικά δεν προβλέφθηκαν ούτε η ακύρωση των ρατσιστικών νόμων που εμποδίζουν τους Παλαιστίνιους να γυρίσουν ή να ζήσουν όπου θέλουν στη γη, από τη οποία απελάθησαν, ούτε η παροχή της πλήρους ισότητας με όλους τους κατοίκους χωρίς καμία διάκριση -ο μόνος ιστορικός συμβιβασμός ικανός να οδηγήσει σε μια αυθεντική ειρήνη μεταξύ του ισραηλινού και παλαιστινιακού λαού στο σύνολο.

Αυτό που διακυβεύεται για τους φωτισμένους σιωνιστές στο κείμενο του σχεδίου Άλλον, είναι μόνο η μερική αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη του 1967 - αποχώρηση από τις ζώνες παλαιστινιακού πληθυσμού εκτός από την ανατολική Ιερουσαλήμ, που προσαρτήθηκε το 1967 από το Εργατικό Κόμμα, με τη συντήρηση των σιωνιστικών οικισμών όλων των στρατηγικών τμημάτων των περιοχών (ιδιαίτερα κατά μήκος της Ιορδανίας – η πλειοψηφία των οικισμών στη Δυτική Όχθη ιδρύθηκε από το Εργατικό Κόμμα) και μόνιμη ανάπτυξη του στρατού για την εξασφάλιση του ελέγχου αυτών των περιοχών και την διήθηση των ανθρωπιστικών και υλικών ανταλλαγών μεταξύ των παλαιστινιακών ζωνών και του αραβικού περιβάλλοντος. Ως αντάλλαγμα για αυτή την καρικατούρα του «εδαφικού συμβιβασμού» το σιωνιστικό ρατσιστικό κράτος απαίτησε την αναγνώριση της νομιμότητάς του από τους άραβες γείτονές του, τη δέσμευση τους να προφυλάσσουν την ασφάλεια των συνόρων τους και την «προτυποποίηση» των σχέσεών τους με αυτό, αυτό είναι ουσιαστικά -πέρα από διπλωματικά σχήματα ασφαλώς όχι επουσιώδες- το άνοιγμα των αραβικών αγορών σε ισραηλινά αγαθά και κεφάλαια (πράγματι η εισροή των αραβικών κεφαλαίων στις εβραϊκές τράπεζες).

Οι ιστορικές εξελίξεις που περιγράφονται πιο πάνω την ίδια στιγμή παρείχαν σ‘ αυτό το σχέδιο έναν επείγοντα χαρακτήρα που δεν είχε ποτέ προηγούμενο και επέβαλαν μια τροποποίηση στην αρχική ερμηνεία που προωθήθηκε από τον Υγκάλ Άλλον και υποστηρίχθηκε από τους Ράμπιν και Πέρες:

Η Ιντιφάντα έχει αυξήσει αρκετά την επείγουσα ανάγκη μιας ισραηλινής αποχώρησης από τις παλαιστινιακές κατοικημένες ζώνες της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Εξαναγκάζοντας το σιωνιστικό στρατό να καταστέλλει μόνιμα διαδηλώσεις με μεγάλη συμμετοχή γυναικόπαιδων, η Ιντιφάντα έχει φέρει μια πραγματικά «ηθική γάγγραινα» στα σώματα ενός στρατού για τον οποίο η ιδεολογική κινητοποίηση. Η πεποίθηση ότι πολεμούν για την «επιβίωση του Ισραήλ» πάντα ήταν ο παράγοντας της πρώτης τάξης για την ικανότητά της. Μ‘ αυτή την έννοια η Ιντιφάντα εμπνεύσθηκε από τα μαθήματα της λιβανέζικης αντίστασης στη σιωνιστική κατοχή, την πρώτη περίπτωση στην ιστορία του κράτους του Ισραήλ που έπρεπε να αποτραβηχτούν από μια αραβική περιοχή χωρίς να έχουν πραγματοποιήσει τους στόχους τους ή να έχουν επιβάλλει τους όρους τους. Ο πληθυσμός και ο στρατός του Ισραήλ, έχοντας χάσει κάθε κίνητρο να μείνει στο Λίβανο, ήταν αντιμέτωπος με ένα αυξανόμενο μαζικό κίνημα και με μια στρατιωτική δύναμη ανταρτών που ήταν σε θέση να τροφοδοτήσει την αυξανόμενη πολιτική πίεση για την αποχώρηση των Ισραηλινών. Από το 1988 και μετά η ελίτ του σιωνιστικού στρατιωτικού κατεστημένου υποστήριζε την αποχώρηση από τη Γάζα και τις παλαιστινιακές κατοικημένες ζώνες της Δυτικής Όχθης ,ακόμα και κάτω από τη μορφή μιας μονόπλευρης, αδιαπραγμάτευτης αποχώρησης, αφού έτσι κι αλλιώς ο στρατός θα κρατούσε αυτές τις περιοχές κάτω από τον έλεγχό του. Ο κύριος στόχος ήταν να αποφευχθεί κάθε απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ και τους σιωνιστικούς οικισμούς και ταυτόχρονα ο ισραηλινός στρατός να απαλλαχθεί καθώς από το εξοντωτικό έργο του ελέγχου του πολιτικού πληθυσμού στα κατεχόμενα.

Βέβαια, όπως όλοι οι παρατηρητές δεν παρέλειψαν να προσέξουν, η Ιντιφάντα από το 1989, και κατόπιν μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, γνώρισε μια ύφεση και έδειξε σημάδια κόπωσης χωρίς να παύσει ή να ξαναγυρίσει στην κατάσταση πριν από το 1987.Τίποτα όμως δεν εξουσιοδοτούσε κανέναν στο Ισραήλ να αξιώσει ότι η κατάσταση βρισκόταν στην επαναφορά του «κανονικού».Πράγματι η Ιντιφάντα πρόσθεσε μια νέα διάσταση στον αγώνα της με προφανή πρόοδο από τον πόλεμο του Κόλπου. Παρατηρείται η αναζωογόνηση μεμονωμένων ή οργανωμένων επιθέσεων των Παλαιστινίων κατά των σιωνιστικών εποικισμών και κατά του στρατού κατοχής φτάνοντας μέχρι τα «επίσημα αναγνωρισμένα» εδάφη του ισραηλινού κράτους.

Εννοείται ότι αυτές οι επιθετικές ενέργειες, που πολλές απ‘ αυτές εκτελούνταν χωρίς όπλα, δεν είναι της φύσης ή της πυκνότητας να απειλήσουν την «ασφάλεια του ισραηλινού κράτους» με τον ίδιο τρόπο που οι Λιβανέζοι αντάρτες δεν μπoρούσαν να νικήσουν στρατιωτικά το σιωνιστικό στρατό. Αλλά αυτές οι ενέργειες ήταν και παραμένουν σε ένα επίπεδο να προκαλέσουν ένα αίσθημα αβεβαιότητας μέσα στον ισραηλινό πληθυσμού και ειδικά στους τομείς που έχουν επαφή με τον παλαιστινιακό λαό, τους εποίκους και βέβαια το στρατό αλλά και σε αστούς Ισραηλινούς που έχουν επαφή με τους παλαιστίνιους εργάτες, που τους εκμεταλλεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως στη Νότια Αφρική.

Αυτή η σκλήρυνση των μορφών πάλης της Ιντιφάντα, που ήταν τελείως προβλέψιμη εξαιτίας ακριβώς της σχετικής εξάντλησης των διαδηλώσεων και της αυξανόμενης ισραηλινής αντίδρασης στους λιθοβολισμούς με θανατηφόρα πυρά, ήταν κυρίως το έργο ενός ρεύματος που έχει αναπτυχθεί σημαντικά από την αρχή της Ιντιφάντα ανάμεσα στους Παλαιστινίους των περιοχών του 1967: το ισλαμικό φονταμελιστικό ρεύμα που ως επί το πλείστον εκφράζεται από την κίνηση της ισλαμικής αντίστασης, της Χαμάς. Το ισλαμικό φονταμενταλιστικό ρεύμα τρέφεται στην Παλαιστίνη, όπως και σε άλλες περιπτώσεις ισλαμικής φονταμελιστικής ανόδου, από την απελπισία των μαζών που αντιμετωπίζουν μια όλο και πιο ανυπόφορη καταπίεση. Αυτή η εξέλιξη εκφράζει την ιστορική χρεοκοπία του αστικού εθνικισμού που έχει γίνει έκδηλη, στην Παλαιστίνη με τις επανειλημμένες υποχωρήσεις της ηγεσίας Αραφάτ. Ταυτόχρονα η Αριστερά είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ασήμαντη ή πολιτικά ανήμπορη να χτίσει μια εναλλακτική ηγεσία απέναντι στην αστική ηγεσία στο στρατηγικής σημασίας εθνικό ζήτημα της Παλαιστίνης. Έτσι η ανάπτυξη του φονταμενταλιστικού ρεύματος σε πολλές περιπτώσεις, αν όχι στην πλειοψηφία, δεν αντανακλά τη μετακίνηση της κοινωνίας προς στα δεξιά. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια διαφοροποίηση όπως η αύξηση του φασισμού στην Ευρώπη, μια σύγκριση που πολλοί αναφέρουν για να δικαιολογήσουν με τέτοιες ψεύτικες αναλογίες την υποστήριξή τους προς τις δικτατορίες που προέρχονται από τον αστικό εθνικισμό. Αυτή η αύξηση -και αυτό είναι φανερό στην παλαιστινιακή υπόθεση- μπορεί να αντιπροσωπεύει πρώτα την έκφραση μιας ριζοσπαστικοποίησης του εθνικού και δημοκρατικού αλλά αποπροσανατολισμένου και παραμορφωμένου αγώνα. Ο αποπροσανατολισμός οφείλεται σε ιστορικούς λόγους και μοιάζουν με τον τρόπο που ο αγώνας των ιρανικών μαζών εναντίον του Σάχη υποτάχθηκε στους σκοπούς των ισλαμιστών φονταμενταλιστών. Παραμένει αληθινό βέβαια ότι η φονταμενταλιστική ηγεμονία ενός μαζικού κινήματος που γεννιέται κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι τέτοιας φύσης ώστε να προσανατολίζεται προς μια αντιδραστική οπισθοχώρηση των μορφών συνείδησης συνδυασμένης με μια σκοταδιστική και σεξιστική καταστολή μέσα στο ίδιο το κίνημα.

Η αύξηση βίαιων πράξεων που υποστήριζαν και διεκδικούσαν οι παλαιστίνιοι φονταμενταλιστές και η διόγκωση του ρεύματός τους μέσα στον πληθυσμό τους έκανε «τα μαύρα πρόβατα» για την κυβέρνηση του Γιτζάκ Ράμπιν. Ο τελευταίος νόμιζε ότι είχε πετύχει ένα μεγάλο χτύπημα διώχνοντας 415 από αυτούς στο Νότιο Λίβανο το Δεκέμβριο του 1992. Στην πραγματικότητα έκανε ένα χοντρό λάθος δίνοντας στο κίνημά τους μια εκπληκτική πολιτική επιτυχία στα ΜΜΕ.

Ο Ράμπιν στηριζόταν σε μια ενδεχόμενη απομόνωση των φονταμενταλιστών που απέρριπταν με σφοδρότητα τις «ειρηνικές διαπραγματεύσεις» που οργανώθηκαν από την Ουάσιγκτον. Οι φονταμενταλιστές επέκριναν ακόμα και την ηγεσία Αραφάτ της ΟΑΠ. Αλλά ο Ράμπιν αναγκάστηκε να αντιληφθεί το φυσικό και προβλέψιμο γεγονός ότι η ισραηλινή καταστολή αυτού του ρεύματος, που στόχευε να το αποδυναμώσει οργανωτικά, το ενδυνάμωνε πολιτικά. Το μάθημα της Ιορδανίας επιβεβαιώθηκε και πάλι. Η επέμβαση του σιωνιστικού στρατού στην άλλη πλευρά του Ιορδάνη τον Απρίλη του 1968 (μάχη του Κάραμεχ) είχε γαλβανίσει αυτούς που το Ισραήλ πίστευε ότι θα τους αποθάρρυνε από τη συνέχιση του αγώνα τους. Μόνο η πράξη του ίδιου του ιορδανικού στρατού μπόρεσε να νικήσει το ένοπλο κίνημα των παλαιστινιακών μαζών. Αυτό το ίδιο μάθημα επαναλήφθηκε στο Λίβανο, όπου πάλι ένας αραβικός στρατός, εκείνος της Συρίας, ήταν περισσότερο αποδοτικός στο να κόψει το λαιμό του κινήματος των παλαιστινιακών μαζών παρά οι πολλαπλές ισραηλινές επεμβάσεις.

Με μια έννοια, το ιορδανικό μάθημα του 1970 αποτέλεσε την αφετηρία του σχεδίου του Άλλον όπως δείχθηκε παραπάνω. Αυτό το σχέδιο σκόπευε να επιφορτίσει την ιορδανική μοναρχία με τον κατασταλτικό έλεγχο των ζωνών της Δυτικής Όχθης που κατοικούνται από Παλαιστίνιους. Όμως, από τον καιρό της Ιντιφάντα, αυτή η «ιορδανική επιλογή», όπως ονομάστηκε, έγινε απαρχαιωμένη. Δεδομένου ότι το ίδιο το Λικούντ είχε δεχθεί να διαπραγματευτεί με σχεδόν άμεσο τρόπο με την ηγεσία της ΟΑΠ, αυτή η καινούργια «επιλογή», η επιλογή Αραφάτ, θα μπορούσαν να την οραματιστούν οι Ράμπιν-Πέρες χωρίς πολλούς πολιτικούς κινδύνους. Εξασφάλισαν μια συμφωνία της ισραηλινής νομοθεσίας με τις πράξεις τους καταργώντας την ποινικοποίηση των επαφών με την ΟΑΠ. Συμφώνησαν σε έμμεσες, μετά άμεσες, αλλά πάντα μυστικές διαπραγματεύσεις με την ηγεσία Αραφάτ που οδήγησαν στη συμφωνία της Ουάσιγκτον.

Η συμφωνία της Ουάσιγκτον
Το μοναδικό νέο στοιχείο στην πορεία Όσλο-Ουάσιγκτον σε σχέση με το ιστορικό σχέδιο της ηγεσίας Ράμπιν-Πέρες είναι το γεγονός ότι εκπονήθηκε απ‘ ευθείας με την ηγεσία της ΟΑΠ μάλλον παρά με τον βασιλιά Χουσεΐν ή αντιπροσώπους των Παλαιστινίων από τα κατεχόμενα εδάφη.

Aν πιστεύει κανείς ότι η συμφωνία αποτελεί μια ρήξη με τη «σιωνιστική ομοφωνία» για την ισραηλινή κυριαρχία πάνω στα από το 1967 κατεχόμενα είναι σα να παρανοεί τη φύση αυτής της συναίνεσης, που ποτέ δε στηρίχθηκε στο «Μεγάλο Ισραήλ» των εξτρεμιστών σιωνιστών ούτε ακόμα στην «Ιουδαία και Σαμάρεια» του Λικούντ και των μυστικιστών. Η συζήτηση που προκλήθηκε από τους Ράμπιν και Πέρες το 1988 για τον «εδαφικό συμβιβασμό»,σε συνέχεια με το σχέδιο Άλλον, το αποδεικνύει. Υπήρχε αντίθετα μια αναντίρρητη «σιωνιστική συναίνεση» στο ερώτημα των απευθείας διαπραγματεύσεων με την ΟΑΠ -αν και ο Σιμόν Πέρες ειδικότερα έχει φροντίσει τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά την αρχή των απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ουάσιγκτον και της ηγεσίας της ΟΑΠ το 1988, να μετασχηματίσει την απόλυτη άρνηση του διαλόγου σε άρνηση υπό όρους στις παραχωρήσεις που απαιτούνται από την τελευταία, παραχωρήσεις ισοδύναμες με μια γενική απάρνηση ολόκληρης της ιστορικής της ταυτότητας και όσων της επέτρεπαν σ‘ αυτή να θεωρείται σαν ενσάρκωση του παλαιστινιακού εθνικού αγώνα.

Οι Ράμπιν-Πέρες διάλεξαν να διασπάσουν αυτή τη συναίνεση αντί να αρκεστούν σε διαπραγματεύσεις με την αντιπροσωπεία των Παλαιστινίων από τα κατεχόμενα οι οποίες οργανώθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για να εκτιμήσει κανείς την ιστορική σημασία αυτής της απόφασης, που οδήγησε στην αναγνώριση της ΟΑΠ ως «αντιπροσώπου του παλαιστινιακού λαού» -χωρίς να υποκύψει στην τρομερή δηλητηρίαση των ΜΜΕ όσο αφορά τη συμφωνία στο θέμα της «ειρήνης», που έντονα μοιάζει με τη «νέα παγκόσμια τάξη» -είναι αναγκαίο να εξετάσει τους λόγους που βρίσκονται πίσω από την ισραηλινή απόρριψη. Το πρόβλημα δεν ήταν πλέον -ήδη από καιρό και χωρίς δυνατή αμφισβήτηση από τα τέλη του 1988- το θεμελιακό πρόγραμμα της ΟΑΠ που ζητούσε τη διάλυση του σιωνιστικού κράτους. Η ηγεσία της ΟΑΠ είχε σταδιακά εγκαταλείψει την Παλαιστινιακή Εθνική Χάρτα του 1968 για να αξιώσει τη διαπραγμάτευση μιας ρύθμισης με το κράτος του Ισραήλ. Η ΟΑΠ προσέφερε την αναγνώρισή του Ισραήλ και την ειρηνική συνύπαρξη με αυτό σε αντάλλαγμα με μια ισραηλινή αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη του 1967 που να οδηγήσει στη δημιουργία ενός «ανεξάρτητου και κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους», ενός κράτους όλων των Παλαιστινίων συμπεριλαμβανομένων και των προσφύγων. Η τελευταία διεκδίκηση είχε γίνει από πολλά χρόνια αντικείμενο της εθνικής παλαιστινιακής συναίνεσης, ο μόνος αντικειμενικά κοινός σε όλες τις εδαφικές ομάδες και όλες τις πολιτικές τάσεις του παλαιστινιακού λαού στόχος -ένα μεταβατικό πρόγραμμα πολύ πιο ρεαλιστικό από το μαξιμαλιστικό στόχο της «απελευθέρωσης της Παλαιστίνης».

Αυτή η συναίνεση, ωστόσο, είχε πρόσφατα διασπαστεί defacto από την ηγεσία Αραφάτ της ΟΑΠ, όταν αυτή δέχθηκε διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της «συνδιάσκεψης της Μαδρίτης»για «παλαιστινιακή αυτονομία». Αυτή προβλέφθηκε στο ισραηλινό-αιγυπτιακό σύμφωνο του Καμπ Ντέιβιντ που η ΟΑΠ είχε σφοδρά καταγγείλει τη στιγμή που υιοθετήθηκε. Ο στόχος του ανεξάρτητου και κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους διατηρήθηκε ωστόσο επισήμως στα λόγια. Εάν η ισραηλινή κυβέρνηση του Σαμίρ ακόμα αρνήθηκε να διαπραγματευθεί απευθείας με την ηγεσία Αραφάτ, αυτό συνέβαινε γιατί εκτιμούσε ότι αυτό ήταν ισοδύναμο με μια αναγνώριση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων της διασποράς. Ήταν η άρνηση να αναγνωρίσει αυτά τα δικαιώματα που μετά την προγραμματική προσαρμογή της ΟΑΠ είχαν γίνει η κύρια αιτία για τη σιωνιστική ομοφωνία για μη αναγνώριση.

Όταν ο ίδιος ο Μπέγκιν υπέγραψε το σύμφωνο του CampDavid, η ισραηλινή κυβέρνηση αναγνώρισε πριν από 15 χρόνια κιόλας όχι μόνο την «ύπαρξη» των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα του 1967 αλλά και το δικαίωμά τους για αυτόνομη διοίκηση και, μετά από μια μεταβατική περίοδο 5 χρόνων, το δικαίωμά τους να έχουν λόγο για το μέλλον τους. Όλες οι φράξιες του σιωνιστικού κατεστημένου πάντα όμως αρνούνταν να αναγνωρίσουν τα δικαιώματα των παλαιστινίων προσφύγων, δηλαδή της πλειοψηφίας του παλαιστινιακού λαού η οποία βίαια είχε εξοριστεί από το σιωνισμό και που η ίδια η ύπαρξη της αποτελεί διαρκή υπόμνηση της ιστορικής αδικίας που χαρακτηρίζει το θεμέλιο του ισραηλινού κράτους και του λεγόμενου «παλαιστινιακού προβλήματος» πολύ νωρίτερα από το 1967.

Η ηγεσία της ΟΑΠ ξεπουλάει τα δικαιώματα των Παλαιστινίων
Η αναγνώριση της ΟΑΠ από το Ράμπιν ως «αντιπροσωπεία του παλαιστινιακού λαού» θα αποτελούσε γεγονός εξαιρετικής ιστορικής σημασίας αν είχε αυτή την έννοια, αν επρόκειτο για την αναγνώριση των δικαιωμάτων ολόκληρου του παλαιστινιακού λαού. Στην πραγματικότητα όμως ο Ράμπιν δεν αναγνώρισε την ΟΑΠ όπως αυτή είναι και όπως το σιωνιστικό κατεστημένο πάντα αρνιόταν να την αναγνωρίσει.
Αυτό που ο Ράμπιν αναγνώρισε είναι μια ΟΑΠ υποταγμένη στους όρους του καθώς και στους όρους του Πέρες, πέρα και απ‘ ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να είχαν ελπίσει. Δηλαδή όχι μόνο μια ηγεσία της ΟΑΠ που αναγνωρίζει εκ των προτέρων τη νομιμότητα του ισραηλινού κράτους, δηλαδή ενός σιωνιστικού -ρατσιστικού κράτους που είναι χτισμένο στη δίωξη και στην αιματηρή καταπίεση του παλαιστινιακού λαού για να μην αναφέρουμε εδώ τους γειτονικούς λαούς. Αυτή η αναγνώριση από την ΟΑΠ έγινε επίσημα, ας το ξαναθυμίσουμε, ήδη το 1988. Αλλά επιπλέον, και προπαντός, χρειάστηκε μια ηγεσία της ΟΑΠ που δέχεται να υπογράψει μια συμφωνία «ειρήνης» από τις πιο άδικες και ταπεινωτικές στην ιστορία των συνθηκολογήσεων, αφού όχι μόνο αφορά τη μοιρασιά των κατεχόμενων εδαφών ανάμεσα σε κατακτητές (στρατός και εποικισμοί) και σε ντόπιο πληθυσμό αλλά και αρνείται το δικαίωμα να αποκτήσουν τα εκκενωμένα εδάφη τα χαρακτηριστικά της ανεξαρτησίας, όπως έναν εθνικό στρατό, ή και απλώς να ονομαστούν «κράτος». Επιτρέπεται μόνο η «αυτοκυβέρνηση». Η συμφωνία δεν αναγνωρίζει κανένα δικαίωμα στους πρόσφυγες του 1948, δηλαδή της μεγάλης πλειοψηφίας των Παλαιστινίων ούτε καν το δικαίωμα να εγκατασταθούν στα εδάφη της «αυτοκυβέρνησης» στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Ακόμα και για τους πρόσφυγες του 1967, που τότε έφυγαν λόγω της σιωνιστικής εισβολής, μόνο ένα τμήμα τους θα επιτραπεί να επιστρέψει με βάση καταλόγων που πρέπει να τους εγκρίνουν οι αρχές κατοχής.

Η λίστα των αισχρών όρων του συμφώνου θα μπορούσε να συνεχιστεί. Για παράδειγμα «η δομή και οι αρμοδιότητες της παλαιστινιακής εξουσίας» και ακόμα και «το εκλογικό σύστημα» χρειάζονται πρώτα την άδεια της σιωνιστικής κυβέρνησης. Οι πηγές νερού πρέπει να μοιραστούν, οι φυλακισμένοι δεν αναφέρονται καν. Τα προαναφερόμενα όμως αρκούν για μια εκτίμηση του αληθινού χαρακτήρα του συμφώνου. Αυτό απορρίπτεται από ένα πολύ φαρδύ φάσμα των παλαιστινιακών δυνάμεων από τους φονταμενταλιστές μέχρι την άκρα Αριστερά περνώντας από τους πιο μετριοπαθείς αστούς εθνικιστές, που μέχρι τη σύναψη του συμφώνου ανήκαν στο κατεστημένο της ΟΑΠ, έως και στην ανώτερη ηγεσία της. Το αναντίρρητο αυτό γεγονός αποτελεί μια λαμπρή απόδειξη του ότι η πιο σοβαρή «ρήξη της συναίνεσης» που προκαλεί η συμφωνία είναι ασφαλώς η ρήξη της εθνικής συναίνεσης των Παλαιστινίων. Αυτή η ρήξη είναι πολύ πιο σοβαρή, μαζική και βαθιά από οποιαδήποτε διάσπαση στο εσωτερικό της ισραηλινής κοινωνίας. Στο Ισραήλ η αντιπαράθεση γίνεται ανάμεσα σε σιωνιστές που επίσης στηρίζουν την «εβραϊκότητα» του κράτους και την ασφάλειά του και που διαφωνούν μόνο για το πώς μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα η διατήρησή τους στο μέλλον. Στην παλαιστινιακή πλευρά η συζήτηση αντιπαρατάσσει τους οπαδούς μιας συνθηκολόγησης βασισμένης στη συνεργασία με το σιωνισμό και αυτούς που απορρίπτουν μια τέτοια υποταγή και ενώνονται από ένα αίσθημα πληγωμένης εθνικής αξιοπρέπειας και στοιχειωδών δικαιωμάτων που έχουν καταπατηθεί. Έτσι εξηγείται το γνωστό γεγονός ότι η ηγεσία του Αραφάτ διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις για την παλαιστινιακή πλευρά εν αγνοία των ίδιων των συντρόφων στην επίσημη ηγεσία της ΟΑΠ -που μόνο η μειοψηφία της τελικά ενέκρινε το σύμφωνο (οκτώ στους δεκαοκτώ). Αλλά και η αντιπροσωπεία των Παλαιστινίων του εσωτερικού για τις δημόσιες διαπραγματεύσεις, η οποία, παρότι είχε διοριστεί από τον Αραφάτ, αισθανόμενη να την βραχυκυκλώνουν, παρά λίγο να παραιτηθεί πριν τη σύναψη του συμφώνου.

Ως αντάλλαγμα για το ανανεωμένο αυτό σχέδιο του Άλλον η ηγεσία της ΟΑΠ ανέλαβε να σταματήσει την Ιντιφάντα και να παραιτηθεί από την «τρομοκρατία και όλες τις άλλες βίαιες πράξεις». Προφανώς πρόκειται για μια μονόπλευρη δέσμευση που είναι αχαρακτήριστη με δεδομένη την καθημερινή σιωνιστική βία που ξεπερνάει την παλαιστινιακή κατά χίλιες φορές. Ανέλαβε να επιβάλει την «τάξη» στα εδάφη που της παραχωρούνται μέσω μιας «ισχυρής αστυνομικής δύναμης» που το σύμφωνο προβλέπει. Μέσα στη στρατιωτική και πολιτική κατάσταση που δημιουργεί το σύμφωνο η τάξη αυτή θα επιβληθεί ουσιαστικά ενάντια στους διαφωνούντες του συμφώνου –ενάντια σε όσους επιδιώκουν να υπερβούν τους αισχρούς περιορισμούς του και να προωθήσουν τον αγώνα για τη διάλυση των σιωνιστικών εποικισμών και την ολοκληρωτική υποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τα κατεχόμενα του 1967, καθώς και για τα αναφαίρετα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού και της πλειοψηφίας του που έχει εξαναγκαστεί να ζει στην εξορία. Με άλλα λόγια και σύμφωνα με τους σιωνιστικούς στόχους από την εποχή του σχεδίου του Άλλον, μια αραβική -παλαιστινιακή και όχι ιορδανική- κατασταλτική δύναμη θα είναι υπεύθυνη για την καταπίεση των Παλαιστινίων της περιοχής με την εξουσιοδότηση και το στενό έλεγχο του ισραηλινού στρατού που όμως διατηρεί, αν χρειαστεί, το «δικαίωμα της δίωξης».

Η «αυτοκυβέρνηση»
Το γεγονός ότι ο Γιάσερ Αραφάτ καυχιέται δημόσια ότι απέδειξε την ικανότητά του να διατηρεί την τάξη στο Λίβανο τονίζει τη βασική σκέψη που οδήγησε τη σιωνιστική κυβέρνηση στο να διαπραγματευτεί άμεσα με αυτόν. Αφού το εκσυγχρονισμένο σχέδιο του Άλλον στη νέα εκδοχή του μπορούσε να πραγματοποιηθεί πιο εύκολα με τη συμμετοχή μιας παλαιστινιακής εξουσίας, και όχι πλέον με τη μοναρχία της Ιορδανίας, η κυβέρνηση Ράμπιν-Πέρες συνειδητοποίησε γρήγορα ότι θα κέρδιζε πολύ περισσότερα από την ηγεσία της ΟΑΠ -που εγκατεστημένη στην Τύνιδα αντιμετωπίζει το πρόβλημα της διατήρησης του τεράστιου γραφειοκρατικού οργανισμού της- απ‘ ότι θα πετύχαινε ποτέ από αντιπροσώπους του εσωτερικού μαζικού κινήματος που θα υποβάλλονταν στην καθημερινή πίεση ενός μαζικού κινήματος που αγωνίζεται. Αυτός ο προφανής υπολογισμός αποδείχθηκε αρκετά ορθός.

Άλλωστε η κυβέρνηση Ράμπιν-Πέρες ξέρει ότι η ηγεσία του Αραφάτ «πέρασε τη δοκιμασία» του Λιβάνου με επιτυχία. Ξέρει ότι, για να κατασταλεί δια αντιπροσώπου κάθε βούληση να συνεχιστεί ο παλαιστινιακός εθνικός αγώνας -που είναι και το κύριο καθήκον που ανατίθεται στον παλαιστινιακό μηχανισμό «αυτοκυβέρνησης» με τη συγκατάθεση της σιωνιστικής κατοχής-καμιά ηγεσία του εσωτερικού δε διαθέτει τα γραφειοκρατικά κατασταλτικά προσόντα, τα ανθρώπινα και υλικά μέσα, το απαραίτητο κύρος και τη διάθεση να αναλάβει αυτή τη δουλειά. Μόνο η ηγεσία του Αραφάτ προσφέρεται γι‘ αυτό.

Η δυσπιστία απέναντι στους Παλαιστίνιους των κατεχομένων και η εμπιστοσύνη στο μηχανισμό του Αραφάτ που τη δηλώνουν δημόσια οι επικεφαλείς των ισραηλινών κατασταλτικών υπηρεσιών, φανερώνονται τέλεια από τη μόνη εξαίρεση που επιτράπηκε στη μη επιστροφή των Παλαιστινίων προσφύγων: Μαζί με τον Αραφάτ και τους άνδρες του μηχανισμού του (εκτός από τους αντιτιθέμενους στη συμφωνία) θα γίνουν δεκτοί στα εδάφη που θα παραδώσει ο ισραηλινός στρατός και οι στρατιώτες των αιγυπτιακών και ιορδανικών μονάδων του ΠΑΣ(Παλαιστινιακός Απελευθερωτικός Στρατός), μονάδων που είναι εντεταγμένες στους τακτικούς στρατούς αυτών των δύο χωρών από τότε που δημιουργήθηκαν η ΟΑΠ και ο ΠΑΣ από το Σύνδεσμο των Αραβικών Κρατών το 1964. Διευκρινίζεται μάλιστα ότι πρέπει να έχουν αιγυπτιακά και ιορδανικά ντοκουμέντα και να είναι «εκπαιδευμένοι σαν αστυνομικοί»! Η επιλογή των ομάδων αυτών, με τον αποκλεισμό άλλων σχηματισμών του ΠΑΣ, π.χ. της Συρίας και του Ιράκ, είναι πολύ αποκαλυπτική. Ο σκληρός πυρήνας της μελλοντικής παλαιστινιακής αστυνομίας ήδη έχει αρχίσει εντατική εκπαίδευση από τον αιγυπτιακό και τον ιορδανικό στρατό για να προετοιμαστεί στα καθήκοντά που του έχουν ανατεθεί. Σημαντικό είναι επίσης ότι μια από τις κύριες βοήθειες από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στις παλαιστινιακές «αρχές» είναι να τους προμηθεύσει κατασταλτικά μέσα: Ο Ντελόρ δήλωσε μετά τη συνάντηση με τον Αραφάτ στις αρχές Νοεμβρίου πως η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να εφοδιάσει επειγόντως την παλαιστινιακή αστυνομία με όπλα, οχήματα και ελικόπτερα!.

Επιπλέον, η ιορδανική επιλογή του σχεδίου Άλλον δεν εγκαταλείπεται, αλλά μόνο αντικαθίσταται από την ιορδανο-παλαιστινιακή επιλογή που είχε διατυπωθεί το 1982 στο σχέδιο Ρήγκαν. Για πολύ καιρό η ΟΑΠ ακολουθούσε τη λογική του σχεδίου αυτού υιοθετώντας την αρχή μιας ιορδανο-παλαιστινιακής ομοσπονδίας. Το σχέδιο αυτό είναι η βασική ιδέα του συμφώνου της Ουάσιγκτον. Ενώ η επιλογή της Γάζας σαν πρώτη φάση εύκολα εξηγείται με τις μεγάλες δυσκολίες της ισραηλινής κατοχής στο να ελέγχει την πολύ πυκνοκατοικημένη αυτή περιοχή (που κατοικείται σε μεγάλο βαθμό από πρόσφυγες του 1948), η επιλογή της Ιεριχώς εξηγείται μόνο με το γεγονός ότι τα σύνορα με την Ιορδανία είναι κοντά (γέφυρα «Άλεμπι»). Η έδρα της «παλαιστινιακής αυτοκυβέρνησης» θα βρίσκεται έτσι σε άμεση επαφή με το ιορδανικό κράτος. Για τους Ράμπιν-Πέρες η ισραηλινο-ιορδανικο-παλαιστινιακή «τοπική δομή», σχεδιασμένη σαν κοινή αγορά, θα αποτελέσει το δούρειο ίππο της οικονομικής διείσδυσης σε όλη την αραβική περιοχή από τον ισραηλινό υπο-ιμπεριαλισμό. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, οι παλαιστινιακές και ιορδανικές εξαρτημένες αστικές τάξεις θα πρέπει να γίνουν οι ενεργητικοί πράκτορες της διείσδυσης αυτής. Το ισραηλινό κεφάλαιο θα μπορούσε επίσης να εκμεταλλευτεί επί τόπου ένα απόθεμα φθηνής εργασίας χωρίς τους κινδύνους για την ασφάλεια που πηγάζουν από την εισαγωγή αραβικής εργασίας στις περιοχές με ισραηλινό πληθυσμό.

Συνολικά η «παλαιστινιακή αυτοκυβέρνηση» της ηγεσίας Αραφάτ θα αποτελεί μια ακραία περίπτωση έμμεσης αποικιακής διοίκησης, μοιάζοντας περισσότερο με κυβέρνηση «μαριονέτα» παρά με νεο-αποικιακή κυβέρνηση όπως αυτές που δημιουργήθηκαν μετά το τέλος της αποικιοκρατίας. Θα είναι έτσι ή δε θα υπάρξει: Η σιωνιστική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σταδιακά, ξεκινώντας από τη Γάζα και την Ιεριχώ, για να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού του Αραφάτ στο κατασταλτικό έργο που του ανατίθεται. Αν αποδειχθεί ότι αυτός ο μηχανισμός είναι ανίκανος να το εκπληρώσει, τότε το σύμφωνο της Ουάσιγκτον θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων. Έτσι η ισραηλινή δαμόκλειος σπάθη θα επικρέμεται συνεχώς και σίγουρα θα χρησιμοποιείται ως το κύριο πρόσχημα της παλαιστινιακής αστυνομικής καταστολής: Αυτή είναι η διαβολική λογική κάθε δοσίλογης εξουσίας που συνεργάζεται με μια κατοχική δύναμη.

Η συνθηκολόγηση της εξόριστης ηγεσίας της Τύνιδας
Αυτό είναι ακριβώς το πιο καταδικαστέο στη συμμετοχή της ηγεσίας του Αραφάτ στο σύμφωνο της Ουάσιγκτον. Πρέπει να απορριφθούν τα σοφίσματα περί «μικρότερου κακού» και συσχετισμού των δυνάμεων που αναφέρονται ως δικαιολογία για οποιεσδήποτε συνθηκολογήσεις, ιδιαίτερα όταν αυτοί που υφίστανται την κατοχή βραχυκυκλώνονται από τους γραφειοκράτες μιας επιχρυσωμένης εξορίας στην Τύνιδα. Στο πλαίσιο του συσχετισμού των δυνάμεων μετά το 1967 ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ και το διεσπαρμένο παλαιστινιακό λαό, με ανύπαρκτη μια αραβική και διεθνή υποστήριξη που θα μπορούσε να αλλάξει το συσχετισμό αυτόν, προφανώς ήταν αδύνατο να επιτευχθεί η ολόκληρη και άνευ όρων απόσυρση του σιωνιστικού στρατού από τα κατεχόμενα εδάφη του 1967. Με άλλα λόγια, δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί ο ορθός μεταβατικός αλλά κάπως απατηλός στόχος του ανεξάρτητου και κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους, με το πραγματικό νόημα των όρων αυτών και όχι με τη γελοιογραφική και δημαγωγική ερμηνεία που τους δίνει ο Αραφάτ σήμερα.

Ο μόνος άμεσος ρεαλιστικός στόχος ήταν η άνευ όρων απόσυρση του ισραηλινού στρατού από τους παλαιστινιακούς οικισμούς, που είχε διατυπώσει η ηγεσία της Ιντιφάντα κατά τους πρώτους μήνες της. Η πίεση του παλαιστινιακού αγώνα στις διάφορες μορφές του μπορούσε λογικά να καταλήξει στο αποτέλεσμα αυτό με την προϋπόθεση ότι ο αγώνας δε θα υπονομευόταν από τη διάδοση της αυταπάτης ότι οι παλαιστινιακοί στόχοι θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν με το διπλωματικό δρόμο και χάρη στην Ουάσιγκτον. Η Ιντιφάντα δεν παράκμαζε μόνο λόγω αντικειμενικών αιτιών, αλλά επίσης, και κυρίως, για λόγους ηγεσίας, καθώς η ηγεσία της Τύνιδας είχε βάλει τα δυνατά της να αποκαταστήσει την ηγεμονία της πάνω σε ένα κίνημα που τους πρώτους μήνες είχε απελευθερωθεί από αυτήν. Μια παλαιστινιακή αυτοδιοίκηση που θα είχε δημιουργηθεί έτσι σίγουρα δε θα ήταν εντελώς επικυρίαρχη και θα είχε περιοριστεί στα ίδια εδάφη που πρόκειται να εγκαταλείψει τώρα ο ισραηλινός στρατός. Αλλά δε θα έπρεπε να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του σιωνιστικού κράτους και ακόμα λιγότερο των εποικισμών και του στρατού τους στα κατεχόμενα του 1967: Δε θα είχε εμπλακεί με συμβόλαιο εξουσιοδότησης στο να στραγγαλίσει τον παλαιστινιακό εθνικό αγώνα ενάντια στη συνεχιζόμενη κατοχή. Ούτε θα είχε επιτραπεί να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα εδάφη τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ‘ ότι το σύμφωνο της Ουάσιγκτον καθορίζει: αλλά αυτό θα αφορούσε όλους του Παλαιστίνιους, χωρίς εξαίρεση για τους κατασταλτικούς, γραφειοκρατικούς και στρατιωτικούς, μηχανισμούς.

Όμως δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μια αυτοδιοίκηση των Παλαιστινίων του εσωτερικού, με την εμπειρία της αυτοοργάνωσης από τα κάτω σαν προϊόν της πρώτης φάσης της Ιντιφάντα, θα διατηρούσε περισσότερο ουσιώδη επαφή με τα πραγματικά συμφέροντα των παλαιστινιακών μαζών απ‘ ό,τι μια «αυτοκυβέρνηση» που τη σπονδυλική στήλη της αποτελεί ο κατασταλτικός αστικός μηχανισμός της εξορίας που είναι ακόμα πιο διεφθαρμένος και πιο κατασταλτικός από τον αλγερινό «μεθοριακό στρατό» του Μπουμεντιέν που είχε αναλάβει να εξουδετερώσει το επαναστατικό δυναμικό κατά την ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας. Ο ισραηλινός στρατός πρόκειται να εκκενώσει τα παλαιστινιακά κέντρα της Δυτικής Όχθης και της Γάζας και τόσο το καλύτερο για τις μάζες που υπέφεραν άμεσα από την κατοχή για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα. Αλλά οποιαδήποτε συνέχιση του παλαιστινιακού εθνικού αγώνα, και οποιαδήποτε κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα αυτού, θα συγκρούονται πλέον με μια παλαιστινιακή αστυνομία που ακόμα μένει να αποδειχτεί ότι θα είναι λιγότερο κατασταλτική από το σιωνιστικό στρατό.

Ποιές προοπτικές;
Το πρόβλημα που οι παλαιστινιακές μάζες της Δυτικής Όχθης και της Γάζας σήμερα αντιμετωπίζουν δεν είναι ο αγώνας ενάντια στο σύμφωνο της Ουάσιγκτον με την έννοια του αγώνα ενάντια στην εφαρμογή του. Ελλείψει μιας άμεσης εναλλακτικής λύσης, θα ήταν παράλογο να βάλει κανείς έτσι το θέμα. Το
ζητούμενο είναι να ξεπεραστεί το περιοριστικό πλαίσιο των συμφωνιών αυτών: πάνω απ‘ όλα πρέπει να συνεχιστεί ο αγώνας με όλες τις δικαιολογημένες μορφές του (με την εξαίρεση οποιασδήποτε βίας κατά αμάχων πολιτών) ενάντια στη συνεχιζόμενη κατοχή, ενάντια στην παρουσία του στρατού και των σιωνιστικών εποικισμών στα κατεχόμενα του 1967, ενάντια στον ισραηλινό ασφυκτικό έλεγχο του οικονομικού πλούτου στην περιοχή, ενάντια στη διείσδυση ισραηλινών εμπορευμάτων και ισραηλινού κεφαλαίου. H προοπτική πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Στόχος θα είναι προπαντός η επαναστατική αντικατάσταση του παλαιστινιακού αστικού κατασταλτικού μηχανισμού από την αυτοοργάνωση των παλαιστινιακών μαζών που θα αποκαταστήσει την παράδοση του πρώτου χρόνου της Ιντιφάντα.

Για τους εξόριστους Παλαιστίνιους, ιδιαίτερα τους παλαιστίνιους πρόσφυγες στην Ιορδανία, στο Λίβανο και στη Συρία το όνειρο της απελευθέρωσης και της επιστροφής στην Παλαιστίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για μια παθητική στάση απέναντι στα υπαρκτά καθεστώτα, που καταπιέζουν τόσο τους Παλαιστίνιους όσο και το ντόπιο πληθυσμό. Τα στρατηγικά συμφέροντα του παλαιστινιακού λαού απαιτούν την επαναστατική ανατροπή των καταπιεστικών αραβικών καθεστώτων μέσω του κοινού αγώνα όλων όσων υφίστανται την καταπίεσή τους. Ιδιαίτερα το άμεσο συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας του παλαιστινιακού λαού που κατοικεί και στις δύο όχθες του Ιορδάνη -και που απειλούν την πλειοψηφία στην ίδια την Ιορδανία- απαιτεί να σπάσει η αλυσίδα που τους πνίγει στον πιο αδύναμο κρίκο της. Αυτός είναι η ιορδανική μοναρχία. Η Ιορδανία πρέπει πάλι να μεταβληθεί σε τοπικό επίκεντρο του αντισιωνιστικού και αντιιμπεριαλιστικού αγώνα που το είχε αποτελέσει την περίοδο των 1967-70. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να αντικατασταθεί η σχεδιαζόμενη από τον Αραφάτ και το βασιλιά Χουσεΐν συνομοσπονδία από την επαναστατική επανενοποίηση των δύο οχθών του Ιορδάνη.

Η αναγκαιότητα μιας προλεταριακής ηγεσίας
Ο αγωνιστικός αυτός προσανατολισμός απαιτεί την ανάδυση μιας προλεταριακής ηγεσίας του παλαιστινιακού αγώνα, ενός ανεξάρτητου κινήματος των εργαζομένων παλαιστινιακών μαζών σε συνδυασμό με τους αγώνες των εκμεταλλευόμενων τάξεων και των καταπιεζόμενων μαζών στις χώρες της εξορίας. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να κριθούν ο απολογισμός και οι επιλογές των εξόριστων ηγεσιών της παλαιστινιακής Αριστεράς. Η ανικανότητα τους να αναπτυχθούν σε εναλλακτική ηγεσία απέναντι σε αυτήν του Αραφάτ μέσα στο κίνημα των παλαιστινιακών μαζών οφείλεται ασφαλώς στο γεγονός ότι ποτέ δεν ήταν σε θέση να διατυπώσουν ένα ταξικό πρόγραμμα που να συνδυάζει τις κοινωνικές, δημοκρατικές και εθνικές διαστάσεις και ήταν ανίκανες να αντικρούσουν τη σταδιακή ανάληψη του μαζικού κινήματος από την ηγεσία του Αραφάτ και να δράσουν αποφασισμένα υπέρ μιας δημοκρατικής αναδιοργάνωσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών του παλαιστινιακού αγώνα. Εξάλλου συμβιβάζονταν διαρκώς με καθεστώτα, ειδικά με αυτό της Δαμασκού, τα οποία μισιούνται δικαιολογημένα από τις παλαιστινιακές μάζες. Σύντομα, δρούσαν μέσα στο στενό πλαίσιο του μικροαστικού εθνικισμού. Σίγουρα είναι ριζικά αντισιωνιστικές και αντιιμπεριαλιστικές αλλά η αναγκαία αντικαπιταλιστική διάσταση λείπει.

Η απόφαση που πάρθηκε τώρα από τις ηγεσίες αυτές να συγκροτήσουν ένα «ισλαμικό δημοκρατικό και εθνικό μέτωπο» μαζί με υποταγμένες στη Δαμασκό οργανώσεις όπως και με το φονταμενταλιστικό κίνημα δεν μπορεί παρά να εμποδίσει το στόχο στον οποίον αφιερώνονται: να καθοδηγήσουν τον αγώνα των παλαιστινιακών μαζών. Αφενός η συμμαχία με τις ελεγχόμενες από τη Δαμασκό οργανώσεις, που είναι εντελώς δυσφημισμένες στις μάζες και εξαρτημένες από την καλή θέληση ενός καθεστώτος που το ίδιο διαπραγματεύεται ένα σύμφωνο με το σιωνιστικό κράτος κάτω από την αιγίδα των ΗΠΑ, φανερώνει μεγάλη μυωπία. Αφετέρου παίζουν το παιχνίδι των φονταμενταλιστών, αφού κάνουν ιδεολογικούς συμβιβασμούς έως και το όνομα ακόμα του ενιαίου μετώπου και αρνούνται την επείγουσα αναγκαιότητα ενός ασυμφιλίωτου ιδεολογικού αγώνα ενάντια στο εξαιρετικά αντιδραστικό κοινωνικό πρόγραμμά τους. Συμμαχίες επί τόπου, στην Παλαιστίνη, ενάντια στη σιωνιστική κατοχή και σε οποιαδήποτε μελλοντική μορφή καταστολής ασφαλώς δεν μπορούν να αποκλείουν εκ των προτέρων το φονταμενταλιστικό κίνημα που έχει γίνει αναπόσπαστη συνιστώσα του αγώνα αυτού. Αλλά αν και είναι αναγκαίο να «χτυπάμε μαζί» με αυτό το κίνημα για συγκεκριμένους στόχους, δεν είναι λιγότερο αναγκαίο να «προχωράμε ξεχωριστά», δηλαδή να μην μπερδεύουμε τις σημαίες και να μην καλύπτουμε τον ιδεολογικό αγώνα ενάντια στο θρησκευτικό φανατισμό, το σκοταδισμό και στο σεξισμό των φονταμενταλιστών.

Στόχοι: αποσιωνιστικοποίηση του Ισραήλ και διεθνισμός
Οι σημερινές επιλογές των εξόριστων ηγεσιών της παλαιστινιακής Αριστεράς δε διευκολύνουν την απαραίτητη οικοδόμηση ενός ισραηλινού κινήματος πάλης για την ολοκληρωτική απόσυρση του σιωνιστικού στρατού από τα κατεχόμενα του 1967 και τη διάλυση των εποικισμών που προστατεύονται από το στρατό. Ακόμα λιγότερο διευκολύνουν τη δημιουργία μιας ριζοσπαστικής αντισιωνιστικής ισραηλινής Αριστεράς, που αποτελεί προϋπόθεση αποφασιστικής σημασίας για να σπάσουν οι δεσμοί της ισραηλινής εργατικής τάξης με το σιωνισμό. Μόνο έτσι όμως μπορεί να ανατραπεί το σιωνιστικό κράτος και να επιτευχθεί η αποσιωνιστικοποίηση της ισραηλινής κοινωνίας. Πρόκειται για μια χαμένη ευκαιρία, αφού μπορούσε κανείς να ελπίζει πως το ψυχολογικό σοκ του συμφώνου της Ουάσιγκτον θα ευνοούσε τον κριτικό συλλογισμό γύρω από το σιωνισμό μέσα στην εργατική τάξη και τη νεολαία του Ισραήλ.

Αυτός είναι ο στόχος που επιδιώκουν οι ισραηλινοί επαναστάτες. Με όλους τους αγωνιστές που είναι αφοσιωμένοι στα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού θα εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν τον παλαιστινιακό εθνικό αγώνα ενάντια στη σιωνιστική κυβέρνηση και σε κάθε καταπιεστή ανεξάρτητα από τη φύση των ηγεσιών αυτού του αγώνα. Αλλά κυρίως θα υποστηρίζουν οτιδήποτε επιτρέπει στον παλαιστινιακό αγώνα να προχωρήσει προς το δρόμο της ταξικής ριζοσπαστικοποίησης και του διεθνισμού.

Salah JABER
Δεκέμβριος του 1993