Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2006

Οι αντιφατικές φωνές της Χαμάς

Άρθρο του Menachem Klein, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Bar-Ilan, και υπογράφοντα της "Πρωτοβουλίας της Γενεύης".
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Haaretz στις 1 Ιούνη του 2006
Αγγλικό κείμενο / Πρόλογος και μετάφραση: Τάκης Γέρος
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακολουθούν προς το παρόν τη γραμμή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, που συγκαταλέγει τη Χαμάς ανάμεσα στις τρομοκρατικές οργανώσεις, και έχουν έτσι διακόψει εδώ και τρεις μήνες την παροχή άμεσης οικονομικής βοήθειας προς την Παλαιστινιακή Αρχή – γεγονός που έχει ήδη δραματικές επιπτώσεις για το σύνολο της παλαιστινιακής κοινωνίας. Είναι αλήθεια ότι η ρητορική κάποιων ηγετικών στελεχών της Χαμάς, που αρνούνται να αναγνωρίσουν το Ισραήλ, τροφοδοτεί τον διεθνή αρνητισμό και τις πιέσεις απέναντι στη κυβέρνηση της Χαμάς. Παράλληλα, πολλοί Ισραηλινοί πολιτικοί και σχολιαστές, αλλά και η πλειονότητα των εβραίων Ισραηλινών, επικαλούνται την ρητορική αυτή προκειμένου να τηρούν μια αδιάλλακτη στάση απέναντι στη νεοεκλεχθείσα κυβέρνηση των Παλαιστινίων, συχνά μάλιστα συνδέοντάς την με το ιδεολογικό σχήμα της «διεθνούς τρομοκρατίας». Ο Μενάχεμ Κλάιν (Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Bar-Ilan) αμφισβητεί στο παρακάτω άρθρο μια σειρά από κυρίαρχες παραδοχές σχετικά με τη Χαμάς – τις οποίες ενστερνίζεται και μια σημαντική μερίδα της προοδευτικής διανόησης στις δυτικές χώρες - και εξετάζει τις πρόσφατες αλλαγές που έχουν επέλθει στον λόγο αλλά και τις πρακτικές της οργάνωσης. Ο Κλάιν είναι ένας από τους υποστηρικτές της «Πρωτοβουλίας της Γενεύης», ενός κοινού ειρηνευτικού σχεδίου το οποίο επεξεργάστηκαν ορισμένοι Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί πολιτικοί και διανοούμενοι το 2003.
Τα πολιτικά κείμενα της Χαμάς υποδηλώνουν ότι σήμερα η οργάνωση δεν είναι φονταμενταλιστική. Για τους φονταμενταλιστές τα πάντα αποτελούν ζητήματα αρχών, χωρίς να υφίσταται καμία διάκριση μεταξύ τακτικής και στρατηγικής. Οι φονταμενταλιστές αδυνατούν να τροποποιήσουν τις θέσεις τους. Εντούτοις, θα έπρεπε να τονιστεί ότι η Χαμάς δεν είναι ένα μετριοπαθές αλλά ένα ριζοσπαστικό κίνημα. Διαθέτει μια ποικιλία από φωνές, κάποιες από τις οποίες είναι αντιφατικές. Είμαστε εξοικιωμένοι με τις περισσότερο ριζοσπαστικές από αυτές αλλά θα πρέπει να γνωρίσουμε και τις υπόλοιπες.
Η ηγεσία της Χαμάς συνειδητοποίησε το οργανωτικό και ιδεολογικό αντίτιμο που θα έπρεπε να πληρώσει σε αντάλλαγμα για την πλήρη πολιτικοποίησή της. Αποφάσισε να τοποθετήσει τους ανώτερους ηγέτες της στην λίστα των υποψηφίων. Προτίμησε να καταστήσει πιο μετριοπαθή τον λόγο της, σαν το «αντίτιμο εισόδου» της στην πολιτική, παρά να αφήσει την κεφαλή του κινήματος έξω από το πολιτικό τέλμα προκειμένου να διατηρήσει την ιδεολογική της καθαρότητα.
Ο ισλαμικός καταστατικός χάρτης δεν ανακλήθηκε από τη Χαμάς αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι αυτός δεν αναφέρεται σε κανένα από τα πολιτικά κείμενα του κινήματος. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα αν αναλογισθεί κανείς την θεμελιώδη υπόσταση που έχει ο χάρτης αυτός για τη συγκρότηση της οργάνωσης: Υποδηλώνει την σιωπηρή παραδοχή της αντίφασης μεταξύ του καταστατικού χάρτη και των άλλων πολιτικών κειμένων της Χαμάς. Τα τελευταία διαφέρουν από τον καταστατικό χάρτη, πρώτον, διότι τα περισσότερα από αυτά είναι λειτουργικού, και όχι θεολογικού, χαρακτήρα. Δεύτερον, διότι αναγνωρίζουν ότι υφίσταται ένα χάσμα ανάμεσα στις αρχικές θέσεις της οργάνωσης και στην εθνική συναίνεση και δομή της Παλαιστινιακής κοινωνίας. Τρίτον, οι πολιτικές διακηρύξεις τείνουν να μεταθέσουν το βάρος της αλήθειας στην ισραηλινή πλευρά προκειμένου να απαλύνουν τη δυσκολία επίτευξης μιας αλλαγής. Ποιός ο λόγος να βασανίζεται κανείς με τροποποιήσεις των θέσεων του τη στιγμή που δεν υφίσταται ένας ισραηλινός εταίρος; Τέταρτον, τα κείμενα επικεντρώνονται στα εδάφη του 1967. Τέλος, σε αυτά δίνεται έμφαση σε μια ποικιλία από ζητήματα, σε αντίθεση με τον μονοδιάστατο χαρακτήρα του ισλαμικού καταστατικού χάρτη.
Η γλώσσα της Χαμάς έχει πρακτικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με την υψηλότροπη γλώσσα του καταστατικού χάρτη που βρίθει αποσμασμάτων από το Κοράνι. Στην πραγματικότητα, η διάσταση του χρόνου μέσα στον καταστατικό χάρτη είναι υπερ-ιστορική: Το παρόν δεν έχει καμιά νομιμότητα παρά μόνον στον βαθμό που συνδέεται με το παρελθόν και το ανακατασκευάζει. Το κείμενο που συγκροτεί τον καταστατικό χάρτη είναι το Κοράνι και ο θάνατος στο όνομα του Αλλάχ αποτελεί την επιθυμία εκείνη που εξυμνείται περισσότερο μέσα σε αυτό.
Τίποτα από όλα αυτά δεν εμφανίζεται, για παράδειγμα, στο κομματικό πολιτκό πρόγραμμα του κινήματος. Ούτε το πολιτικό πρόγραμμα αυτό υποδηλώνει την επιθυμία ίδρυσης ενός μουσουλμανικού κράτους, όπως συμβαίνει με τον καταστατικό χάρτη. Ο τελευταίος ασχολείται αποκλειστικά με τις εχθροπραξίες, ενώ το πολιτικό πρόγραμμα επικεντρώνεται στην υπάρχουσα πραγματικότητα της παλαιστινιακής κοινωνίας. Ο όρος «τζιχάντ» εμφανίζεται μια μόνο φορά, αναφορικά με την ισότητα των γυναικών στην περίπτωση ιερού πολέμου. Ο ισλαμικός καταστατικός χάρτης υποβιβάζει τις γυναίκες σε παραδοσιακούς ρόλους, ως μητέρες που αναθρέφουν παιδιά και κρατούν το νοικοκυριό, ενώ το πολιτκό πρόγραμμα κάνει λόγο για την ισότητα των φύλων. Επίσης, διακυρήσσει την αντίθεση του στην ομαλοποίηση με το Ισραήλ, το τέλος της συνεργασίας με αυτό στα ζητήματα της ασφάλειας αλλά και τη χρήση οποιουδήποτε μέσου στην πάλη ενάντια στην κατοχή. Έτσι, οι διαμορφωτές του πολιτικού προγράμματος επέλεξαν να κάνουν μόνο κάποια νύξη για την ένοπλη πάλη, ενώ άφησαν ένα άνοιγμα για τη νομιμοποίηση της πολιτικής διαδικασίας.
Σε αντίθεση με τον καταστατικό χάρτη, ο οποίος αναφέρεται μόνο στη θρησκευτική εκπαίδευση και τη γνώση για τον εχθρό, προκειμένου να τον πολεμήσει αποτελεσματικά, το πολιτικό πρόγραμμα της Χαμάς επιβεβαιώνει τον προσανατολισμό των Παλαιστινίων προς την απόκτηση μιας ανώτερης, δυτικού τύπου, εκπαίδευσης, εκδηλώνοντας μάλιστα και μια προτίμηση για τον τομέα της τεχνολογίας – ενώ διαχωρίζει ανάμεσα στις δυτικές αξίες, που είναι μη αποδεκτές, και στη δυτική τεχνολογία, την οποία αξίζει να υιοθετήσουν. Από τον 18ο αιώνα και μετά η διάκριση αυτή έχει αποτύχει να θέσει τέρμα στη δυτικοποίηση και την εκκοσμίκευση, έτσι ώστε η ανάγκη να το πράξει κανείς σήμερα μαρτυρά την έλλειψη μιας καλύτερης εναλλακτικής λύσης.
Με τον τρόπο αυτό η Χαμάς προσπαθεί να κλείσει την πόρτα του οίκου και της οικογένειας στις επιδράσεις του δημόσιου χώρου, τον οποίο είναι δύσκολο να μεταβάλλει. Οι αξίες του Ισλάμ οφείλουν να κυριαρχούν στην πολιτισμική οντότητα που μεταδίδει την ιστορική κληρονομιά στις επόμενες γενιές, σε αντίθεση με την κοσμική και δυτική κοινωνία, όπου η οικογένεια και η κεφαλή της χάνουν τη θέση και την εξουσία τους για χάρη του «δρόμου» και της μαζικής κουλτούρας.
Στον νομικό τομέα, το πολιτικό πρόγραμμα πρεσβεύει ότι η σαρία (ο ισλαμικός θρησκευτικός νόμος) πρέπει να καταστεί η κύρια πηγή άντλησης της νομοθεσίας. Έτσι, η Χαμάς αποφάσισε να απορρίψει το μαγικό φονταμενταλιστικό σλόγκαν «Το Ισλάμ είναι η λύση» - το οποίο επιζητά την επιβολή ολόκληρης της σαρία’ εδώ και τώρα – και αντίθετως να υποστηρίξει μια εκδοχή του που να είναι αποδεκτή στα μη-ισλαμικά καθεστώτα των αραβικών χωρών.
Ο πολιτικός λόγος της Χαμάς βρίθει από αντιφατικές φωνές. Παράλληλα με τις διακηρύξεις ότι το κίνημα δεν θα αναγνωρίσει το Ισραήλ, οι εκπρόσωποί του πρεσβεύουν και την αντίθετη θέση. Οι σχετικά μετριοπαθείς φωνές υποστηρίζουν την διάκριση ανάμεσα σε μέσα και σκοπούς, ενώ αντιμετωπίζουν τις διαπραγματεύσεις περισσότερο σαν μια τεχνική παρά σαν κάτι ουσιώδες – σε μια τέτοια περίπτωση, η υποχώρηση τους αναφορικά με αυτές θα θεωρείτο σαν μια εξευτελιστική παράδοση.
Οι εκπρόσωποι της Χαμάς διακρίνουν ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές διαπραγματεύσεων – μια οριστική λύση, μια ενδιάμεση ή μερική λύση και μια συνέχιση της εκεχειρίας. Για αυτούς δεν αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα το να συζητήσουν προσωρινές ή μερικού τύπου διευθετήσεις με το Ισραήλ, καθώς και λύσεις για υφιστάμενα προβλήματα, όπως είναι οι άδειες διέλευσης για τους εργάτες και τα προϊόντα. Είναι σίγουρο ότι η συνέχιση του κοπάσματος των συγκρούσεων δεν αποτελεί πρόβλημα για αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο θα είναι αμοιβαίο. Τίποτα επίσης δεν εμποδίζει τους ανθρώπους της Φάταχ από το ξαναρχίσουν τις συνομιλίες τους με το Ισραήλ σχετικά με τη συμφωνία για μια οριστική λύση, αλλά και από το να αποδείξουν στη πράξη ότι ο τρόπος αυτός μπορεί να οδηγήσει σε κάτι διαφορετικό από όσα έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα.
Ο μοναδικός δισταγμός στο σημείο αυτό αφορά το ζήτημα του κατά πόσο επιτρέπεται στην ίδια τη Χαμάς να διεξαγάγει συνομιλίες για να βρεθεί μια λύση στη διαμάχη με το Ισραήλ – και υπό ποιές προϋποθέσεις. Η «κόκκινη γραμμή» της πραγματιστικής προσέγγισης καθορίζεται από τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων. Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερο ακραίοι πιστεύουν ότι η διεξαγωγή άμεσων συνομιλιών συνιστά αναγνώριση του Ισραήλ και ότι η αποχώρηση του Ισραήλ θα επιτευχθεί μέσω διαπραγματεύσεων με μια τρίτη πλευρά. Εξαιτίας της διαφοράς των απόψεων, οι εκπρόσωποι της πραγματιστικής προσέγγισης τονίζουν ότι δεν θα υπάρξει καμία υποχώρηση σε σχέση με το δικαίωμα των Παλαιστινίων στα εδάφη του 1948, το δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων, την ολοσχερή αποχώρηση του Ισραήλ στη γραμμή της 4ης Ιουνίου του 1967, συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ, την αποφυλάκιση όλων των κρατουμένων και την καταστροφή του διαχωριστικού τείχους.
Η θέση της Χαμάς για το δικαίωμα της επιστροφής βρίσκεται σε αντίθεση με το ειρηνευτικό σχέδιο της Αραβικής Ένωσης. Η αρχή αυτή συγκρούεται με την πίστη του αραβικού κόσμου ότι αποτελεί το «στρατηγικό βάθος» της Παλαιστινιακής οντότητας. Η Χαμάς δεν έχει καμία λύση στο πρόβλημα αυτό και αναρωτιέται για το πώς θα μπορέσει να αποδεχθεί το Αραβικό Σχέδιο.(*)
Στο λεξιλόγιο της διεθνούς πολιτικής το τέλος της κατοχής, στο οποίο η Χαμάς συχνά αναφέρεται, σημαίνει τη λύση των δύο κρατών και το τέλος της κατοχής στα εδάφη του 1967. Αλλά τι είναι αυτό στο οποίο αναφέρεται στην πραγματικότητα η Χαμάς: το τέλος της κατοχής των εδαφών αυτών ή το τέλος της κατοχής στα εδάφη του 1948, όπως δηλώνεται στον ισλαμικό καταστατικό χάρτη; Είναι η κατοχή απαραίτητη στο Ισραήλ και μήπως το τέλος της κατοχής απαιτεί την καταστροφή του Ισραήλ;
Το ερώτημα αυτό συνδέεται με ένα ερώτημα ακόμη: Σε ποιό βαθμό ο ντε φάκτο παλαιστινιακός αυτοπροσδιορισμός (ο οποίος αντιβαίνει στους ιστορικούς δεσμούς της Παλαιστίνης) συμπίπτει μόνο με τα εδάφη του 1967; Η απάντηση βρίσκεται στο συμφραζόμενο μέσα στο οποίο η Χαμάς τοποθετεί τον όρο «αυτοπροσδιορισμός». Κατά κύριο λόγο, αυτός αναφέρεται σε μια διευθέτηση που έχει να κάνει με τα εδάφη του 1967 και η οποία συνοδεύεται με μια δήλωση αναφορικά με τους δεσμούς των Παλαιστινίων με τα εδάφη του 1948.
Οι ηγέτες της Χαμάς δεν ήταν συνηθισμένοι στη χρήση της λέξης «ειρήνη». Ο πρώτος που τη χρησιμοποίησε διστακτικά ήταν ο Χάλεντ Μέσαλ στη Μόσχα. Εκφράστηκε όμως με περισσότερο δεσμευτικό τρόπο από τον Πρωθυπουργό της Παλαιστινιακής Αρχής, Ισμαήλ Χανίγια, όταν παρουσίασε την κυβέρνησή του στο κοινοβούλιο καθώς και από τον Υπουργό Εξωτερικών, Μαχμούντ Ζαχάρ, στο γράμμα του προς τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
Οι βίαιες συγκρούσεις και οι οξυμένη πολιτική πάλη με τη Φάταχ – η οποία επιδιώκει να διατηρήσει την εναπομείνασα ισχύ της στην κυβέρνηση και να υπαγορεύσει στη Χαμάς την εξωτερική πολιτική της Οργάνωσης για την Απελεύθερωση της Παλαιστίνης – καθιστούν τώρα δύσκολο για την Χαμάς το να γίνει περισσότερο μετριοπαθής και την σπρώχνουν προς μια απομόνωση από τη Φάταχ διαμέσου της επιβολής μιας σειράς από «κόκκινες γραμμές». Με δεδομένη την έλλειψη ενός ισραηλινού εταίρου για τις ειρηνευτικές προσπάθειες της Φάταχ, ο Πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Αμπού Μάζεν (Μαχμούντ Αμπάς), έχει αποδυναμωθεί. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που προσδοκά το Ισραήλ, δηλαδή στη συνέχιση των αμφιταλαντεύσεων της Χαμάς και στην αποδοχή από μέρους της του αραβικού ειρηνευτικού σχεδίου.
(*) ΣτΜ. Το «Αραβικό Σχέδιο» (γνωστό και ως «Σχέδιο της Βηρυττού») ήταν μια ειρηνευτική πρωτοβουλία που κατατέθηκε το 2002 από τον Σαουδάραβα πρίγκηπα Αμπντάλλα και η οποία έγινε στη συνέχεια αποδεκτή από το σύνολο των κρατών της Αραβικής Ένωσης. Αφορά στην πλήρη αποχώρηση του Ισραήλ από τα παλαιστινιακά εδάφη που κατέχει από το 1967 με αντάλλαγμα την αναγνώριση του από όλα τα αραβικά κράτη. Το σχέδιο αυτό έχει πρόσφατα επανέλθει στο προσκήνιο, κυρίως μέσω των πρωτοβουλιών του Μαχμούντ Αμπάς.