Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Αποικιοκρατική δημοκρατία, Αραβική Άνοιξη και Συρία

Του Nassar Ibrahim, πηγή www.alternativenews.org/english/ 29 Οκτωβρίου 2012

Ο Παλαιστίνιος αναλυτής και συγγραφέας Nassar Ibrahim γράφει για το δίλλημα της δυτικής αποικιοκρατικής δημοκρατίας στην εποχή μετά την «Αραβική Άνοιξη» και τις προκλήσεις που θέτει η Συρία.
«Η στάση της Δύσης απέναντι στη δημοκρατία: είναι καλή αρκεί να έχει το αποτέλεσμα που θέλουμε»
«Οι δυνάμεις που επιχειρούν στη Συρία, οδηγούν τη χώρα στην αυτοκαταστροφή» Noam Chomsky, Κάιρο, 23 Οκτωβρίου 2012

Εισαγωγή
Στις περισσότερες συζητήσεις που είχα με Ευρωπαίους διανοούμενους, ακτιβιστές και φίλους, είχα πάντα την αίσθηση πως υπήρχαν τεράστιες διαφορές στον τρόπο που κοιτάμε τα γεγονότα της Αραβικής Άνοιξης και ειδικά όσον αφορά στο θέμα της Συρίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα προέκυπτε από τις διαφορετικές ερμηνείες του περιεχομένου «δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα». Ακόμα και αν οι προθέσεις όλων ήταν καλές και αγνές και συμφωνούσαμε στις βασικές αξίες του παραπάνω περιεχομένου, είχαμε διαφορετική θέση στις εξεγέρσεις του αραβικού κόσμου.
Ο τρόπος που χρησιμοποιείται το τρίπτυχο αυτό συχνά μπερδεύει και αποπροσανατολίζει. Τα κράτη και τα ΜΜΕ ξεκίνησαν να το χρησιμοποιούν αυθαίρετα για να περιγράψουν τη λεγόμενη «αραβική άνοιξη» και συγκεκριμένα τα γεγονότα στη Συρία. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στην ουσία και στο πως μεταφράστηκε στην πραγματικότητα, δημιουργώντας σύγχυση και αμφιβολίες στις αραβικές κοινωνίες. Πολλές κοινωνικές ομάδες, αντί να προσελκυστούν από την ιδέα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρέμειναν σιωπηλές και μπερδεμένες μπροστά σε μια διαδικασία αλλαγής στις χώρες τους που καλύφθηκε από διασπάσεις, αίμα και χάος.
Το γεγονός αυτό προκαλεί το εξής ερώτημα: Η έννοια της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η ίδια για τους λαούς της δύσης και τους αραβικούς λαούς; Αν συμφωνούμε στην έννοια, γιατί υπάρχουν διαφορετικές θέσεις για την αραβική άνοιξη; Αν δεν συμφωνούμε, από πού προκύπτουν οι διαφορές μας; Πως μπορούμε να πετύχουμε την ενότητα σε αυτές τις αξίες χωρίς να θίξουμε τον πυρήνα του περιεχομένου από τη μία και τις ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνίας από την άλλη;
Κοινωνιολόγοι επιβεβαιώνουν πως η εισαγωγή ή εξαγωγή περιεχομένων από τη μία κοινωνία στην άλλη, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η ανταλλαγή ιδεών ή εμπειριών ανάμεσα στις κοινωνίες, δεν είναι εφικτή. Απεναντίας, παρά την τεράστια ποικιλία σε χρόνους και τόπους, η ανθρώπινη ιστορία είναι μία. Η μετάφραση των εμπειριών είναι επικίνδυνη όταν έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένο περιεχόμενο – στην περίπτωση μας την «δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα»- το οποίο είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης ιστορικής ανάπτυξης και κοινωνιο-πολιτικού περιεχομένου (πχ ευρωπαϊκές κοινωνίες) και το επιβάλλουμε, με την ίδια δομή, σε διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα (πχ αραβικές κοινωνίες). Μια τέτοια κίνηση δεν λαμβάνει υπόψη την επίδραση που μπορεί να έχει στις προτεραιότητες, τους στόχους, τον πολιτισμό και τη δομή της συγκεκριμένης κοινωνίας.
Σε αυτό το άρθρο δεν με ενδιαφέρει να αλλάξω τις πολιτικές του Μπαράκ Ομπάμα, του Ολάντ ή του Κάμερον. Ούτε έχω τη διάθεση να αλλάξω τις απόψεις των βασιλιάδων της Σαουδικής Αραβίας και του Ερντογάν. Ο σκοπός μου δεν είναι καν να κερδίσω τη συναίνεση των Σαλαφιστών ή Ουαχαμπιτών ή άλλων εξτρεμιστικών ομάδων. Αυτοί σηκώνουν τη σημαία της «δημοκρατίας, ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων» για λόγους και σκοπούς τελείως διαφορετικούς από εκείνους της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών. Γι’ αυτό και δεν επιδιώκουν το ίδιο πράγμα. Εκμεταλλεύονται τη σημαία της δημοκρατίας για να ελέγξουν την διαδικασία αλλαγής στον αραβικό κόσμο και να κρατήσουν τις αραβικές κοινωνίες κάτω από την ομπρέλα της δύσης. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της διαφορετικής κατανόησης είναι οι εξτρεμιστικές ομάδες που πολεμούν στη Συρία και η ρητορική των καθεστώτων του Κόλπου.
Σε αυτό το άρθρο με ενδιαφέρουν όσοι πιστεύουν πραγματικά στη δημοκρατία, στην ελευθερία και στα ανθρώπινα δικαιώματα, εκείνοι που είναι έτοιμοι να παλέψουν για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όπου και αν είναι, που εναντιώνονται σε κάθε μορφή καταπίεσης, κατοχής και διάκρισης και που πιστεύουν στην δικαιοσύνη και στα πολιτικά, πολιτισμικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα όλων των λαών. 
Άρα, από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε πως υπάρχει μια κοινή σημασία της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τους δυτικούς και αραβικούς λαούς, γιατί η μετάφραση του περιεχομένου της λεγόμενης αραβικής άνοιξης είναι προβληματικό;

Το υπόβαθρο
Η σύγχρονη διάσπαση του αραβικού κόσμου ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, είναι το αποτέλεσμα της ευδιάκριτης αποικιοκρατικής στρατηγικής που ξεκίνησε το 1916 με τις Συμφωνίες Σάικς-Πίκοτ και το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το σχέδιο ήταν να δημιουργηθούν κράτη μαριονέτες – ειδικά τα αραβικά κράτη του Αραβικού Κόλπου – υποταγμένα στα δυτικά συμφέροντα. Ο σκοπός ήταν να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο πάνω στον φυσικό πλούτο και ειδικά στο αραβικό πετρέλαιο. Το αποτέλεσμα είναι πως από τον Α’ΠΠ, οι αραβικοί λαοί έχουν γίνει μάρτυρες της αυξανόμενης απώλειας ελευθεριών και δικαιωμάτων και ονειρεύονται και παλεύουν για την ενότητα, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. 
Γι’ αυτό η απόφαση του νεαρού Τυνήσιου Μοχάμεντ Μπου Αζίζι να αυτοπυρποληθεί στις 17 Δεκεμβρίου 2010, δεν πάρθηκε μόνο λόγω της μίζερης οικονομικής κατάστασης ή από τον εξευτελισμό που δέχθηκε από την τυνησιακή αστυνομία. Η πράξη του Μπου Αζίζι φώτισε το σκοτάδι περισσότερων από 300 εκατ. Αράβων που ζούσαν κάτω από το βαρύ φορτίο της διάσπασης, του πόνου, της καταπίεσης, της περιθωριοποίησης και την έλλειψη βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτοί οι άνθρωποι πάλεψαν ενάντια στα καθεστώτα τους, καθεστώτα αυταρχικά και μαριονέτες ταυτόχρονα, εξαρτημένα από τους αποικιοκράτες δικτάτορες της Δύσης. Από τη μία, σκοπός τους ήταν να πολεμήσουν για ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος προκειμένου να αποκτήσουν ατομικά και συλλογικά δικαιώματα. Όμως από την άλλη, σκοπός τους ήταν να ιδρύσουν ένα κυρίαρχο κράτος στις διεθνείς εξισώσεις και προκλήσεις και πάνω απ’ όλα ένα κράτος ικανό να πολεμήσει ενάντια στην ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης. Αυτή η προοπτική φάνηκε ξεκάθαρα με τις μαζικές διαδηλώσεις του αιγυπτιακού λαού ενάντια στον νέο πρόεδρο Μόρσι και στους αργούς και ανούσιους ρυθμούς αλλαγής. Η απογοήτευση δεν οφειλόταν μόνο στα πολλά στοιχεία συνέχειας με το καθεστώς Μουμπάρακ όσον αφορά την εσωτερική πολιτική δομή, αλλά και στην απουσία μεγάλων κινήσεων εξωτερικής πολιτικής προς την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά και την σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η αλληλεξάρτηση εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της αραβικής αντίληψης. Η ίδια προσέγγιση μπορεί να εφαρμοστεί όταν αναλύουμε τον ρόλο του εθνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και τεχνολογικής επανάστασης γενικότερα. Οι εσωτερικές και εξωτερικές κρατικές πολιτικές είναι συνυφασμένες και δεν μπορούν να διαχωριστούν παρά μόνο για σχηματικούς σκοπούς, μιας και «η δημοκρατία, η ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα» αντιπροσωπεύουν ένα ολιστικό περιεχόμενο. Με άλλα λόγια ένα κράτος δεν μπορεί να είναι δημοκρατικό και αφοσιωμένο στην δημοκρατία, στην ελευθερία και στα ανθρώπινα δικαιώματα σε εσωτερικό επίπεδο και την ίδια ώρα να είναι αποικιοκρατικό και δικτατορικό στην εξωτερική του πολιτική. Αργά ή γρήγορα η ανισορροπία της μίας πλευράς θα επηρεάσει την άλλη και αρκεί να αναφέρουμε τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας στην Αμερική και την άμεση επίδραση που είχε στις εσωτερικές πολιτικές με όρους πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. 
Ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατία σαν ευρωπαϊκά επιτεύγματα
Ο ρόλος του κράτους και ο βαθμός κυριαρχίας του αναδεικνύουν το δίλημμα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην αραβική άνοιξη και τη σύγχυση ανάμεσα στις δυτικές και αραβικές εμπειρίες. 
Στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, το περιεχόμενο της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι αποτέλεσμα μεγάλων ιστορικών επιτευγμάτων. Το σύγχρονο εθνικό κράτος – μία από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις της δύσης- αντιπροσώπευε το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εφαρμοζόταν αυτή η έννοια, συναντώντας τις προσδοκίες των πολιτών. 
Η ενοποίηση αυτών των αξιών στις δυτικές κοινωνίες δεν έγιναν ξαφνικά, αλλά ήταν αποτέλεσμα μεγάλων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών επαναστάσεων ενάντια σε συντηρητικά καθεστώτα που προσπαθούσαν να εμποδίσουν την κοινωνική πρόοδο. 
Σαν κάθε άλλη διαδικασία ριζοσπαστικής αλλαγής στην ανθρώπινη ιστορία, αυτά τα επιτεύγματα δεν έχουν να κάνουν μόνο με την ανάπτυξη της συνείδησης, αλλά απαιτήθηκαν επίσης κοινωνικοί αγώνες που μετέφρασαν τις ιδέες και τις αξίες σε μια απτή πραγματικότητα. Πράγματι η πραγματικότητα διαμορφώθηκε από οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες που τέθηκαν υπό αίρεση και τα διάφορα κοινωνικά κινήματα είχαν να αντιμετωπίσουν. Η κοινωνική μεταρρύθμιση δεν υπήρξε ποτέ μια απλή νοητική διαδικασία, αλλά συνδεόταν με τις πραγματικές αλλαγές. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν είναι δυνατό να αναλύουμε το περιεχόμενο «δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα» και να αγνοούμε την σημασία των αλλαγών που επέβαλλαν οι δυτικές κοινωνίες με την βιομηχανική επανάσταση σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η έννοια της ιθαγένειας εφευρέθηκε και το σύγχρονο εθνικό κράτος αποτέλεσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναγνωρίστηκαν και έγιναν σεβαστά τα πολιτικά δικαιώματα. 
Έχοντας αυτό κατά νου, τα επιτεύγματα των ευρωπαίων πολιτών σε όρους δημοκρατίας, ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι προφανώς αποτέλεσμα της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στη κοινωνική, οικονομική, πολιτική και πολιτισμική εξέλιξη και στην ανάπτυξη του σύγχρονου εθνικού κράτους. Με αυτούς τους όρους, εννοούμε ένα κράτος που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών του, συμπεριλαμβανομένης της βιώσιμης και συνεχούς ανάπτυξης σε πολιτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Αν δεν υπήρχε ισορροπία ανάμεσα στις υποδομές και στην κοινωνική δομή, αυτά τα δικαιώματα δεν θα είχαν διασφαλιστεί. Η έννοια της κοινωνίας των πολιτών στις ευρωπαϊκές κοινωνίας θεωρήθηκε ως η λαϊκή και κοινωνική απάντηση στον καταναγκαστικό ρόλο του κράτους. Οι αγώνες της κοινωνίας των πολιτών προέκυψαν από την ανάγκη να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις που υπήρχαν μέσα στο κράτος και να προστατέψει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα διαφόρων κοινωνικών φορέων. Την ίδια στιγμή οι αλλαγές αυτές έγιναν με σεβασμό στην κυριαρχία του κράτους και προστατεύοντας τα κατορθώματα που πέτυχε η κοινωνία μέσα από πολλά χρόνια αγώνων. Με άλλα λόγια, προέκυψαν ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής διαδικασίας που δεν έγινε αντικείμενο ξένων υπαγορεύσεων.
Για τους λόγους αυτούς, η παραπάνω ανάλυση ξεκαθαρίζει από πού προέρχονται οι διαφορές ανάμεσα στη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πράγματι, ακόμα και αν συμφωνούν στις αξίες και τις αρχές, οι ευρωπαϊκές και αραβικές κοινωνίες σήμερα ερμηνεύουν διαφορετικά τις ουσιαστικές πλευρές του περιεχομένου. 
Το δίλημμα της δημοκρατίας στις χώρες της Αραβικής Άνοιξης
Σε αυτή την ανάλυση, πρέπει να πάμε πίσω στο πρώτο ερώτημα και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε που συναντούνται οι εμπειρίες των ευρωπαϊκών και αραβικών χωρών και που διαφοροποιούνται όσον αφορά στο περιεχόμενο της δημοκρατίας, ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στον αραβικό κόσμο αυτό έχει δύο διαστάσεις:
1. η πρώτη διάσταση σχετίζεται με τα θεμελιώδη στοιχεία όλων των πολιτών εντός του κράτους και περιλαμβάνουν τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες – ελευθερία έκφρασης και πίστης, η εφαρμογή του νόμου και η διάκριση εξουσιών – και όλα τα υπόλοιπα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις, όπως οι ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, στη δουλειά και στην υγεία, σχέσεις των δύο φύλων, η προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών κοκ. Σε αυτό το επίπεδο οι αραβικές κοινωνίες εφαρμόζουν ένα οικουμενικό πλαίσιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρόμοιο με αυτό που υπάρχει στη δύση. 
Αυτά τα δικαιώματα πρέπει να προστατεύονται σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ανάγκες της κοινωνίας προκειμένου να αναγεννήσουν πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά την κοινωνία. Μόλις οι πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες αναγνωριστούν, η κοινωνία θα μπορεί να καθορίσει τις προτεραιότητες της. Για παράδειγμα, αν σκεφτούμε τα οικονομικά δικαιώματα, πρώτα απ’ όλα είναι απαραίτητο να ορίσουμε τα κύρια στοιχεία της διαδικασίας ανάπτυξης μέσα σε μια κοινωνία για να μεγιστοποιήσουμε τους ανθρώπινους και πλουτοπαραγωγικούς της πόρους. Το περιεχόμενο της δημοκρατίας, ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρητική νοητική διαδικασία. Είναι μια εποικοδομητική διαδικασία που βασίζεται σε υπαρκτές συνθήκες και ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα με όλα τα διαφορετικά συστατικά της.
Αυτό εξηγεί και την αποτυχία της προσπάθειας να επιβληθούν τα δυτικά οικονομικά και αναπτυξιακά μοντέλα στις χώρες του τρίτου κόσμου και ειδικά στα αραβικά κράτη με τους όρους που υπαγόρεψε η Παγκόσμια Τράπεζα και με τις πολιτικές οικονομικής εξάρτησης. 
Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατία και η ελευθερία είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών κοινωνικοπολιτικών επιλογών. Αυτές οι επιλογές πρέπει να βασίζονται στις ιστορικές και πολιτισμικές εμπειρίες της κοινωνίας και στους αγώνες και τις αλλαγές που εμπλέκουν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. 
Η πρώτη διάσταση της ανάλυσης περιεχομένου είναι συνυφασμένη με την δεύτερη:
2. Η δεύτερη διάσταση σχετίζεται με το περιεχόμενο του κυρίαρχου εθνικού κράτους, ένα κράτος που είναι ικανό να διατηρήσει την ενότητα του λαού και των εδαφών του και να προστατεύσει τις εθνικές και στρατηγικές πηγές προς όφελος των πολιτών του και για τις μελλοντικές γενιές. Αυτή η διάσταση αντιπροσωπεύει το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνεται εφικτή η διαδικασία της δημοκρατικής αλλαγής. Η κοινωνία μπορεί να αναλάβει μεγάλες αλλαγές μόνο αν το κράτος έχει κεντρικό και ισχυρό ρόλο στο να καθορίζει τις προτεραιότητες του πληθυσμού του και να οργανώνει την χρήση ανθρώπινων και πλουτοπαραγωγικών πόρων. Με άλλα λόγια, η δημοκρατική αλλαγή είναι δυνατή μόνο αν η έννοια της ιθαγένειας εδραιωθεί και αν υπάρχει πραγματική ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών που να βασίζεται στις αρχές της δικαιοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων δικαίου.
Πρόκειται για ένα κρίσιμο σημείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη στην ανάλυση των αραβικών χωρών. Η δημοκρατία δεν είναι μια γραφειοκρατική διαδικασία αλλά το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης διαφόρων κοινωνικών στοιχείων με όλες τις ιδιαιτερότητες τους. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονίσουμε τον κεντρικό ρόλο του εθνικού κράτους που δεν θα εξαρτάται από δυτικούς ηγεμόνες και δεν θα επιβάλλει ξένες προτεραιότητες. Όπως έχει αποδειχθεί στην ιστορία, η ξένη επέμβαση είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στην υπανάπτυξη αυτών των χωρών, στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και στην παράλυση της διαδικασίας για αλλαγή. Επιπλέον, οι ξένες δυνάμεις έχουν βοηθήσει στο να διατηρηθούν δικτατορικά καθεστώτα για δεκαετίες στην πλειονότητα του αραβικού κόσμου. 
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αναλύσουμε πώς η ισραηλινή κατοχή έχει επικρατήσει στην συνείδηση των Αράβων. Ο παλαιστινιακός αγώνας αποτελεί αξίωμα στην μνήμη του αραβικού λαού και είναι μέρος της ιστορικής εμπειρίας των αραβικών κοινωνιών που δεν μπορούν να αγνοήσουν. Γι’ αυτό το λόγο οποιαδήποτε διαδικασία αλλαγής σε κάθε αραβική χώρα θα πρέπει να βάζει στις προτεραιότητες της την Παλαιστίνη και τον αγώνα ενάντια στην ισραηλινή κατοχή. Δεν είναι απλά ένα θέμα ηθικής, αξιοπρέπειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρά τη σημασία αυτών, η ισραηλινή κατοχή έχει θεωρηθεί εδώ και δεκαετίες σαν έναν από τους βασικούς λόγους που παραλύει η δημοκρατική αλλαγή. Έχει εκμεταλλευτεί τους ανθρώπινους και πλουτοπαραγωγικούς πόρους της περιοχής και την έχει οδηγήσει σε βάναυσους και αιματηρούς πολέμους. Στον αραβικό κόσμο, η ισραηλινή κατοχή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έννοια της ανάπτυξης, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ενθαρρύνει την διάσπαση και την συνεργία με τα πιο αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα. Γι’ αυτό στον αραβικό κόσμο και ειδικά στην Παλαιστίνη, ο αγώνας ενάντια στην ισραηλινή κατοχή είναι ένα από τα πιο ουσιώδη συστατικά του περιεχομένου της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
Με αυτή την ανάλυση, η σχέση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης διάστασης έγινε σαφής. Το να αγνοηθεί η δεύτερη διάσταση θα σήμαινε πως ζούμε με την ψευδαίσθηση της δημοκρατίας και της ελευθερίας, σε μια πραγματικότητα όπου οι πολίτες έχουν το δικαίωμα ψήφου αλλά ζουν de facto σε ένα κράτος όπου η κρατική ελίτ έχει ως στόχο να αρπάξει τον πλούτο του λαού, να νομιμοποιήσει την διαφθορά και να διατηρήσει το σύστημα εξουσίας εις βάρος των εθνικών και λαϊκών συμφερόντων. Οι άρχουσες ελίτ στα νέο-αποικιοκρατικά κράτη βλέπουν το μέγιστο συμφέρον τους στο να προστατεύσουν τα συμφέροντα των ξένων αφεντικών τους ως προϋπόθεση για να διατηρήσουν την προστασία τους. Ξεχνώντας την ιστορική διαδικασία της ανεξαρτησίας των κρατών που διακρίθηκε στην ανάπτυξη των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών – και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τα αραβικά κράτη επίσης- σημαίνει πως πέφτουμε σε αδιέξοδο με τα κράτη μαριονέτες και τις μπανανίες. Τα κράτη αυτά είναι φαινομενικά ανεξάρτητα αλλά στην πραγματικότητα είναι υποταγμένα σε ξένους ηγεμόνες και αναπόφευκτα οδηγούν ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος να έχει αποκλίσεις ανάμεσα στα ατομικά και εθνικά δικαιώματα.
Άλλα παραδείγματα ίσως μπορούν γρήγορα να ξεκαθαρίσουν την σχετικότητα αυτού του επιχειρήματος, όπως για παράδειγμα η αντίδραση των καπιταλιστικών δυνάμεων στην οικονομική κρίση που έχει επηρεάσει τα δυτικά κράτη τα τελευταία κράτη. Έχουμε γίνει όλοι μάρτυρες της σταδιακής υφαρπαγής του ρόλου του εθνικού κράτους μέσω των ιδιωτικοποιήσεων των πιο αναπτυγμένων δημόσιων τομέων όπως είναι η εκπαίδευση, η υγεία, το νερό και το ηλεκτρικό. Το αποτέλεσμα αυτής της εξωτερικής οικονομικής κρίσης ήταν να υπάρξει μια ανησυχητική στροφή στις εσωτερικές κρατικές πολιτικές και η επικίνδυνη επίθεση στον πυρήνα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, οι ευρωπαίοι πολίτες βιώνουν το πώς οι εξαρτήσεις από καπιταλιστικά ινστιτούτα μπορούν να επηρεάσουν και να θέσουν σε κίνδυνο τον σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα. 
Την ίδια ώρα, το να αγνοήσουμε την πρώτη διάσταση συνεπάγεται πως ζούμε σε ένα αυταρχικό κράτος που νομιμοποιεί την καταστολή και την δικτατορία δήθεν για να διατηρήσει τα υψηλά εθνικά συμφέροντα. Γι’ αυτό, αν οι πολίτες φοβούνται το κράτος και δεν έχουν το δικαίωμα της ελευθερίας, είναι αδύνατο να διατηρήσουν την εθνική αξιοπρέπεια και κυριαρχία. Αυτή είναι η περίπτωση των αστυνομοκρατούμενων καθεστώτων όπου ο ρόλος και ο σκοπός του κράτους δεν είναι η προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά έχουνε μετατραπεί σε εργαλεία καταστολής και καταπίεσης του λαού με σκοπό να διατηρήσουν την εξουσία τους. 
Το δίλημμα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κράτη της Αραβικής Άνοιξης βρίσκετε ανάμεσα σε αυτές τις δύο διαστάσεις. Το δίλημμα έχει δημιουργήσει μια κατάσταση που κυριαρχούν η σύγχυση, οι αμφιβολίες και ο φόβος για το μέλλον και έχει ανοίξει τις πόρτες για ξένες επεμβάσεις στα εσωτερικά ζητήματα των κρατών. Χωρίς αμφιβολία, οι πολιτικές των αποικιοκρατικών χωρών έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στο να αποδυναμώνουν τις εξεγέρσεις αφού η δυτική επέμβαση δεν έχει ως σκοπό να εφαρμόσει μια αληθινή δημοκρατική διαδικασία στις αραβικές χώρες. Πράγματι, οι ΗΠΑ και η πλειονότητα των κρατών της ΕΕ χρησιμοποίησαν όλες τις πολιτικές, στρατηγικές, οικονομικές, επικοινωνιακές –και σε κάποιες περιπτώσεις στρατιωτικές-δυνάμεις τους για να επιβάλλουν το μοντέλο της αποικιοκρατικής δημοκρατίας και τον έλεγχο των αραβικών χωρών. 
Στην Τυνησία, μετά την ξαφνική αποπομπή του ιστορικού τους φίλου Μπεν Αλί, οι δυτικές χώρες προσπάθησαν να κρατήσουν τη χώρα υπό δυτική ηγεμονία, δημιουργώντας νέες συμμαχίες με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους που ανέβηκαν στην εξουσία. Παρόλο που πολλοί φορείς της κοινωνίας των πολιτών στη Τυνησία έδειξαν την ανησυχία τους για το πώς η νέα κυβέρνηση καταλαβαίνει την έννοια της δημοκρατίας, για παράδειγμα τον ρόλο των γυναικών, τα δυτικά κράτη δεν έθεσαν δημοκρατικά πρότυπα. Απεναντίας, τα κράτη αυτά υποστήριξαν τις δημοκρατικά νεοεκλεγείσες δυνάμεις ακόμα και αν το τίμημα που πλήρωσε ο λαός ήταν αξιοσημείωτο, με όρους χειρότερους όσον αφορά το δικαίωμα έκφρασης και τα δικαιώματα των γυναικών. 
Στην Λιβύη, το ΝΑΤΟ έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην διαδικασία αλλαγής. Οι δυτικές χώρες, ισχυριζόμενες ότι προστατεύουν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, εξαπέλυσαν έναν πόλεμο για να ελέγξουν το πετρέλαιο και να συμπεριλάβουν τη χώρα στην επιρροή της δύσης – το ίδιο πράγμα που έκαναν πριν μερικά χρόνια με το Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Απ’ όταν οι χώρες αυτές κέρδισαν την ηγεμονία στη Λιβύη, σταμάτησαν να ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σήμερα κανείς δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τους καθημερινούς θανάτους που γίνονται στις παρυφές των θρησκευτικών εξτρεμιστών της Λιβύης και για την καθιέρωση ενός πολιτικού συστήματος που δεν σέβεται τα πολιτικά δικαιώματα και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πληθυσμού. 
Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα του παραπλανητικού ρόλου που έπαιξαν οι δυτικές χώρες στην Αραβική Άνοιξη είναι η Αίγυπτος, το κράτος που πάντα είχε πολιτική, πολιτισμική, οικονομική και ηθική σημασία στον αραβικό κόσμο. Εδώ οι ΗΠΑ έφτιαξαν μια ισχυρή συμμαχία με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους που στην αρχή θεωρούνταν πιθανοί επικίνδυνοι εχθροί. Η συμφωνία ήταν ξεκάθαρη και απλή: αν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι σεβαστούν τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Αίγυπτο και τις συμφωνίες που έχουν υπογραφτεί με το Ισραήλ κι αν ελέγξουν τα παρακλάδια τους στην Παλαιστίνη και αν θεωρήσουν το Ιράν άμεση απειλή, μπορούν να κάνουν «οτιδήποτε θέλουν σε εσωτερικό επίπεδο». Επιπλέον, οι ΗΠΑ πρόσφεραν στην νέα αιγυπτιακή κυβέρνηση οικονομική βοήθεια μέσα από την Παγκόσμια Τράπεζα και τις επενδύσεις που θα κάνουν οι χώρες του Κόλπου όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία. 
Η εμπειρία της Υεμένης δεν διαφέρει και πολύ. Το λαϊκό κίνημα παρακάμφθηκε από την πρωτοβουλία του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου που έπεισε τον σύμμαχο των ΗΠΑ, πρόεδρο Αλί Αμπνταλάχ Σάλεχ να παραιτηθεί, δεν άλλαξε όμως την δομή του συστήματος. Φυσικά, αυτή η κίνηση είχε τις ευλογίες της Αμερικής και των περισσοτέρων ευρωπαϊκών χωρών, ακόμα και αν ο λαός της Υεμένης δεν έχει σταματήσει να διαδηλώνει, ζητώντας ριζοσπαστικές αλλαγές.
Επίσης στο Μπαχρέιν ο λαός απαιτούσε δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο ούτε η Αμερική ούτε οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έκαναν κάτι για να σταματήσουν την καταστολή των σαουδικών τανκς. 
Τα γεγονότα που έγιναν στις αραβικές χώρες της Τυνησίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης, της Υεμένης και του Μπαχρέιν δείχνουν πως το δίλημμα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπάρχει ακόμα. Σε αυτές τις χώρες παραμένει η δομή των προηγούμενων καθεστώτων και οι λαοί εξακολουθούν να αγωνίζονται για την πραγματική ελευθερία και δημοκρατία – όχι μόνο για ελεύθερες εκλογές αλλά και για κοινωνική δικαιοσύνη, ανθρώπινα δικαιώματα και εφαρμογή των πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών αιτημάτων τους. Αγωνίζονται για να πετύχουν εθνική ανεξαρτησία από τις προϋποθέσεις που έχουν επιβάλλει τα δυτικά κράτη και η Παγκόσμια Τράπεζα. Απαιτούν και παλεύουν για ένα ανεξάρτητο κράτος με πλήρη κυριαρχία που μπορεί να αποφασίζει ανεξάρτητα την εξωτερική πολιτική του. Και ανάμεσα σε άλλα θέματα, να μπορεί να υποστηρίξει τον παλαιστινιακό αγώνα ενάντια στην ισραηλινή κατοχή. 
Η πρόκληση της Συρίας
Σε αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καταλάβουμε πως μεταφράζουμε το περιεχόμενο της «ελευθερίας, δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στο πλαίσιο της Συρίας. Γιατί δεν έχει πετύχει ακόμα η «Αραβική Άνοιξη» εδώ κι 1,5 χρόνο; Γιατί γίνονται έντονες και συνεχιζόμενες προσπάθειες να καταστραφεί το συριακό εθνικό κράτος και να ανατραπεί το συριακό καθεστώς; Γιατί οι δυτικές χώρες έχουν έμμεσα ξεκινήσει παγκόσμιο πόλεμο στη Συρία;
Γιατί δεν έχουν πετύχει όλες οι προσπάθειες επέμβασης της Δύσης και του Κόλπου να προσελκύσουν την πλειοψηφία του συριακού λαού; Ποια είναι η σχέση μεταξύ «δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της στρατολόγησης και εκπαίδευσης δεκάδων χιλιάδων μαχητών της Αλ Κάιντα, των Σαλαφιστών και Ουαχαμπιντών; Γιατί απέτυχαν οι πολιτικές, επικοινωνιακές και στρατιωτικές εκστρατείες στο να καταστρέψουν την ενότητα του συριακού λαού;
Για να βρούμε την απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις, θα πρέπει να αναλύσουμε σε βάθος την ιδιαιτερότητα της Συρίας. Φυσικά αυτή η χώρα έχει κοινούς παρανομαστές με τα υπόλοιπα αραβικά κράτη, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που καθιστούν τη Συρία μοναδική. Γι’ αυτό η συριακή διαδικασία αλλαγής θέτει δύσκολες και περίπλοκες προκλήσεις που μπορούν να εξηγήσουν τις πολιτικές, ηθικές και πολιτισμικές ήττες των δυτικών χωρών στην προσπάθεια τους να «εξάγουν την αποικιοκρατική δημοκρατία» στη Συρία. 
Εδώ πρέπει να τονιστεί ένα σημείο: κανείς δεν αρνείται ότι στη Συρία υπήρξε μια αυθόρμητη επιθυμία για αλλαγή, μεταρρύθμιση, δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα, όπως έγινε στις άλλες αραβικές χώρες. Ο συριακός λαός έχει το δικαίωμα και το καθήκον να πολεμήσει ενάντια στην καταστολή, την διαφθορά και τη δικτατορία. Ωστόσο, το λαϊκό και κοινωνικό κίνημα και η διαδικασία αλλαγής πρέπει να κινηθούν μέσα σε ορισμένους κανόνες και αξιώματα που θα μπορούν να εξασφαλίσουν ότι δεν θα υπάρξει διαδικασία καταστροφής και ότι ο συριακός λαός δεν θα στερηθεί των επιθυμιών του. 
Πρώτα απ’ όλα, η πλειονότητα των Σύριων γνωρίζει πως οποιαδήποτε διαδικασία αλλαγής στην χώρα θα πρέπει να διατηρήσει την ανεξαρτησία και την κυριαρχία του εθνικού κράτους. Το συριακό κράτος ειδικά είναι αποτέλεσμα ιστορικών θυσιών και αγώνων ενάντια σε αποικιοκρατικές δυνάμεις από την οθωμανική κατοχή μέχρι την ισραηλινή στα Υψώματα του Γκολάν. Όλες αυτές οι ιστορικές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στη συλλογική μνήμη των Σύριων. Γι’ αυτό και πρέπει να τονιστεί πως η πλειοψηφία τους είναι ενάντια στη δυτική επέμβαση και την ισραηλινή κατοχή και παλεύουν ενάντια στις δυτικές προσπάθειες να μετατρέψουν το εθνικό τους κράτος σε κράτος-μαριονέτα. Οποιαδήποτε διαδικασία αλλαγής που δεν θα σεβαστεί αυτούς τους κανόνες είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Δεύτερον, για να καταλάβουμε την συμπεριφορά του συριακού λαού, πρέπει να θυμηθούμε τον ρόλο κλειδί της Συρίας στην επίτευξη της ενότητας του αραβικού κόσμου υπό την ονομασία του παναραβισμού. Για αιώνες, από την περίοδο του Ομαγιάντ, η Δαμασκός υπήρξε το κέντρο του αραβικού κόσμου. Στην αντίληψη των Συρίων, η αντίσταση και η εναντίωση σε κάθε προσπάθεια περιθωριοποίησης και επέμβασης στα συριακά εθνικά συμφέροντα, είναι καθήκον.
Τρίτον, στην αντίληψη των Συρίων υπάρχει ένα γενικό αίσθημα περηφάνιας για τα πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά κατορθώματα τους στην ιστορία. Είναι υπερήφανοι για τον ιστορικό, πολιτισμικό ρόλο που έπαιξε η χώρα τους στην περιοχή και στον αραβικό κόσμο μιας και ήταν το λίκνο της μεγαλύτερης ισλαμικής αυτοκρατορίας. Επιπλέον, η συλλογική συνείδηση των Συρίων βασίζεται στην ιδέα της συνύπαρξης διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών ομάδων όπου κάθε κοινωνικός φορέας έχει ισότιμο ρόλο – Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί, Αλαουίτες, Σουνίτες, Κούρδοι και Δρούζοι ζουν μαζί από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας. 
Ένα τέταρτο σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι η Συρία θεωρεί τον εαυτό της το σημείο αναφοράς του ισλαμικού θρησκευτικού δικαίου. Με άλλα λόγια, η Συρία είναι μία από τις πηγές του Ισλάμ και οι θρησκευτικές πρακτικές εξαρτώνται από το τι θα αποφασίσουν οι Σύριοι μουλάδες. Εξωτερικές υπαγορεύσεις δεν θεωρούνται νόμιμες και αυτό εξηγεί γιατί η φάτουα (θρησκευτική καταδίκη) που έρχεται από το εξωτερικό και καλεί τον συριακό λαό να εξεγερθεί ενάντια στο καθεστώς, δεν βρίσκει ανταπόκριση. Το ίδιο σύστημα ισχύει και για τους Χριστιανούς Σύριους που δεν περιμένουν, όπως οι Λιβανέζοι και οι Παλαιστίνιοι, τις συστάσεις από το Βατικανό.
Τέλος, οι Σύριοι θεωρούν πως το κράτος τους είναι το κατόρθωμα μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας σε πολιτικό, πολιτισμικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι έτοιμοι να πολεμήσουν για να προστατέψουν τον κεντρικό ρόλο της Συρίας στον αραβικό κόσμο και την κυριαρχία της, όπως και την εθνική στήριξη της Συρίας στα κινήματα αντίστασης στην περιοχή. Αυτό εξηγεί γιατί η διαδικασία αλλαγής πρέπει πάνω απ’ όλα να διατηρήσει και να αναπτύξει τα ιστορικά κατορθώματα και τον εθνικό ρόλο του κράτους. Οποιαδήποτε διαδικασία αλλαγής στη Συρία θα πρέπει να μεγιστοποιήσει αυτά τα επιτεύγματα. Οποιοδήποτε εναλλακτικό καθεστώς που θέλει να γίνει αποδεκτό και να αναγνωριστεί από τους Σύριους, θα πρέπει να είναι πιο προοδευτικό στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και στρατηγικές επιλογές του. 
Με αυτή την ανάλυση και χωρίς να ξεχνάμε την αρνητική και καταπιεστική πλευρά του καθεστώτος, μπορούμε να πούμε ότι ο Μπασάρ Αλ Άσσαντ και το κόμμα των Μπαάθ είναι αποτέλεσμα της μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας και του αγώνα του συριακού λαού, με όλες τις ιδιομορφίες τους. Με άλλα λόγια, ο συριακός λαός είναι αυτός που δημιούργησε τους Μπααθίτες και όχι το ανάποδο. Αν αυτό δεν αληθεύει, πως μπορούμε να εξηγήσουμε το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Σύριων ακόμα υποστηρίζει το καθεστώς και το συριακό εθνικό κράτος, παρά τις εξωτερικές στρατιωτικές, επικοινωνιακές και πολιτικές πιέσεις της Δύσης και των συμμάχων της (Τουρκία και οι χώρες του Κόλπου), που οδήγησε στην δολοφονία τεσσάρων ηγετικών στρατιωτικών προσωπικοτήτων;
Την ίδια ώρα, το να λέμε πως το συριακό καθεστώς επιβιώνει εξαιτίας την στήριξης του Ιράν και τις θέσεις της Ρωσίας και της Κίνας, απλοποιούμε την πραγματικότητα. Χωρίς αμφιβολία, η στήριξη αυτών των κρατών έχει παίξει σημαντικό ρόλο στο να ενισχύσει την ικανότητα του καθεστώτος να αντισταθεί, αλλά την ίδια ώρα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και άλλους παράγοντες που έκαναν αυτή την στήριξη εφικτή:
1) Η Κίνα και η Ρωσία δεν θα είχαν αυτή τη στάση αν πίστευαν πως ο Άσσαντ και ο ρόλος του συριακού εθνικού κράτους ήταν εύθραυστα και η πλειοψηφία του συριακού λαού αγωνιζόταν για να τους διώξει. 
2) Η ρωσική στάση έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να σταματήσει την αποικιοκρατική και αντιδραστική επέμβαση στη Συρία με την κάλυψη του Συμβουλίου Ασφαλείας (επέμβαση του ΝΑΤΟ όπως στη Λιβύη και επιβολή νεκρών ζωνών). Ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ποτέ ρόλο στην εσωτερική πολιτική της Συρίας: ήθελε να σταματήσει και να καταδικάσει οποιοδήποτε είδους δυτικής επέμβασης στα συριακά ζητήματα χωρίς να επηρεάσει τα εσωτερικά της ζητήματα. Εδώ πρέπει να γίνει ένα ερώτημα: αν 23 εκατ Σύριοι – όπως λέει η δυτική προπαγάνδα – ήθελε να πέσει το καθεστώς, γιατί θα χρειαζόντουσαν το ΝΑΤΟ επιπρόσθετα στην σκανδαλώδη από εξωτερική χρηματοδότηση, στρατικοποίηση και κατάταξη χιλιάδων μαχητών να πολεμήσουν ενάντια στο καθεστώς;
Εν συντομία, η Συρία διαφέρει από την εμπειρία των άλλων αραβικών χωρών όσον αφορά το ρόλο και τη θέση του εθνικού κράτους. Πριν την Αραβική Άνοιξη, αυτά τα κράτη ήταν σύμμαχοι των ΗΠΑ και εξαρτημένα από τις δυτικές υπαγορεύσεις. Η Συρία δεν ήταν και αυτό εξηγεί γιατί ο συριακός λαός ένοιωσε την ανάγκη να αλλάξει τις εσωτερικές πολιτικές χωρίς να διακινδυνεύσει την κυριαρχία και την ανεξαρτησία του εθνικού κράτους σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. 
Το δίλημμα λοιπόν της δημοκρατία και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Συρία είναι πιο προβληματικό. Παρά το υψηλό τίμημα που πληρώνει ο συριακός λαός εδώ κι ενάμιση χρόνο, δεν είναι πρόθυμος να ενωθεί μαζικά με μια αντιπολίτευση που έχει ανοιχτά ανακοινώσει την διάλυση του εθνικού κράτους, όπως έκανε ο Μπουρχάν Γκαλιούν από την Κωνσταντινούπολη. Η δυτική πολιτική που εφαρμόστηκε στο καθεστώς Άσσαντ, αναζητάει την υποταγή και την εξάρτηση της Συρίας, διαλύοντας το εθνικό κράτος με την βοήθεια στενών συμμάχων στην εξουσία. Αλλά ο συριακός λαός δεν αναγνωρίζει αξιόπιστη εναλλακτική σε αυτές τις στρατιωτικές ομάδες που δήθεν πολεμούν για την «ελευθερία» τους και επιλέγει να διατηρήσει το εθνικό συριακό κράτος και την εξωτερική πολιτική που εναντιώνεται σε κάθε προσπάθεια δυτικής παρέμβασης και επιβολής της αποικιοκρατικής δημοκρατίας. 
Αυτός είναι και ο λόγος που οι δυτικές χώρες παραμένουν σιωπηλές αναφορικά με τις κοινωνικές διαδηλώσεις που συμβαίνουν στα πιο αντιδραστικά καθεστώτα του Κατάρ, του Μπαχρέιν και της Σαουδικής Αραβίας. Αυτό επίσης εξηγεί την ξαφνική και παθιασμένη αγάπη της δύσης για τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τις φονταμενταλιστικές και εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα και οι Σαλαφιστές, που πριν λίγο καιρό παρουσιάζονταν ως ο νούμερο ένα εχθρός. 
Για να καταλήξω, είναι προσβλητικό το γεγονός ότι τα πιο αντιδραστικά καθεστώτα όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία εκμεταλλεύονται την σημαία της δημοκρατίας για να βάλουν τη Συρία στην σφαίρα επιρροής τους. Είναι επίσης προσβλητικό που τα ευρωπαϊκά κράτη και οι ΗΠΑ νομιμοποιούν τους πολέμους τους εις το όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας. Δεν αρκεί να δηλώνεις στήριξη στην ελευθερία και τη δημοκρατία. Πρέπει επίσης να δίνεις σαφή ορισμό αυτού του περιεχομένου, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των χωρών και την εσωτερική κι εξωτερική πολιτική των κρατών. Πράγματι, ο δρόμος για την κόλαση ανοίγει από ανθρώπους που έχουν τις πιο ταπεινές προθέσεις.