Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Πως ο σιωνισμός βοήθησε στην δημιουργία του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας

Πηγή: mondoweiss.net 7Ιανουαρίου 2016

Η συγκαλυμμένη συμμαχία ανάμεσα στο Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας και της σιωνιστικής οντότητας δεν αποτελεί έκπληξη για κανέναν φοιτητή του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Το πρόβλημα είναι πως η μελέτη του βρετανικού ιμπεριαλισμού έχει πολύ λίγους φοιτητές. Πράγματι, αν κάποιος πάρει τα προπτυχιακά ή μεταπτυχιακά φυλλάδια των βρετανικών πανεπιστημίων, σπάνια θα βρει διδακτική ενότητα πολιτικών επιστημών που να αναφέρεται στην βρετανική αυτοκρατορία, πόσο μάλλον πτυχίο ή μεταπτυχιακό. Φυσικά αν η ιμπεριαλιστική σφαγή που οδηγήθηκε από την Ευρώπη την τετραετία 1914-1948, ερεθίζει τα εγκεφαλικά σου κύτταρα, δεν είναι δύσκολο να βρεις το κατάλληλο ίδρυμα που διδάσκει το θέμα. Αν όμως θέλεις να εμβαθύνεις στο πως και γιατί η βρετανική αυτοκρατορία πολέμησε την ανθρωπότητα για σχεδόν τετρακόσια χρόνια, είσαι σχεδόν μόνος σου. Πρέπει να παραδεχτούμε όμως πως από την μεριά της βρετανικής αυτοκρατορίας, το κατόρθωμα αυτό είναι φοβερό και αξιοσημείωτο.
Στα τέλη του 2014, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό «Foreign Affairs», ο Υπουργός Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, Ali al-Naimi, είπε «Η Αυτού Μεγαλειότης Βασιλιάς Αμπντουλάχ, υπήρξε πρότυπο καλών σχέσεων ανάμεσα στην Σαουδική Αραβία και των άλλων κρατών και το εβραϊκό κράτος δεν αποτελεί εξαίρεση». Πρόσφατα, ο διάδοχος του Αμπντουλάχ, ο Βασιλιά Σαλμάν εξέφρασε παρόμοιες ανησυχίες με το Ισραήλ σχετικά με την συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της τελευταίας. Ορισμένοι ανέφεραν ότι το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία έχουν σχηματίσει «κοινό μέτωπο» για τις θέσεις τους στην συμφωνία για τα πυρηνικά. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που Σιωνιστές και Σαουδάραβες βρίσκονται στην ίδια πλευρά για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό. Στην Βόρεια Υεμένη την δεκαετία του 1960, οι Σαουδάραβες χρηματοδοτούσαν μισθοφόρους που καθοδηγούνταν από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, ενάντια στους επαναστατικούς ρεπουμπλικάνους που πήραν την εξουσία μετά την ανατροπή του αυταρχικού Ιμάμη. Ο αιγυπτιακός στρατός του Νάσσερ υποστήριζε τους ρεπουμπλικάνους ενώ οι Βρετανοί έσπρωχναν τους Σαουδάραβες να δώσουν χρήματα και όπλα στους εναπομείναντες υποστηρικτές του Ιμάμη. Επιπλέον, οι Βρετανοί ώθησαν τους Ισραηλινούς να πετούν στην Βόρεια Υεμένη και να ρίχνουν όπλα στους φίλους της Βρετανίας. Το αποτέλεσμα ήταν η Βρετανία να φέρει κοντά σιωνιστές και Σαουδάραβες, στρατιωτικά και συγκεκαλυμμένα, στην Βόρεια Υεμένη ενάντια στον κοινό εχθρό.
Ωστόσο, θα πρέπει να πάμε πίσω στην δεκαετία του 1920 για να κατανοήσουμε πως άρχισε η ανεπίσημη και έμμεση συμμαχία Σαουδικής Αραβίας-Σιωνιστικής οντότητας. Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, άφησε τρεις διακριτές αρχές στην αραβική χερσόνησο: τον Σαρίφ της Χετζάζ, Χουσεΐν Μπιν Αλί στη δύση, τον Ιμπν Ρασίντ του Χαΐλ νότια και τον Εμίρη του Ναζντ, Ιμπν Σαούντ και τους φανατικούς θρησκευτικούς ακόλουθους, τους ουαχαμπίτες, στην ανατολή.
Ο Ιμπν Σαούντ μπήκε στον πόλεμο τον Ιανουάριο του 1915, στο πλευρό των Βρετανών και ο βρετανός χειριστής του σκοτώθηκε από τον σύμμαχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ιμπν Ρασίντ. Αυτή η ήττα καθυστέρησε τον Ιμπν Σαούντ και τον μπλόκαρε στρατιωτικά για έναν χρόνο. Ο Σαρίφ συνείσφερε τα μέγιστα στην ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλάζοντας πίστη και οδηγώντας την λεγόμενη «Αραβική Εξέγερση» τον Ιούνιου του 1916, που έδιωξε τους Τούρκους από την Αραβία. Τελικά πείστηκε να αλλάξει εντελώς θέση, γιατί οι Βρετανοί τον οδήγησαν να πιστέψει, μέσω του Βρετανού Ύπατου Επιτρόπου στην Αίγυπτο, Χένρυ Μακμάχον, ότι με την ήττα των Τούρκων θα δημιουργηθεί ένα ενωμένο αραβικό κράτος από την Γάζα έως τον Περσικό Κόλπο. Τα γράμματα που αντάλλαξαν ο Σαρίφ Χουσεΐν και ο Χένρυ Μακμάχον, είναι γνωστά ως η αλληλογραφία των Μακμάχον-Χουσεΐν.
Όπως ήταν αναμενόμενο, μόλις τελείωσε ο πόλεμος, ο Σαρίφ ήθελε να κρατήσει η Βρετανία τις υποσχέσεις που έδωσε στην περίοδο πολέμου ή αυτά που νόμιζε ότι υποσχέθηκε, όπως φαίνεται και στην παραπάνω αλληλογραφία. Η Βρετανία από την άλλη, ήθελε να αποδεχτεί ο Σαρίφ την νέα πραγματικότητα της αυτοκρατορίας, δηλαδή το μοίρασμα του αραβικού κόσμου ανάμεσα σε αυτήν και την Γαλλία (Συμφωνία Σάικς-Πικό) και την εφαρμογή της διακήρυξης του Μπαλφούρ, που εγγυόταν «ένα κράτος για τον εβραϊκό λαό» στην Παλαιστίνη, μέσω της αποίκισης της από Ευρωπαίους Εβραίους. Η νέα πραγματικότητα συμπεριλαμβανόταν στην –γραμμένη από τους Βρετανούς-Συνθήκη «Anglo-Hijaz», την οποία ο Σαρίφ ήταν αντίθετος. Εξάλλου, η εξέγερση του 1916 ενάντια των Τούρκων ονομάστηκε «Αραβική Εξέγερση», όχι «Εξέγερση της Χετζάζ».
Στην πραγματικότητα, ο Σαρίφ έκανε γνωστό ότι δεν θα πουλούσε την Παλαιστίνη στην Διακήρυξη Μπαλφούρ της αυτοκρατορίας, δεν θα συμφωνούσε στην εδραίωση του σιωνισμού στην Παλαιστίνη ούτε θα δεχόταν τα τυχαία σύνορα που τράβηξαν στην Αραβία οι βρετανοί και γάλλοι ιμπεριαλιστές. Από την μεριά της, η Βρετανία άρχισε να τον αποκαλεί «εμπόδιο», «ενόχληση» και ότι ήταν μη συνεργάσιμος.
Οι Βρετανοί έκαναν γνωστό στον Σαρίφ ότι ήταν προετοιμασμένοι να πάρουν δραστικά μέτρα για να πάρουν την έγκρισή του στην νέα πραγματικότητα, ασχέτως από τις υπηρεσίες που πρόσφερε στον πόλεμο. Μετά την συνδιάσκεψη του Καΐρου το 1921, όπου ο νέος Αποικιακός Γραμματέας Τσόρτσιλ συναντήθηκε με όλους τους βρετανούς που επιχειρούσαν στην Μέση Ανατολή, ο Λόρενς (της Αραβίας) στάλθηκε να συναντήσει τον Σαρίφ για να τον εξαγοράσει και να τον εκφοβίσει να δεχτεί το βρετανικό σχέδιο για την σιωνιστική αποικιοκρατία της Παλαιστίνης. Αρχικά ο Λόρενς και η αυτοκρατορία προσέφεραν 80.000 ρουπίες. Ο Σαρίφ αρνήθηκε αμέσως. Μετά του πρόσφεραν ετήσιο μισθό 100.000 λιρών. Ο Σαρίφ αρνήθηκε να συμβιβαστεί και να πουλήσει την Παλαιστίνη στον βρετανικό σιωνισμό.
Όταν η χρηματική εξαγορά δεν κατάφερε να πείσει τον Σαρίφ, ο Λόρενς τον απείλησε με ανατροπή από τον Ιμπν Σαούντ. Ο Λόρενς ισχυρίστηκε ότι «πολιτικά και στρατιωτικά, η επιβίωση της Χετζάζ ως ένα βιώσιμο, ανεξάρτητο χασεμιτικό βασίλειο εξαρτιόταν πλήρως από την πολιτική βούληση της Βρετανίας, που είχε τον τρόπο και τα μέσα να προστατέψει τα συμφέροντά της στην περιοχή». Μεταξύ των διαπραγματεύσεων με τον Σαρίφ, ο Λόρενς βρήκε χρόνο να επισκεφτεί και άλλους αρχηγούς στην αραβική χερσόνησο και τους ενημέρωσε πως αν δεν δεχτούν την βρετανική γραμμή και συμμαχήσουν με τον Σαρίφ, η αυτοκρατορία θα εξαπολύσει τον Ιμπν Σαούντ και τους ουαχαμπίτες του, που στο κάτω-κάτω είναι πάντα στην διάθεση της Βρετανίας.
Ταυτόχρονα, μετά την συνδιάσκεψη, ο Τσόρτσιλ ταξίδεψε στην Ιερουσαλήμ και συνάντησε τον γιο του Σαρίφ, Αμπντουλάχ, που είχε γίνει ο διοικητής, ο «Εμίρης», της νέας περιοχής που ονομάστηκε «Υπεριορδανία». Ο Τσόρτσιλ πληροφόρησε τον Αμπντουλάχ ότι πρέπει να πείσει «τον πατέρα τους να δεχτεί την εντολή για την Παλαιστίνη και να υπογράψει την σχετική συνθήκη», διαφορετικά «η Βρετανία θα εξαπολύσει τον Ιμπν Σαούντ ενάντια στην Χετζάζ». Εν τω μεταξύ, η Βρετανία σχεδίαζε να στείλει τον Ιμπν Σαούντ ενάντια στον Ιμπν Ρασίντ, διοικητή του Χαΐλ.
Ο Ιμπν Ρασίντ είχε αρνηθεί όλες τις προσεγγίσεις της βρετανικής αυτοκρατορίας που του έγιναν μέσω του Ιμπν Σαούντ, να είναι μία από τις μαριονέτες της. Επιπλέον, το καλοκαίρι του 19250 ο Ιμπν Ρασίντ επέκτεινε τα εδάφη του βόρεια προς τα παλαιστινιακά σύνορα που όριζε η νέα εντολή όπως και προς τα σύνορα του Ιράκ. Οι βρετανοί φοβόντουσαν πως ήταν πιθανή μια συμμαχία ανάμεσα στον Ιμπν Ρασίντ που ήλεγχε το βόρειο τμήμα της χερσονήσου και του Σαρίφ που ήλεγχε το δυτικό. Επιπλέον, η αυτοκρατορία ήθελε τις χερσαίες διαδρομές ανάμεσα στα παλαιστινιακά λιμάνια της μεσογείου και τον περσικό κόλπο, να ελέγχονται από φίλα προσκείμενα μέρη. Στην συνδιάσκεψη του Καΐρου, ο Τσόρτσιλ συμφώνησε με τον αυτοκρατορικό αξιωματούχο, Σερ Πέρσι Κοξ ότι «πρέπει να δοθεί στον Ιμπν Σαούντ η ευκαιρία να καταλάβει το Χαΐλ». Μέχρι τα τέλη του 1920, οι βρετανοί έδιναν στον Ιμπν Σαούντ, μηνιαία «επιχορήγηση» 10.000 λιρών σε χρυσό, επιπλέον της τακτικής μηνιαίας επιχορήγησης. Επίσης λάμβανε άφθονα πολεμικά εφόδια, στο σύνολο τους πάνω από 10.000 καραμπίνες και τέσσερα κανόνια και είχε Ινδοβρετανούς εκπαιδευτές. Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1921, η Βρετανία έστειλε τον Ιμπν Σαούντ στο Χαΐλ όπου και παραδόθηκε τελικά τον Νοέμβριο του 1921. Μετά από αυτή τη νίκη, η Βρετανία απένειμε νέο τίτλο στον Ιμπν Σαούντ. Δεν ήταν πλέον ο «Εμίρης του Ναζντ και Φύλαρχος», αλλά ο «Σουλτάνος του Ναζντ». Το Χαΐλ απορροφήθηκε από τον Σουλτάνο του Ναζντ.
Αν η αυτοκρατορία σκέφτηκε ότι ο Σαρίφ, με τον Ιμπν Σαούντ στα σύνορά του οπλισμένο από τους Βρετανούς, θα ήταν πιο ανοιχτός στην διάσπαση της Αραβίας και το βρετανικό-σιωνιστικό σχέδιο αποίκησης της Παλαιστίνης, αυτό δεν κράτησε για πολύ. Στον νέο κύκλο διαπραγματεύσεων που ξεκίνησε ανάμεσα στον γιο του Αμπντουλάχ, ενεργώντας εκ μέρους του πατέρα του στην Υπεριορδανία, και την Αυτοκρατορία, κατέληξαν σε ένα προσχέδιο συνθήκης που αποδεχόταν τον σιωνισμό. Όταν παραδόθηκε στον Σαρίφ, με ένα συνοδευτικό γράμμα από τον γιο του που του ζητούσε να «αποδεχτεί την πραγματικότητα», δεν μπήκε καν στον κόπο να διαβάσει το κείμενο. Αντιθέτως, έγραψε ο ίδιος ένα προσχέδιο συνθήκης με το οποίο απέρριπτε την διάσπαση της Αραβίας όπως και την Διακήρυξη Μπαλφούρ και το έστειλε στο Λονδίνο για επικύρωση!
Από το 1919, η Βρετανία μείωνε σταδιακά την οικονομική βοήθεια προς τον Χουσεΐν και μέχρι τις αρχές του 1920, την είχαν αναστείλει. Την ίδια στιγμή, συνέχιζε να επιχορηγεί τον Ιμπν Σαούντ. Μετά από τρεις κύκλους διαπραγματεύσεων στο Αμμάν και στο Λονδίνο, η αυτοκρατορία κατάλαβε ότι ο Χουσεΐν δεν θα άφηνε την Παλαιστίνη στο σιωνιστικό σχέδιο και δεν θα δεχόταν την διάσπαση των αραβικών εδαφών. Τον Μάρτιο του 1923, η Βρετανία ενημέρωσε τον Ιμπν Σαούντ ότι θα σταμάταγε την οικονομική βοήθεια, αλλά του έδωσε προκαταβολικά 50.000 λίρες, όσο ήταν η επιχορήγηση ενός έτους.
Τον Μάρτιο του 1924, ένα χρόνο μετά την επιχορήγηση στον Ιμπν Σαούντ, η Βρετανία ανακοίνωσε ότι τερματίζει τις συζητήσεις με τον Σαρίφ Χουσεΐν. Τις επόμενες εβδομάδες, οι δυνάμεις του Ιμπν Σαούντ και των ουαχαμπιτών ακολούθων του, ξεκίνησαν να υλοποιούν αυτό που ο Βρετανός Γραμματέας Εξωτερικής Πολιτικής, Λόρδος Κούρζον, ονόμαζε «τελειωτικό χτύπημα» του Σαρίφ Χουσεΐν και επιτέθηκαν στα εδάφη της Χετζάζ. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1924, ο Ιμπν Σαούντ διοικούσε την καλοκαιρινή πρωτεύουσα του Σαρίφ, την Ταΐφ. Η αυτοκρατορία έγραψε στους γιους του Σαρίφ, που τους είχαν δοθεί τα βασίλεια στο Ιράκ και την Υπεριορδανία, να μην βοηθήσουν τον πολιορκημένο πατέρα τους ή με διπλωματικούς όρους ενημερωθήκαν «ότι δεν επιτρέπετε να αναμειχθούν στην Χετζαζ». Στην Ταΐφ, οι ουαχαμπίτες του Ιμπν Σαούντ διέπραξαν τις συνηθισμένες σφαγές, σφάζοντας γυναίκες και παιδιά, και εισέβαλλαν στα τζαμιά σκοτώνοντας παραδοσιακούς λόγιους του Ισλάμ. Αιχμαλώτισαν το ιερότερο μέρος του Ισλάμ, την Μέκκα στα μέσα Οκτωβρίου 1924. Ο Σαρίφ Χουσείν αναγκάστηκε να παραιτηθεί και εξορίστηκε στο λιμάνι της Άκαμπα. Αντικαταστάθηκε στην μοναρχία από τον γιο του Αλί, που έκανε την Τζέντα βάση της κυβέρνησης του. Όσο ο Ιμπν Σαούντ προχωρούσε στο να πολιορκήσει την υπόλοιπη Χετζάζ, η Βρετανία βρήκε τον χρόνο να αρχίσει την ενσωμάτωση του βόρειο λιμανιού της Χετζάζ, Άκαμπα, στην Υπεριορδανία. Φοβούμενοι ότι ο Σαρίφ Χουσεΐν θα χρησιμοποιούσε την Άκαμπα ως βάση για να ξεσηκώσει τους Άραβες ενάντια στον Ιμπν Σαούντ, η αυτοκρατορία άφησε να γίνει γνωστό ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την Άκαμπα, διαφορετικά ο Ιμπν Σαούντ θα επιτίθετο στο λιμάνι. Ο Σαρίφ Χουσεΐν απάντησε πως «ποτέ δεν αναγνώρισε τους εντολοδόχους στις αραβικές χώρες και συνεχίζει να εναντιώνεται στην βρετανική κυβέρνηση που μετέτρεψε την Παλαιστίνη σε εθνικό σπίτι των Εβραίων». Ο Σαρίφ Χουσεΐν εκδιώχθηκε από την Άκαμπα, ένα λιμάνι που είχε απελευθερώσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά την διάρκεια της «Αραβικής Εξέγερσης», στις 18 Ιουνίου 1925.
Ο Ιμπν Σαούντ ξεκίνησε την πολιορκία της Τζέντα τον Ιανουάριο του 1925 και η πόλη παραδόθηκε τελικά τον Δεκέμβριο του 1925, βάζοντας ένα τέλος στην επί χιλιετίας διακυβέρνηση των απογόνων του προφήτη Μοχάμετ. Η Βρετανία αναγνώρισε επίσημα τον Ιμπν Σαούντ ως βασιλιά του Χετζάζ, τον Φεβρουάριο του 1926 με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις να ακολουθούν τις επόμενες βδομάδες. Το νέο ενωμένο κράτος ουαχαμπιτών ονομάστηκε το 1932 «Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας». Το νέο όνομα έδωσε ο Τζορτζ Ρέντελ, αξιωματούχος που δούλευε στο Υπουργείο Εξωτερικών στο Λονδίνο, υπεύθυνος για θέματα της Μέσης Ανατολής.
Σε επίπεδο προπαγάνδας, η Βρετανία βοήθησε την κατάληψη της Χετζάζ από τους ουαχαμπίτες, σε τρία μέτωπα. Καταρχήν, έλεγαν και επιχειρηματολογούσαν ότι η εισβολή του Ιμπν Σαούντ στην Χετζάζ είχε κίνητρο τον θρησκευτικό φανατισμό και όχι τις γεωπολιτικές ανησυχίες του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Η εξαπάτηση αυτή συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Πρόσφατα στο ντοκιμαντέρ του BBC “Bitter Lake”, ο Άνταμ Κέρτις λέει ότι το «άγριο, αδιάλλακτο όραμα του ουαχαμπιτισμού», οδήγησε τους «βεδουίνους» να δημιουργήσουν την Σαουδική Αραβία. Δεύτερον, η Βρετανία παρουσίαζε τους φανατικούς ουαχαμπίτες του Ιμπν Σαούντ ως μια καλοκάγαθη και παρεξηγημένη δύναμη που το μόνο που θέλει είναι να επιστρέψει το Ισλάμ στην πιο αγνή μορφή του. Μέχρι και σήμερα, αυτοί οι ισλαμιστές τζιχαντιστές παρουσιάζονται με τον πιο αγνό τρόπο όταν οι ένοπλες εξεγέρσεις τους υποστηρίζονται από την Βρετανία και τη Δύση, όπως έγινε στο Αφγανιστάν το ’80 ή σήμερα στη Συρία, και αναφέρονται από τα ΜΜΕ ως «μετριοπαθείς επαναστάτες». Τρίτον, οι Βρετανοί ιστορικοί παρουσιάζουν τον Ιμπν Σαούντ ως μια ανεξάρτητη δύναμη και όχι όργανο των Βρετανών που έδιωχνε όλους όσους δεν ήταν απαραίτητοι στις ιμπεριαλιστικές απαιτήσεις. Για παράδειγμα, η πρόσφατη εργασία του καθηγητή Ευγένιου Ρόγκαν για τους Άραβες αναφέρει ότι «ο Ιμπν Σαούντ δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να πολεμήσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία». Αυτό είναι τελείως ανακριβές, αφού ο Ιμπν Σαούντ μπήκε στον πόλεμο το 1915. Περαιτέρω αναφέρει υποκριτικά ότι ο Ιμπν Σαούντ ενδιαφερόταν μόνο για την προώθηση των «δικών του στόχων», που εντελώς τυχαία μπλέχτηκαν με τους στόχους της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Συμπερασματικά, μια από τις αγνοημένες πλευρές της Διακήρυξης Μπαλφούρ είναι η δέσμευση της βρετανικής αυτοκρατορίας στο να «καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να διευκολύνει» την δημιουργία «ενός εθνικού σπιτιού για τον εβραϊκό λαό». Προφανώς πολλά έθνη σήμερα στον κόσμο δημιουργήθηκαν από την βρετανική αυτοκρατορία, όμως αυτό που κάνει τα σύνορα της Σαουδικής Αραβίας να ξεχωρίζουν, είναι ότι τα βόρεια και βόρειο-δυτικά σύνορα είναι προϊόν της αυτοκρατορίας για να διευκολύνει την δημιουργία του Ισραήλ. Εξάλλου, η διάλυση των δύο αραβικών σεϊχάτων του Χαΐλ και της Χετζάζ από τον Ιμπν Σαούντ, οφείλετε στην άρνηση των αρχηγών τους να διευκολύνουν το σιωνιστικό πρόγραμμα της Βρετανίας για την Παλαιστίνη.
Φαίνεται πως η στρατηγική της βρετανικής αυτοκρατορίας να επιβάλλει τον σιωνισμό στην Παλαιστίνη, έχει ενσωματωθεί στο γεωγραφικό DNA της σύγχρονης Σαουδικής Αραβίας. Η ειρωνεία είναι ότι οι δύο πιο ιερές τοποθεσίες του Ισλάμ σήμερα, ελέγχονται από την Σαουδική γενιά και τις διδασκαλίες των ουαχαμπιτών, ακριβώς γιατί η αυτοκρατορία έθεσε τα θεμέλια του σιωνισμού στην Παλαιστίνη. Συνεπώς, δεν αποτελεί έκπληξη ότι τόσο το Ισραήλ όσο και η Σαουδική Αραβία αρέσκονται να επεμβαίνουν στρατιωτικά στο πλευρό των «μετριοπαθών επαναστατών», πχ τζιχαντιστές, στον πόλεμο της Συρίας, μία χώρα που είτε ανοιχτά είτε συγκεκαλυμμένα, απορρίπτει την σιωνιστική αποικιοκρατία της Παλαιστίνης.
Όσο οι ΗΠΑ, η διάδοχος κατάσταση της βρετανικής αυτοκρατορίας στην προάσπιση των δυτικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή, δείχνουν να διστάζουν να εμπλακούν στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή, αναπόφευκτα τα δύο έθνη που φύτεψε η διακήρυξη Μπαλφούρ – Ισραήλ και Σαουδική Αραβία-θα αναπτύξουν μια πιο φανερή συμμαχία για να υπερασπιστούν τα κοινά τους συμφέροντα.