Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2005

Χαράζοντας το διαχωριστικό τείχος

Με το πρόσχημα της ασφάλειας:
Χαράζοντας το Διαχωριστικό Τείχος με σκοπό την Επέκταση των Ισραηλινών Εποικισμών στη Δυτική Όχθη

Πηγή: B’Tselem (Ισραηλινό Κέντρο Πληροφόρησης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στα Κατεχόμενα Εδάφη) Δεκέμβρης 2005
Μετάφραση: "Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ"

Περίληψη
Η χάραξη του διαχωριστικού τείχους, που διεισδύει στη Δυτική Όχθη, οδηγεί σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Παλαιστινίων που ζουν κοντά στο τείχος. Το Ισραήλ ισχυρίζεται ότι η χάραξη του τείχους βασίζεται αποκλειστικά σε γνώμονες σχετικούς με την ασφάλεια. Αυτή η μελέτη αμφισβητεί αυτό τον ισχυρισμό και αποδεικνύει ότι ένας από τους κύριους λόγους της επιλογής της χάραξης σε πολλά σημεία του τείχους ήταν να τοποθετηθούν περιοχές που προορίζονται για επέκταση εποικισμών στην «Ισραηλινή» πλευρά του τείχους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επέκταση συνιστά στην πράξη την εγκαθίδρυση νέου εποικισμού.
Η μελέτη προσφέρει ανάλυση σε βάθος των επεκτατικών σχεδίων τεσσάρων εποικισμών – Ζουφίν, Αλφε Μενάσε, Μοντίιν Ιλλίτ και Νεβέ Γιαακόβ- και τη σύνδεση των σχεδίων αυτών με τη χάραξη του διαχωριστικού τείχους. Η μελέτη παρουσιάζει επίσης οκτώ άλλες περιπτώσεις στις οποίες τα σχέδια επέκτασης των εποικισμών επηρέασαν σοβαρά τη χάραξη του τείχους: Ρεχάν, Σαλίτ, Ορανίτ, Οφαρίμ, Αριέλ, Κεντουμίμ, Γκεβαότ και Εσκολότ. Η κατασκευή του τείχους γύρω από πέντε από τους δώδεκα εποικισμούς που αναφέρονται στη μελέτη τελείωσε περίπου πριν από δύο χρόνια, σε δύο περιπτώσεις η κατασκευή πλησιάζει τη φάση της ολοκλήρωσης και στις υπόλοιπες τέσσερις περιπτώσεις η κατασκευή ξεκίνησε μόλις πρόσφατα.
Οι παράγοντες σχεδιασμού της χάραξης: Η επίσημη Ισραηλινή εκδοχή
Η προστασία των εποικισμών και των εποίκων δεν αναφέρεται στην απόφαση του Ισραηλινού κοινοβουλίου του Ιουνίου του 2002, με την οποία εγκρίθηκε η έναρξη της κατασκευής της 1ης Φάσης του τείχους. Για την ακρίβεια, η απόφαση δίνει την εντύπωση ότι το τείχος δεν έχει καμία σχέση με τους εποικισμούς ή τους εποίκους. Η απόφαση αναφέρει ρητά ότι το τείχος «αποσκοπεί να μειώσει την είσοδο τρομοκρατών από την Ιουδαία και τη Σαμάρια για να εξαπολύσουν επιθέσεις στο Ισραήλ». Σε συναφές πνεύμα, το υπουργείο Άμυνας αναφέρει στην ιστοσελίδα του “Seam Zone” που δημιουργήθηκε για να παρέχει πληροφορίες σχετικά με το τείχος, ότι:
Το σχέδιο “seam zone” σκοπεύει να μειώσει την ικανότητα των τρομοκρατών να διεισδύουν στα εδάφη του Ισραήλ από τα εδάφη της Παλαιστινιακής Αρχής, των οποίων ο αριθμός αυξήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2000 ακολουθώντας την αύξηση των φαινομένων τρομοκρατικών επιθέσεων αυτοκτονίας. Μόνο σε μια απάντηση προς το Ανώτατο Δικαστήριο Δικαιοσύνης το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα δηλώνει απερίφραστα τη σύνδεση μεταξύ της χάραξης και των εποικισμών:
Πράγματι, τμήμα της χάραξης σχεδιάστηκε με στόχο να παράσχει επίσης ασφάλεια σε Ισραηλινούς κατοίκους που ζουν στην Ιουδαία και τη Σαμάρια, οι οποίοι επίσης υποφέρουν από τρομοκρατικές επιθέσεις. Από τις απαντήσεις αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι έποικοι που προστατεύονται από την κατασκευή του τείχους μέσα στη Δυτική Όχθη είναι έποικοι που ήδη ζουν σε υπάρχοντες εποικισμούς και όχι έποικοι οι οποίοι θα ζήσουν σε εποικισμούς που δεν έχουν ακόμη χτιστεί.
Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα επίσης δικαιολόγησε την κατασκευή του τείχους μέσα στη Δυτική Όχθη στη βάση δύο σχετιζόμενων με την ασφάλεια παραγόντων. Ο πρώτος είναι η ανάγκη να δημιουργηθεί μια «ουδέτερη ζώνη» απομακρύνοντας το τείχος από τα σπίτια των Ισραηλινών που ζουν κοντά, είτε σε κοινότητες μέσα στο Ισραήλ είτε σε εποικισμούς. Σύμφωνα με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα «αυτή η ουδέτερη ζώνη είναι ζωτικής σημασίας ώστε να αντιμετωπίζονται οι τρομοκράτες που έχουν περάσει το τείχος πριν διεκπεραιώσουν το σχέδιό τους».
Ο άλλος παράγοντας που αναφέρθηκε είναι «να υπερασπιστούν οι δυνάμεις που προστατεύουν το τείχος από τη χάραξη του τείχους σε περιοχές που δεν μπορούν να ελεγχθούν [τοπογραφικά] ανατολικά του τείχους». Λόγω της τοπογραφίας της περιοχής, η χάραξη του τείχους κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής, παραδέχεται το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα «δεν θα παρείχε προστασία στους στρατιώτες που περιπολούν το τείχος, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις θα βρίσκονταν σε χαμηλότερη τοπογραφική θέση. Επίσης μια χάραξη κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής δεν θα επέτρεπε την παρακολούθηση προς την κατεύθυνση της Ιουδαίας και της Σαμάριας και θα άφηνε τις δυνάμεις του ΙΑΣ (Ισραηλινού Αμυντικού Στρατού) σε μια κατώτερη θέση επιχειρήσεων απ’ ότι εκείνη των τρομοκρατών που περιμένουν από την άλλη πλευρά του τείχους».
Από καιρού εις καιρό η Ισραηλινή κυβέρνηση και οι νομικοί αξιωματούχοι έχουν τονίσει ότι το τείχος αποτελεί αποκλειστικά ένα εργαλείο προστασίας απέναντι σε υπάρχουσες απειλές ασφάλειας, το τείχος ως ένα προσωρινό μέτρο προστασίας. Απόδειξη της προσωρινής φύσης του τείχους αποτελεί σύμφωνα με το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα το γεγονός ότι κατά το παρελθόν, φράκτες ασφαλείας που είχαν χτιστεί κατά μήκος συνόρων με Αραβικές χώρες καταλύθηκαν μετά από ειρηνευτικές συμφωνίες και πολιτικές αποφάσεις.
Πρέπει να αναφερθεί ότι προς απάντηση εκκλήσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο, το κράτος αναγκάστηκε να παραδεχτεί σε ορισμένες περιπτώσεις ότι σχέδια επέκτασης εποικισμών λήφθηκαν υπόψη για τη χάραξη συγκεκριμένων τμημάτων του τείχους. Ωστόσο, παρά τις παραδοχές, η πρωταρχική αιτιολόγηση για τη χάραξη του τείχους και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απορρέουν από τη χάραξη εκφράζονται αποκλειστικά με όρους ασφάλειας, δηλαδή την παρεμπόδιση εισόδου στο Ισραήλ και επιχειρησιακούς παράγοντες.
Τα σχόλια του Στρ. Νταν Τίρζα, επικεφαλής του σχεδιασμού του τείχους στη Διοίκηση της Seam Zone, σε μια συνέντευξή με τον Χαΐμ Γιαβίν δείχνουν ξεκάθαρα την δημοσχετίστικη προσέγγιση του Ισραήλ αναφορικά με τη χάραξη του τείχους. Όταν ερωτάται γιατί το τείχος δεν χτίστηκε κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής, ή τουλάχιστον εγγύτερα αυτής, ο Τίρζα απάντησε ότι «Αν το κάναμε αυτό θα δημιουργούσαμε έναν άμεσο κίνδυνο στους Ισραηλινούς πολίτες. Και όταν μιλάμε για δικαιώματα, το δικαίωμα της ζωής είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα να φτάσεις στο αγροτεμάχιο». Όταν ρωτήθηκε αν η χάραξη του τείχους είχε στόχο να κλέψει γη από τους Παλαιστινίους και να παράσχει τη δυνατότητα εγκαθίδρυσης νέων εποικισμών ο Τίρζα απάντησε:
Δεν πήρα γη. Η γη είναι δική τους [των Παλαιστινίων] και μπορούν να πάνε στη γη τους και να συνεχίσουν να τη δουλεύουν. Δεν κλέψαμε ούτε ένα μέτρο γης. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να κατέχουν τη γη και όταν έρθει η στιγμή και η κατάσταση αλλάξει, η γη θα επιστραφεί στους ιδιοκτήτες της. Ο φράκτης δεν δίνει ούτε ένα εκατοστό στους εποικισμούς. Η γη των εποικισμών καθορίζεται με άλλα μέσα, σε άλλα μέρη και όχι από τη χάραξη του τείχους. Έχω μια αποστολή: Πρέπει να εμποδίσω τη διέλευση των τρομοκρατών.
Πράγματι μόνο παράγοντες ασφάλειας λαμβάνονται υπ’ όψιν;
Η σημερινή εγκεκριμένη χάραξη του τείχους αφήνει εξήντα εποικισμούς, δώδεκα απ’ αυτούς στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, χωρισμένους από την υπόλοιπη Δυτική Όχθη και εφαπτόμενους με το Κράτος του Ισραήλ. Στις περισσότερες περιπτώσεις που αναφέρονται στη μελέτη, το τείχος χαράχθηκε εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες μέτρα από τα σπίτια στα όρια των εποικισμών. Και στις δώδεκα περιπτώσεις που αναφέρονται στη μελέτη, η χάραξη του διαχωριστικού τείχους μέσες άκρες ακολουθεί τα σύνορα του σχεδίου ανάπτυξης του παρακείμενου εποικισμού, καθιστώντας αδύνατη την αποσύνδεση του σχεδίου από τη χάραξη. Επομένως είναι ξεκάθαρο ότι αντίθετα με την εικόνα που σκιαγραφεί το κράτος, τα σχέδια επέκτασης εποικισμών έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση της χάραξης του τείχους.
Η έλλειψη διαφάνειας αναφορικά με τη σύνδεση μεταξύ τείχους και εποικισμών αποσαφηνίζεται από την αλλαγή των Ισραηλινών ισχυρισμών σχετικά με το τμήμα του τείχους γύρω από τον εποικισμό Ζουφίν. Τον Οκτώβριο του 2002, οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι του Αζζούν και του αΝαμπί Ελίας, έκαναν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο ενάντια σ’ ένα τμήμα του τείχους το οποίο θα χτιζόταν ανατολικά του Ζουφίν, που απειλούσε να τους αποκόψει από τα αγροτεμάχιά τους που βρίσκονταν δυτικά του τείχους. Στην απόφασή της, η δικαστής Ντορίτ Μπεϊνίς δέχτηκε αναντίρρητα την κρατική θέση ότι η δρομολόγηση του τείχους μέσα στη Δυτική Όχθη ήταν αναγκαία προκειμένου να δημιουργηθεί «ουδέτερη ζώνη». Συνακόλουθα το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και το τείχος χτίστηκε κατά μήκος της αρχικής χάραξης.
Ωστόσο, υπό το βάρος των σοβαρών δυσκολιών πρόσβασης των εδαφών τους από τη στιγμή της κατασκευής του τείχους τον Ιούλιο του 2003, οι κάτοικοι του Αζζούν και του αΝαμπί Ελίας έκαναν εκ νέου αίτηση στο δικαστήριο. Εκπροσωπούμενοι από το HaMoked: Κέντρο Υπεράσπισης του Ατόμου, οι ενάγοντες ζήτησαν το δικαστήριο να ορίσει την κατεδάφιση του τείχους ή τη μετακίνησή του κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μην εμποδίζει την πρόσβαση στα χωράφια τους. Σε αντίθεση με την απάντηση στην προηγούμενη αίτηση, το Γραφείο του Εισαγγελέα τώρα έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το τείχος έπρεπε να χτιστεί στην καθορισμένη χάραξη «για να προστατευτούν τα νότια και ανατολικά τμήματα της Ισραηλινής κοινότητας Ζουφίν» τα οποία δεν είχαν ακόμη κατασκευαστεί. Επιπλέον το Γραφείο του Εισαγγελέα προχώρησε παραπέρα και παραδέχτηκε ότι «στο σχεδιασμό της χάραξης στην περιοχή, ελήφθη υπόψη η ύπαρξη ενός σχεδίου που ετοιμάζεται αλλά δεν έχει λάβει ακόμη επίσημη έγκριση».
Παράγοντες ασφάλειας εναντίον εποικιστικών παραγόντων
Η απροθυμία του Ισραήλ να παραδεχτεί καθαρά ότι τα σχέδια επέκτασης πολλών εποικισμών ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας στην επιλογή της χάραξης του τείχους απορρέει, τουλάχιστον εν μέρει, από τη σύγκρουση αυτού του παράγοντα και διαφόρων εκφάνσεων του παράγοντα ασφάλειας.
Πρώτον, η παραδοχή ότι η επέκταση των εποικισμών ελήφθη υπόψη έρχεται σε σύγκρουση με την παραδοχή ότι το τείχος είναι προσωρινό, που είναι ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία του επιχειρήματος περί ασφάλειας. Η εφαρμογή ενός οικιστικού αναπτυξιακού σχεδίου εξαρτάται, ανάμεσα σε άλλα πράγματα, από τη ζήτηση για τα σπίτια που θα χτιστούν. Το να απομονωθεί η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη από τις γειτονικές Παλαιστινιακές κοινότητες είναι καίριο για τη δημιουργία αυτής της ζήτησης. Για την ακρίβεια, τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις, η συμπερίληψη περιοχής με την πρόθεση επέκτασης δυτικά του τείχους δεν είναι απλά ένας από τους πολλούς παράγοντες που βελτιώνουν τις πωλήσεις, είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για το αν το σχέδιο θα χτιστεί τελικά ή όχι. Επομένως, ακόμη και αν η κατάσταση της ασφάλειας αλλάξει, δίνοντας τη δυνατότητα κατεδάφισης του τείχους, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι νέοι «γείτονες» θα αποχωρήσουν και θα κατεδαφιστούν μαζί με το τείχος. Μάλλον, το πιθανότερο είναι ότι το Ισραήλ θα αντιμετωπίσει τους εποικισμούς ως δεδομένα που δεν μπορούν να μη ληφθούν υπόψη, και τα οποία, στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να συζητηθούν μόνο στις διαπραγματεύσεις του οριστικού καθεστώτος.
Δεύτερον, η πρόθεση να χτιστούν νέα σπίτια στην περιοχή ανάμεσα στους υπάρχοντες εποικισμούς και το τείχος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παραδοχή ότι το τείχος τοποθετείται μέσα στη Δυτική Όχθη για να δημιουργηθεί «ουδέτερη ζώνη» στην οποία θα κυνηγούν τρομοκράτες που κατάφεραν να περάσουν το τείχος, προτού φτάσουν σε κάποια Ισραηλινή κοινότητα. Μια ουδέτερη ζώνη είναι εξ’ ορισμού κενός χώρος, για να δικαιολογηθεί η τωρινή χάραξη του τείχους και οι συνεπακόλουθες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σ’ αυτή τη βάση όταν υπάρχει η πρόθεση αυτός ο κενός χώρος να οικοδομηθεί το επιχείρημα είναι ψευδές.
Τρίτον, όσο πιο μακριά τοποθετείται το τείχος από την Πράσινη Γραμμή, τόσο περισσότερα αγροτεμάχια Παλαιστινίων τοποθετούνται στην “seam zone”. Αυτό αυξάνει τον αριθμό των Παλαιστινίων που δικαιούνται άδειες με σκοπό να περάσουν το τείχος για να πάνε στη γη τους. Από τη στιγμή που ένας Παλαιστίνιος περάσει το τείχος, δεν υπάρχει φυσικό τείχος που εμποδίζει την πρόσβαση στα Ισραηλινά εδάφη. Επομένως, το να λαμβάνεται υπόψη η επέκταση των εποικισμών στη χάραξη του τείχους σημαίνει ότι αυξάνεται ο αριθμός των Παλαιστινίων που θα έχουν άδειες εισόδου στη “seam zone”, οι οποίοι μπορούν, αν το θέλουν, να μπουν ανενόχλητα στα Ισραηλινά εδάφη. Αυτού του τύπου η επέκταση των εποικισμών επομένως έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους ασφαλείας του τείχους, όπως καθορίζονται από την κυβέρνηση, που είναι να περιοριστεί η είσοδος Παλαιστινίων στο Ισραήλ εκτός κι αν έχουν άδεια.
Τέταρτον, το κράτος υποστηρίζει ότι για να προστατευτούν οι δυνάμεις ασφαλείας που περιπολούν το τείχος, επιλέχθηκε μια χάραξη που τοπογραφικά «ελέγχει» την περιοχή στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Ωστόσο, η επιθυμία να περικυκλωθούν περιοχές με σκοπό την επέκταση εποικισμών έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό αυτό. Με άλλα λόγια, η ιδανική τοπογραφική χάραξη σε ορισμένες περιοχές μπορεί να είναι εγγύτερα σε υπάρχουσες οικοδομημένες περιοχές του εποικισμού. Αυτή είναι η περίπτωση του εποικισμού Ζουφίν, στην οποία ο παράγοντας των σχεδίων επέκτασης οδήγησε σε μια χάραξη που βρίσκεται σε χαμηλότερο υψόμετρο από, και ελέγχεται απόλυτα τοπογραφικά, το γειτονικό Παλαιστινιακό χωριό Τζαγιούς.
Ο καμβάς των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Ο παράγοντας των σχεδίων επέκτασης των εποικισμών στο σχεδιασμό του τείχους αύξησε τις βλάβες που προκαλούνται στους Παλαιστινίους που ζουν σε γειτονικά χωριά, σε σύγκριση με τις βλάβες που θα επέφερε η προστασία των υπαρχόντων εποικισμών, αν ήταν αυτή η πρόθεση. Οι περιπτώσεις που περιγράφονται στη μελέτη δείχνουν τέσσερις κυρίαρχες μεθόδους παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος προκύπτει όταν το τείχος χτίζεται παρακείμενα σε σπίτια Παλαιστινιακών χωριών, με σκοπό να περικυκλωθεί γη μέσα στο πλαίσιο του σχεδίου επέκτασης του εποικισμού. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται ο αριθμός Παλαιστινίων αγροτών που διαχωρίζονται από τις ιδιοκτησίες τους. Ο εποικισμός Ζουφίν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεθόδου. Το τείχος περικυκλώνει τη γη που καλύπτεται από το Σχέδιο 149/2, σύμφωνα με το οποίο 1.200 οικιστικές μονάδες θα χτιστούν (δημιουργώντας μια «γειτονιά» έξι φορές μεγαλύτερη από τον υπάρχων εποικισμό) και τη γη που καλύπτεται από το Σχέδιο 149/5, που προορίζεται για βιομηχανική ζώνη. Ως αποτέλεσμα, οι αγρότες από το γειτονικό Παλαιστινιακό χωριό Τζαγιούς χωρίστηκαν από τα 9.000 ντουνάμ της γης τους (το 70% της αγροτικής γης του χωριού). Η πρόσβαση στα χωράφια στην άλλη πλευρά του τείχους απαιτεί άδεια που εκδίδει η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου Δικαιοσύνης του Ισραήλ, Αχαρόν Μπαράκ, περιέγραψε τη βλάβη που απορρέει από το διαχωρισμό των αγροτών από τη γη τους:
Αυτή η κατάσταση πραγμάτων επιφέρει σοβαρότατες βλάβες στους αγρότες, καθώς η πρόσβαση στη γη τους (νωρίς το πρωί, το απόγευμα και το βράδυ) θα είναι αντικείμενο περιορισμών εγγενών στο σύστημα αδειών. Ένα τέτοιο σύστημα θα έχει ως αποτέλεσμα μακριές ουρές για τη διέλευση των ίδιων των αγροτών, θα δυσχεράνει το πέρασμα των οχημάτων (που χρειάζονται δικές τους άδειες και έλεγχο) και θα απομακρύνει τους αγρότες από τη γη τους (αφού μόνο δύο πύλες σχεδιάζονται καθ’ όλο το μήκος αυτού του τμήματος του τείχους). Ως αποτέλεσμα, η ζωή των αγροτών θα αλλάξει σε απίστευτο βαθμό. Η χάραξη του διαχωριστικού τείχους παραβιάζει σοβαρότατα το δικαίωμά τους στην ιδιοκτησία και στην ελευθερία κινήσεων. Η ζωή τους βλάπτεται εξαιρετικά. Οι δύσκολες συνθήκες που έχουν αντιμετωπίσει (εξαιτίας μεταξύ άλλων του υψηλού ποσοστού ανεργίας στην περιοχή) θα επιδεινωθούν.
Η δεύτερη μέθοδος παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων μοιάζει με την πρώτη σε όλες τις συνέπειες του περιορισμού των Παλαιστινίων αγροτών να έχουν πρόσβαση στη γη τους στην άλλη πλευρά του τείχους. Αυτό που διαφοροποιεί αυτή τη μέθοδο είναι η ύπαρξη καθορισμένων σχεδίων των Ισραηλινών αρχών να πάρουν τον έλεγχο ιδιόκτητων Παλαιστινιακών εδαφών που καλλιεργούνται. Αυτή είναι η περίπτωση του εποικισμού Μοντίιν Ιλλίτ. Ανατολικά της οικοδομημένης περιοχής του εποικισμού, χτίζεται η γειτονιά Ματιτιγιάχου (σχέδιο 210/8/1) η οποία θα περιλαμβάνει 3.000 οικιστικές μονάδες. Αυτή η γειτονιά βρίσκεται στην Ισραηλινή πλευρά του διαχωριστικού τείχους. Το τελικό σχέδιο του εποικισμού περιλαμβάνει μια επιπλέον περιοχή 600 ντουνάμ για την οικοδόμηση επιπλέον 1.200 οικιστικών μονάδων. Αυτή η περιοχή ωστόσο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία του εποικισμού. Είναι αγροτική γη που ανήκει σε οικογένειες του γειτονικού Παλαιστινιακού χωριού Μπιλίν. Αυτά τα σχέδια εγείρουν το σοβαρό προβληματισμό ότι ένας από τους κρυφούς στόχους του τείχους είναι να αναγκάσει τους Παλαιστινίους να σταματήσουν να δουλεύουν σ’ αυτή τη γη, γεγονός που θα δώσει στο Ισραήλ τη δυνατότητα να την κηρύξει κρατική ιδιοκτησία.
Η τρίτη μέθοδος παραβιάσεων προκύπτει όταν η περικύκλωση γης που προορίζεται για επέκταση εποικισμών απαιτεί τον εγκλεισμό Παλαιστινιακών χωριών σε περιοχές μέσα σε αλλοεθνές έδαφος μεταξύ του τείχους και της Πράσινης Γραμμής, χωρίζοντάς τα από την υπόλοιπη Δυτική Όχθη. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το Αλφε Μενάσε. Με σκοπό να περικυκλωθεί η γη που περιλαμβάνεται στο Σχέδιο 115/8 (Γκιβάτ Ταλ) σύμφωνα με το οποίο σχεδιάζονται 1.400 οικιστικές μονάδες, και στο Σχέδιο 115/9 (Ιλανίτ) σύμφωνα με το οποίο σχεδιάζονται 240 οικιστικές μονάδες, το τείχος φυλακίζει τα Παλαιστινιακά χωριά Ρας α-Τιρά και α-Νταμπά (που έχουν 650 κατοίκους) μέσα σε μια περιοχή μέσα σε αλλοεθνές έδαφος. Η χάραξη του τείχους έχει επηρεάσει σχεδόν κάθε πλευρά της καθημερινής τους ζωής. Όντας μικρά χωριά, οι κάτοικοι βασίζονται στην πρόσβαση σε γειτονικές Παλαιστινιακές πόλεις και χωριά για υπηρεσίες και αγαθά προκειμένου να καλύψουν τις οικιακές και αγροτικές τους ανάγκες. Μετά την ολοκλήρωση του τείχους, οι κάτοικοι μπορούν μόνο να ταξιδέψουν σε μια γειτονική κοινότητα μέσω μιας πύλης στο τείχος, η οποία απαιτεί άδεια, φυσικό έλεγχο, αναμονή στην ουρά και εξαρτώνται από τις ώρες λειτουργίας της πύλης. Όταν μια ομάδα ασθενοφόρου με έδρα την Καλκιλίγια δέχεται επείγουσα κλήση από έναν κάτοικο της περιοχής μέσα στο αλλοεθνές έδαφος πρέπει να συντονίσουν την είσοδο μέσα από μια διαδικασία που μπορεί να πάρει πολύ χρόνο και τελικά να επιδράσει στην υγεία του ασθενή.
Η ικανότητα των κατοίκων της περιοχής μέσα στο αλλοεθνές έδαφος να κερδίζουν τα προς το ζην δέχτηκε επίσης σοβαρές βλάβες. Για παράδειγμα τα βοσκοτόπια για τα πρόβατα και τις κατσίκες τους είναι πλέον απρόσιτα, όπως είναι και από την άλλη πλευρά του τείχους. Ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι πρέπει τώρα να αγοράζουν κτηνοτροφή, γεγονός που επηρεάζει την οικονομική δυνατότητα να συντηρούν αυτά τα ζώα. Ορισμένοι κάτοικοι έχουν πουλήσει τα κοπάδια τους με υπολογίσιμη οικονομική χασούρα.
Η τέταρτη μέθοδος παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων προκύπτει όταν το τείχος είναι τοποθετημένο ακριβώς δίπλα στα σπίτια Παλαιστινιακών χωριών εμποδίζοντας εντελώς κάθε δυνατότητα αστικής ανάπτυξης. Η επέκταση του εποικισμού Γκεβά Μπενιαμίν (ονομάζεται και Αντάμ) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο εποικισμός βρίσκεται έξω από το τείχος, ανατολικά. Ωστόσο, ένα σημαντικό τμήμα του εποικισμού στα δυτικά περιλαμβάνεται στην «Ισραηλινή» πλευρά του τείχους. Αυτή η γη περιλαμβάνει το σχεδιασμό μιας γειτονιάς ακραιφνώς Ορθόδοξων Εβραίων με 1.200 οικιστικές μονάδες (Σχέδιο 240/3). Το Σχέδιο στην πράξη αποτελεί επέκταση του εποικισμού Νεβέ Γιαακόβ, που είναι μέσα στην Ιερουσαλήμ, αφού η νέα γειτονιά θα ενωθεί με το Νεβέ Γιαακόβ. Η περικύκλωση αυτής της γης από το τείχος εμποδίζει την πρόσβαση στη μοναδική περιοχή για ανάπτυξη του γειτονικού χωριού α-Ραμ (58.000 κάτοικοι). Το α-Ραμ θα περικυκλωθεί από τρεις πλευρές από το τείχος και στην τέταρτη πλευρά από τη Λεωφόρο 45 που έχτισε το Ισραήλ, κηρύσσοντας στο θάνατο των σχεδίων ανάπτυξης των κατοίκων.
Η χάραξη του τείχους είναι παράνομη σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο
Οι εποικισμοί που εγκαθίδρυσε το Ισραήλ στα Κατεχόμενα Εδάφη είναι παράνομοι και παραβιάζουν το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, ιδιαίτερα επειδή η Τέταρτη Συνθήκη της Γενεύης απαγορεύει στο κράτος κατοχής να μεταφέρει τον αστικό πληθυσμό του στα κατεχόμενα εδάφη. Επιπλέον οι εποικισμοί προκαλούν την παραβίαση μιας μακριάς λίστας δικαιωμάτων που συμπεριλαμβάνονται στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, μεταξύ αυτών το δικαίωμα στην ισότητα, στην ιδιοκτησία και στην ελευθερία κινήσεων. Η παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που απορρέει από την εγκαθίδρυση των εποικισμών είναι συνεχής και δεν συνιστά μόνο μια μεμονωμένη απαγορευμένη ενέργεια που συνέβη όταν εγκαθιδρύθηκαν οι εποικισμοί. Επομένως μια πράξη που έχει σκοπό να διαιωνίσει τους εποικισμούς είναι εξ’ ορισμού, επίσης παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η απόφαση να χτιστεί το διαχωριστικό τείχος μέσα στη Δυτική Όχθη με σκοπό να δημιουργηθεί εδαφική συνέχεια ανάμεσα στους εποικισμούς και τα Ισραηλινά εδάφη διαπνέεται ξεκάθαρα από την πρόθεση να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Για το λόγο αυτό η χάραξη του διαχωριστικού τείχους είναι παράνομη. Επιπλέον, ακόμη κι αν τα τμήματα του τείχους που περιβάλλουν τους εποικισμούς δεν βλάπτουν απευθείας τους Παλαιστινίους δεν μπορούν να δικαιολογηθούν στη βάση της στρατιωτικής αναγκαιότητας, όπως η απαγόρευση της μεταφοράς αστικού πληθυσμού σε κατεχόμενα εδάφη είναι απόλυτη και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από στρατιωτική αναγκαιότητα.
Αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ δεν επιτρέπεται να προστατεύει τους εποίκους. Το αντίθετο: το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο απαιτεί το Ισραήλ να διασφαλίζει την τάξη στις περιοχές που είναι υπό τον έλεγχό του και αυτό συμπεριλαμβάνει την προστασία της ζωής όλων των ανθρώπων στην περιοχή, άσχετα με τη νομιμότητα της παρουσίας τους. Ωστόσο τα μέσα που επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει το Ισραήλ για να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση είναι πιο περιορισμένα από εκείνα που δικαιολογείται για να καλύψει μια στρατιωτική ανάγκη. Ωστόσο από τη στιγμή που οι έποικοι δεν είναι «προστατευόμενα άτομα» κατά τον ορισμό της Τέταρτης Συνθήκης της Γενεύης, το Ισραήλ μπορεί να εκτελεί ενέργειες για την προστασία τους τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκτελέσει εάν εμπλέκονταν «προστατευόμενα άτομα». Για παράδειγμα, το Ισραήλ μπορεί να εμποδίζει στους πολίτες του την είσοδο στα κατεχόμενα εδάφη εάν πιστεύει ότι η είσοδος θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή τους και έχει εφαρμόσει αυτή την εξουσία τακτικά κατά τη διάρκεια των χρόνων. Επιπλέον το Ισραήλ μπορεί επίσης να διώξει πολίτες από τα κατεχόμενα εδάφη και να τους επιστρέψει στο Ισραήλ, όπως έκανε πρόσφατα εφαρμόζοντας το σχέδιο αποχώρησης.
Με άλλα λόγια, αν και η προστασία των εποίκων είναι ένας νομιμοποιημένος σκοπός, το Ισραήλ δεν μπορεί να πετύχει αυτό το σκοπό χτίζοντας ένα τείχος που διαιωνίζει τους εποικισμούς ή διαιωνίζοντας απαγορευμένες ενέργειες, όπως την καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας. Η παρανομία της χάραξης του τείχους επιδεινώνεται δεδομένου ότι ο κυρίαρχος στόχος αυτής της χάραξης – η επέκταση εποικισμών και η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των κατασκευαστών του Ισραήλ – είναι από μόνος του παράνομος.