Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Ο απορριπτόμενος , του Ahmed Mansour

Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε από τον Ahmed Mansour, ανταποκριτή του Al Jazeera, στο πέρασμα της Ράφα στα σύνορα Αιγύπτου και Γάζας, στις αρχές του Φλεβάρη του 2009. Τιτλοφορείται «Ο απορριπτόμενος». Ο Ahmed Mansour παρέμεινε στο πέρασμα για μέρες, περιμένοντας, μαζί με τον συνάδελφό του Ghassam Bin Jiddo, να του δοθεί άδεια από τις αιγυπτιακές αρχές για να μπει από το πέρασμα της Ράφα στη Γάζα. Η άδεια δεν τους δόθηκε ποτέ και στο άρθρο αναφέρεται στα όσα είδε τις ημέρες της παραμονής του στο πέρασμα.
Το πέρασμα της Ράφα είναι ένα διεθνές συνοριακό πέρασμα, από την αιγυπτιακή Ράφα στο τμήμα της πόλης που ελέγχεται από τους Παλαιστινίους. Δημιουργήθηκε από τις κυβερνήσεις του Ισραήλ και της Αιγύπτου μετά τη μεταξύ τους ειρηνευτική συμφωνία το 1979 και την απόσυρση του Ισραήλ από την χερσόνησο του Σινά το 1982. Διευθύνονταν από τις ισραηλινές υπηρεσίες αερολιμένων μέχρι την εκκένωσή του στις 11 Σεπτέμβρη του 2005, ως τμήμα του μονομερούς σχεδίου αποδέσμευσης του Ισραήλ. Από τότε, τον έλεγχό του ανέλαβε η Αποστολή Συνοριακής Βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Border Assistance Mission Rafah -EUBAM).
Το πέρασμα της Ράφα άνοιξε στις 25 Νοεμβρίου του 2005 και λειτουργούσε σχεδόν καθημερινά μέχρι τις 25 Ιουνίου του 2006. Από τότε παρέμεινε κλειστό από ισραηλινές δυνάμεις, το 86% των ημερών, για λόγους ασφαλείας (δεν άνοιγε ούτε για εξαγωγή εμπορευμάτων). Τον Ιούνιο του 2007 το πέρασμα έκλεισε εντελώς, μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τη Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.
Πρώτη μέρα στο πέρασμα
Το πέρασμα έχει δύο πύλες, μία στην αιγυπτιακή πλευρά και μία στην παλαιστινιακή. Βρισκόμουν μαζί με δεκάδες δημοσιογράφους, γιατρούς, Παλαιστινίους και διεθνείς δικηγόρους, που είχαν αποκλειστεί στην αιγυπτιακή πλευρά, περιμένοντας την απάντηση των αιγυπτιακών αρχών στο αίτημά μας να περάσουμε στη Γάζα. Η συμπεριφορά τους ήταν το λιγότερο απάνθρωπη κι ενώ παραμέναμε σε αναμονή για πολλές ώρες κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες.
Η πύλη του περάσματος από την αιγυπτιακή πλευρά άνοιξε κάποιες φορές και κάποιος αξιωματούχος ερχόταν και φώναζε «Πού είναι η γερμανική αντιπροσωπεία», «Πού είναι οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι», «Πού είναι η γαλλική αντιπροσωπεία»; Έτσι την πρώτη μέρα πολλές ευρωπαϊκές και αμερικανικές αντιπροσωπείες μπόρεσαν να μπουν στο πέρασμα, και ανάμεσά τους 25 Ευρωπαίοι και Αμερικανοί δημοσιογράφοι. Πριν κλείσει η πύλη, ο ίδιος αξιωματικός, γύρισε πίσω και φώναξε το όνομά μου «Ahmed Mansour» και πριν προλάβω να απαντήσω δήλωσε «Απορρίφθηκε». Ήταν η πρώτη φορά, εκείνη την πρώτη μου μέρα στο πέρασμα, που ακουγόταν αυτή η λέξη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας πολλοί ακόμα άνθρωποι απορρίφθηκαν, λόγω του ότι ο έλεγχος ασφαλείας δεν είχε ολοκληρωθεί. Στην περίπτωσή μου η απόρριψη ήταν χωρίς καμία αιτιολογία. (Στο πέρασμα της Ράφα δεν κρατιούνται μυστικά, όλοι γνωρίζουν τι συμβαίνει. Άνθρωποι απορρίπτονται με ευγενικό τρόπο με τη δικαιολογία ότι δεν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος ασφαλείας. Κάποιοι συνεχίζουν να περιμένουν υπομονετικά, άλλοι βαριούνται την αναμονή και φεύγουν).
Πέρασα την πρώτη μου μέρα προσπαθώντας να μιλήσω σε μέλη των αντιπροσωπειών που έμπαιναν κι έβγαιναν από το πέρασμα. Μερικοί αρνήθηκαν να μου μιλήσουν λέγοντας πως έχουν σαφείς εντολές από τους ανωτέρους τους να μη μιλούν σε δημοσιογράφους.
Μερικές αντιπροσωπείες είχαν μόνο δύο μέλη, κάποιες έφταναν και τα 22. Ήταν αντιπροσωπείες από Αμερικανούς, Γάλλους, Έλληνες, Ιταλούς και Γερμανούς. Κατά τη διάρκεια της ημέρας πείστηκα ότι πολλές υπηρεσίες πληροφοριών έστελναν πράκτορές τους κάτω από το προκάλυμμα της αντιπροσωπείας για να συγκεντρώσουν πληροφορίες μέσα από τη Γάζα.
«Απορριπτόμενοι»... με έγκριση
Συνάντησα τον κ. Kurt Jorenge, αναπληρωτή εκτελεστικό διευθυντή της Διεθνούς Αμνηστίας, Αμερικανό που ζει στην Ουάσιγκτον, και τη βρετανίδα συνεργάτιδά του Nancy Hawker, υπεύθυνη για τις εκστρατείες της οργάνωσης στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Οι δυο τους δεν ήταν καθόλου συμπαθείς στις αιγυπτιακές αρχές, εξαιτίας τού γεγονότος ότι αντιπροσώπευαν μια διεθνή υπηρεσία που κάνει συνεχώς εκθέσεις για την Αίγυπτο. Πριν έρθουν στη Ράφα είχαν κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες, πήραν συγκατάθεση από τα Υπουργεία Εξωτερικών των χωρών τους όπου, σε επαφή με το αιγυπτιακό Υπουργείο Εξωτερικών, δόθηκε έγκριση να μπουν και οι δύο στη Γάζα. Όταν ένας από τους «απορριπτόμενους» διαμαρτυρήθηκε λέγοντας στο στρατιώτη ότι είχε την έγκριση του Αιγύπτιου Υπουργού Εξωτερικών, εκείνος του απάντησε «Τότε πες σε εκείνον να σε αφήσει να περάσεις».
Ο Kurt και η Nancy ήθελαν επίμονα να μπουν στη Γάζα και να καταγράψουν τα εγκλήματα πολέμου που διέπραττε το Ισραήλ, κάποια στιγμή όμως έχασαν την αισιοδοξία τους, πίστεψαν ότι τελικά δεν θα καταφέρουν να περάσουν (ήταν και ιδιαίτερα στεναχωρημένοι που οι αιγυπτιακές αρχές τούς είχαν σε αναμονή 3 μέρες). Ρώτησα τον Kurt αν είχε αντιμετωπίσει παρόμοια συμπεριφορά σε ανάλογη περίπτωση και η απάντησή του ήταν «Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας μου δεν είχα ποτέ τέτοια αντιμετώπιση, ούτε καν από την κυβέρνηση των Ταλιμπάν όταν βρέθηκα στα σύνορα Πακιστάν και Αφγανιστάν. Το μέγιστο που με άφησαν να περιμένω ήταν μια ώρα κι αυτό συνέβη μόνο μία φορά. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι αιγυπτιακές αρχές δεν θα επέτρεπαν σε εμάς να περάσουμε και να καταγράψουμε τις ισραηλινές αγριότητες».
Την τρίτη μέρα ο Kurt ήρθε να με βρει χαρούμενος και μου είπε πως ο αξιωματικός τον διαβεβαίωσε ότι θα τους έδιναν άδεια εισόδου. Έτσι, κάθε φορά που ο αξιωματικός ανακοίνωνε τα ονόματα όσων είχε χορηγηθεί η άδεια, περίμεναν να ακούσουν τα ονόματά τους, μάταια όμως, δεν τα άκουσαν ποτέ. Στο τέλος της ημέρας ο Kurt με ρώτησε αν μπορώ να του βρω ένα αυτοκίνητο για να τον πάει πίσω στο Al Areesh και να επιστρέψει στο Κάιρο. Τον ρώτησα αν θα αναφέρει στην πρεσβεία του τα όσα αντιμετώπισε, μου απάντησε πως κάτι τέτοιο ήταν άσκοπο, αλλά θα έγραφε τα πάντα στην αναφορά του προς τη Διεθνή Αμνηστία.
Αντιπροσωπεία γιατρών από τη Συρία
Συνήθως οι αντιπροσωπείες που αποτελούνται από γιατρούς δεν υποβάλλονται σε πολύωρη αναμονή. Αυτό που συνέβη με μια συγκεκριμένη αντιπροσωπεία από τη Συρία όμως, εγείρει πολλά ερωτήματα. Η αντιπροσωπεία αποτελούνταν από 16 χειρουργούς, οι περισσότεροι ειδικευμένοι σε αγγειακές μικρο-επεμβάσεις, επιλεγμένοι προσεκτικά από την Ένωσή τους στη Συρία. Μετά από πολλές ώρες αναμονής κι έναν συμβιβασμό ανάμεσα στους γιατρούς και τον υπεύθυνο αξιωματικό της πύλης, τους υποσχέθηκαν ότι θα περάσουν όλοι. Όμως, όταν ο αξιωματικός βγήκε έξω για να φωνάξει τα ονόματά τους επέτρεψε μόνο σε οκτώ από αυτούς να περάσουν, κι όταν μπήκαν στην κοινή περιοχή ανάμεσα στις δύο πύλες απαγορεύτηκε σε έναν από αυτούς να περάσει στην άλλη πλευρά. Όπως μου είπε ο συγκεκριμένος γιατρός, ο αξιωματικός είχε ορκιστεί στην τιμή του πως θα τον αφήσει να περάσει αλλά τελικά απορρίφθηκε. Οι υπόλοιποι οκτώ γιατροί περίμεναν ακόμα μια μέρα και αφού δημοσίευσα άρθρο γι’ αυτούς στο Al jazeera, και μετά από παρέμβαση της κυβέρνησής τους και τον έλεγχο των ειδικοτήτων τους από τον αξιωματικό (σαν να ήταν γνώστης ιατρικής και αρμόδιος να πράξει κάτι τέτοιο), τους επετράπη να περάσουν, εκτός από έναν που, παρότι σημαντικός αγγειοχειρούργος, άκουσε τον «ιατρικά καταρτισμένο» αξιωματικό να του λέει πως η ειδικότητά του δεν ήταν απαραίτητη στη Γάζα. Ο χειρούργος περίμενε στην πύλη μέχρι που αυτή έκλεισε και τελικά επέστρεψε στην χώρα του.
Η 2η μέρα μου στο πέρασμα και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
Τη δεύτερη μέρα μου στο πέρασμα συνάντησα μια αιγυπτιακή επιστημονική αντιπροσωπεία αποτελούμενη από καθηγητές πανεπιστημίου με επικεφαλής τον Δρ. Adel Abdel Jawad, πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης πανεπιστημιακών. Οι περισσότεροι από τους καθηγητές ήταν καταρτισμένοι σε ιατρικές και άλλες ειδικότητες, εξαιρετικά απαραίτητες στην κοινότητα της Γάζας και θα μπορούσαν να λύσουν σημαντικά προβλήματα που είχαν προκύψει από την ισραηλινή εισβολή. Η αντιπροσωπεία έμεινε στο πέρασμα τρεις μέρες περιμένοντας από το πρωί ως το βράδυ την έκδοση άδειας εισόδου. Ο Δρ. Abdel Jawad ήταν μπερδεμένος και εξαγριωμένος από το γεγονός ότι περίμεναν όλες αυτές τις μέρες, ενώ οι ευρωπαϊκές και οι αμερικάνικες αντιπροσωπείες έπαιρναν με ευκολία άδειες εισόδου. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορούν να μας εμποδίζουν να μπούμε στη Γάζα και να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας».
Η ιστορία της διεθνούς νομικής επιτροπής που στάλθηκε για να ερευνήσει το ενδεχόμενο ανάμειξης του Ισραήλ σε εγκλήματα πολέμου στη Γάζα αποτελεί μία ακόμα σκανδαλώδη περίπτωση. Η πρωτοβουλία πάρθηκε στην Ευρώπη από 800 νομικές και ανθρωπιστικές οργανώσεις, μετά την ισραηλινή εισβολή και την υπογραφή από την παλαιστινιακή αρχή της συμφωνίας της Ρώμης, που εξεδόθη από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) για την δίωξη εγκληματιών πολέμου. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο καθηγητής Jill Douvair, καθηγητής διεθνούς δικαίου στο πανεπιστήμιο της Λυών στην Γαλλία και ένας από τους πιο διάσημους νομικούς της Ευρώπης. Ο γενικός κατήγορος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, Luis Oukambo, στις αρχές του Φλεβάρη του 2009 είχε ανακοινώσει την προθυμία του να δεχτεί να εξετάσει την κατηγορία ενάντια σε ισραηλινούς εγκληματίες πολέμου, κι αυτό θεωρείται σημαντική κρίσιμη καμπή στην ιστορία του Διεθνούς Δικαίου. Αν η κατηγορία αποδεικνυόταν έγκυρη, όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές ισραηλινές προσωπικότητες θα διώκονταν όπως και οι άλλοι εγκληματίες πολέμου σε όλον τον κόσμο.
Σχηματίστηκαν τέσσερις διεθνείς επιτροπές, κυρίως από Ευρωπαϊκές οργανώσεις, για να εξετάσουν τις σοβαρές παραβιάσεις των νόμων και του εθιμικού πολεμικού δικαίου που διέπουν τις διεθνείς και μη-διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις. Η αποστολή της πρώτης επιτροπής είναι να αναφέρει λεπτομερώς τα εγκλήματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και να συγκεντρώσει πληροφορίες και καταθέσεις. Η δεύτερη επιτροπή αποτελείται από εξουσιοδοτημένους γιατρούς των οποίων κύρια αποστολή είναι να κάνουν αυτοψίες, προκειμένου να επικυρώσουν τα αίτια και τις συνθήκες θανάτου ανθρώπων που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η τρίτη επιτροπή είναι στρατιωτική. Αποστολή της είναι να ερευνήσει τον τύπο των όπλων και των πυρομαχικών που χρησιμοποιήθηκαν, τα καταστροφικά αποτελέσματα και τις απώλειες από τη χρήση τους. Η τέταρτη επιτροπή αποτελείται από ψυχίατρους και ψυχολόγους εντεταλμένους να κάνουν μια έκθεση για τις ψυχολογικές συνέπειες του πολέμου στους κατοίκους της Γάζας.
Στην πρώτη επιτροπή απαγορεύτηκε η είσοδος και τα τέσσερα μέλη της έμειναν να περιμένουν στο πέρασμα έξι μέρες, παρόλο που είχαν όλα τα νομικά έγγραφα από τις Πρεσβείες και τα Υπουργεία Εξωτερικών των χωρών τους και του Υπουργείου Εξωτερικών της Αιγύπτου. Στην επιτροπή χορηγήθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος για να εκτελέσει την έρευνά της, μετά την πάροδο της οποίας η νομική υπόθεση θα κατέρρεε και οι ισραηλινοί εγκληματίες θα έμεναν ατιμώρητοι. Πήρα συνέντευξη από τον Lo’ai Deeb, επίσημο εκπρόσωπο της επιτροπής, ο οποίος έθεσε πολλά ερωτήματα όσον αφορά το τι συμφέρον είχαν να αποτρέψουν την έρευνα οι αιγυπτιακές αρχές και ποιος ωφελείται από αυτό.
«Ας περάσουν πρώτα τα πτώματα και μετά βλέπουμε για τους ζωντανούς»
Η πιο θλιβερή περίπτωση, της οποίας υπήρξα μάρτυρας, ήταν στις 5 του Φλεβάρη, όταν οι αιγυπτιακές αρχές ανακοίνωσαν πως το πέρασμα θα έκλεινε για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός των ανθρωπιστικών υποθέσεων. Πολλά ασθενοφόρα έφτασαν εκείνη τη μέρα μεταφέροντας τραυματίες και πτώματα προς τη Γάζα. Η πύλη κρατήθηκε κλειστή καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και οι άνθρωποι που περίμεναν άρχισαν να διαμαρτύρονται για τη μυρωδιά των πτωμάτων καθώς, τουλάχιστον δύο από αυτά (ενός τραυματία που είχε μεταφερθεί από το Ντουμπάι και ενός από το Κάιρο) δεν είχαν αποθηκευτεί σωστά. Ένας από τους Παλαιστινίους που περίμενε για μέρες στην πύλη άρχισε να φωνάζει «Πότε θα μας αφήσετε να μπούμε;» και ο αξιωματικός απάντησε «Όταν επιτραπεί να περάσουν τα πτώματα, τότε και μόνο τότε θα περάσουν και οι ζωντανοί».
Είδα μια γυναίκα με 5 παιδιά, ανάμεσά τους κι ένα βρέφος, η οποία «απορρίφθηκε» πολλές φορές. Ήταν Αιγύπτια, παντρεμένη με Παλαιστίνιο που ζει στη Γάζα. Είχε παλαιστινιακή ταυτότητα αλλά διατηρούσε το αιγυπτιακό της διαβατήριο. Ο αξιωματικός της είπε ότι τα παιδιά μπορούσαν να περάσουν, εκείνη όμως όχι. Έκλαιγε και ρωτούσε, όλο τον κόσμο που ήταν εκεί, πώς μπορούσε να αφήσει το βρέφος και τ’ άλλα της παιδιά μόνα τους, ποιός θα τα φρόντιζε.
Μια άλλη Αιγύπτια κυρία μού είπε ότι για 25 χρόνια ήταν παντρεμένη με έναν Παλαιστίνιο στη Γάζα, όμως δεν ήθελε να αλλάξει το αιγυπτιακό της διαβατήριο με παλαιστινιακό, γιατί ένιωθε περήφανη που ήταν Αιγύπτια. Ο σύζυγος και τα παιδιά της είναι τώρα στη Γάζα, ενώ αυτή έχει κολλήσει εδώ και πέντε μήνες στην Αίγυπτο, όπου είχε έρθει για να επισκεφτεί την οικογένειά της. Δεν μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι της στη Γάζα. Την απορρίπτουν γιατί είναι Αιγύπτια.
Υπάρχουν δεκάδες παρόμοιες ιστορίες, αλλά αυτό που πληγώνει περισσότερο είναι το να βλέπεις παιδιά, ακόμα και βρέφη, να περιμένουν στην πύλη και τελικά να τους αρνούνται την είσοδο. Πώς μπορούν οι αξιωματικοί να συμπεριφέρονται έτσι σε παιδιά, πώς μπορούν να τα αφήνουν να περιμένουν ώρες και μέρες κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες;
Είδα επίσης, πολλούς Παλαιστινίους από την Αυστραλία, τη νότια Αφρική, τη νότια Αμερική και την Ευρώπη, με υπηκοότητα από τις χώρες αυτές, που είχαν έρθει να επισκεφθούν τις οικογένειές τους και τους αρνούνταν την είσοδο. Γι’ αυτό και απαίτησα από όλους τους δημοσιογράφους να αποκαλούν αυτούς τους ανθρώπους «απορριπτόμενους».
Έγινα επίσης μάρτυρας της περίπτωσης της αντιπροσωπείας της Χαμάς που είχε έρθει στην Αίγυπτο σε επίσημη αποστολή συνάντησης με Αιγύπτιους πολιτικούς. Τα μέλη της δέχτηκαν προσβολές και ταπεινώσεις από τις αιγυπτιακές αρχές στην πύλη της Ράφα, παρά το γεγονός ότι είχαν προσκληθεί στην Αίγυπτο από αιγυπτιακούς πολιτικούς φορείς. Ο Ayman Taha, αξιωματούχος της Χαμάς, που είχε μαζί του ένα ποσό εννέα εκατομμυρίων δολαρίων και δύο εκατομμυρίων ευρώ, συνοδεύτηκε από Αιγύπτιους πράκτορες ασφαλείας στην περιοχή Al Areesh, προκειμένου να καταθέσει τα χρήματα, καθώς του απαγόρευσαν να τα πάρει μαζί του στη Γάζα. Τα υπόλοιπα μέλη της αντιπροσωπείας πήραν «διαταγή» να περάσουν την πύλη πεζοί.
Οι αιγυπτιακές αρχές δεν επέτρεψαν το πέρασμα φορτίων τροφίμων που συγκεντρώθηκαν από απλούς φτωχούς Αιγύπτιους που θέλησαν να μοιραστούν το φαγητό τους με τα αδέλφια τους στη Γάζα. Τα τρόφιμα κρατήθηκαν σε φορτηγά και καταστήματα στην Al Areesh πολύ καιρό, από την αρχή της ισραηλινής επίθεσης, και οι οδηγοί των φορτηγών περίμεναν καθισμένοι όλοι μαζί στο έδαφος. Αρκετά φορτηγά ληστεύτηκαν και τα τρόφιμα πουλήθηκαν στη μαύρη αγορά. Οι αιγυπτιακές αρχές ανακοίνωσαν ότι πολλά τρόφιμα χάλασαν και ό,τι απέμεινε σε καλή κατάσταση θα αποστέλλονταν σε άλλα συνοριακά περάσματα ελεγχόμενα από το Ισραήλ. Ελπίζουν πως ο κόσμος θα ξεχάσει την υπόθεση, καθώς τα κυρίαρχα ΜΜΕ δεν αναφέρονται καθόλου σ’ αυτήν.
**********
Το μεγάλο ερώτημα που θέλω να θέσω είναι γιατί οι αιγυπτιακές αρχές εμποδίζουν την είσοδο τροφίμων, ιατρικού εξοπλισμού και φαρμάκων (όπως αναισθητικά και εξαρτήματα για μηχανήματα ακτινογραφιών) στη Γάζα; (Πολλοί γιατροί που επέστρεφαν από τη Γάζα μου είπαν πως ο εξοπλισμός και οι προμήθειες αυτές είναι άκρως απαραίτητες στα νοσοκομεία, όπου όλα τα εξαρτήματα και ιατρικά μηχανήματα είναι παλιά και σε κακή κατάσταση).
Παρά το πλήγμα της «απόρριψής» της δικής μου και του συναδέλφου μου, Ghassan Bin Jiddo, για μια ολόκληρη βδομάδα είδαμε πολλά και επιβεβαιώσαμε πολλές από τις αμφιβολίες μας. Πολλά ερωτήματα αναζητούν απαντήσεις και κυρίως για ποιο λόγο βρίσκονται οι αιγυπτιακές αρχές στο πέρασμα της Ράφα.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα εκεί είναι μια ιστορία που καταγράφεται. Είναι αλήθεια πως οι Παλαιστίνιοι πληρώνουν ένα πολύ ακριβό τίμημα απλά και μόνο επειδή είναι Παλαιστίνιοι, αλλά αυτό που θα πληρώσει η Αίγυπτος (με όλο τον σεβασμό στη φήμη και την ιστορία της) θα είναι ακόμα ακριβότερο. Η Αίγυπτος όφειλε να διατηρήσει τη θέση της ως μια μεγάλη χώρα και οι πολιτικοί και κυβερνητικοί εκπρόσωποι να μην μπορούν να εξευτελίζουν αυτή τη θέση. Γιατί έτσι, όταν τα γεγονότα θα τους ξεπεράσουν η ανθρωπότητα ούτε θα συγχωρήσει αλλά ούτε και θα ξεχάσει.