Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Shatilla: Ζωές που πέρασαν και χάθηκαν στον χρόνο

του William A. Cook, Πηγή: http://palestinechronicle.com/ 28 Ιούνη 2010

«Ήταν οι μύγες για τις οποίες μας είχαν μιλήσει. Ήταν εκατομμύρια από αυτές, το βουητό τους ήταν τόσο εύγλωττο όσο και η μυρωδιά. Μεγάλες σαν κρεατόμυγες, μας κάλυπταν, χωρίς να μπορούν να ξεχωρίσουν τους ζωντανούς από τους νεκρούς».

Robert Fisk

Με αυτή την φράση, ο Robert Fisk ξεκινάει την αναφορά του μετά την σφαγή στον προσφυγικό καταυλισμό της Shatilla το 1982, μια σφαγή που έγινε υπό τον έλεγχο των Ισραηλινών που εισέβαλλαν στην Βυρηττό. Αυτή η ολοφάνερη πράξη τρομακτικής βαρβαρότητας έγινε πριν σχεδόν 30 χρόνια, στα μισά χρόνια της ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ, μετατρέποντας την Μέση Ανατολή σε ένα καζάνι που βράζει από συγκρούσεις αλληλοεξόντωσης, μίσος και εκδίκηση.

Καθώς περπάταγα στα δρομάκια της Shatilla χθες, δεν μπορούσα να μην σκεφτώ τις συνέπειες εκείνης της νοοτροπίας που δικαιολογούσε κάτι τέτοιο ή τις συνέπειες που προκλήθηκαν από αυτούς που αφανίστηκαν. Τριάντα χρόνια μετά, είμαι εδώ και περιμένω να πάρω ένα πλοίο για να αψηφήσω την συνεχιζόμενη ισραηλινή κατοχή και καταπίεση στην Γάζα. Δεν μπορώ όμως να αποφύγω την πραγματικότητα που δημιούργησε το Ισραήλ. Όσο περίμενα, ετοιμαζόταν μια πορεία από όλους τους προσφυγικούς καταυλισμούς του Λιβάνου, μια πορεία που θα τελείωνε μπροστά από το κοινοβούλιο σήμερα, στις 4 το απόγευμα. Οι διαδηλωτές εκτιμάται ότι θα είναι γύρω στις 5000 και η πορεία οργανώθηκε από την Εκστρατεία για τα Πολιτικά Δικαιώματα των Παλαιστινίων με σκοπό να νομιμοποιήσει τα πολιτικά δικαιώματα των Παλαιστινίων που ζουν στην Shatilla και στους άλλους προσφυγικούς καταυλισμούς. Δικαιώματα που τους αρνούνται εδώ και 62 χρόνια.

Όσο περίμενα, οι μέρες πέρναγαν, γεμάτες αβεβαιότητα για αυτή την νομιμοποίηση που θα έδινε ελπίδα στους γονείς για μια οικονομική ανάσα από την απόλυτη φτώχεια, ελπίδα στα παιδιά για ένα μέλλον, ελπίδα στους Λιβανέζους που δεν χρειάζεται πλέον να ζουν σε ένα παρόν που στερείται δικαιοσύνης. Όσο περίμενα, πέρναγαν οι μέρες, όχι τα χρόνια, για το πλοίο να σαλπάρει από την Τρίπολη με προορισμό την Γάζα. Και περίμενα με ανυπομονησία, ενοχλημένος από το γεγονός ότι δεν υπήρχε οργάνωση και τα προβλήματα δεν είχαν επιλυθεί, πριν περάσει και άλλος καιρός.

Χρόνος. Τελικά τι είναι; Μήπως είναι το «εύγλωττο βούισμα» από τις μύγες που άκουσε ο Fisk, που ανήγγειλε τον θάνατο αθώων, που σφαγιάστηκαν από τον «εκπαιδευμένο στρατό» του Ισραήλ;

«Αναπνέαμε τον θάνατο, εισπνέαμε την σαπίλα των πτωμάτων γύρω μας. Ο Jenkins αμέσως κατάλαβε πως ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας θα έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη γι’ αύτη την φρίκη. «Σαρόν!» φώναξε. «Αυτός ο ηλίθιος Σαρόν. Αυτό είναι το Deir Yassin ξανά από την αρχή».

Χρόνος. Πως τον μετράμε; Γιατί αυτές οι μητέρες κομματιάστηκαν και σφαγιάστηκαν, τα μωρά αποκόπηκαν από την μήτρα; Γιατί αυτά τα αγέννητα παιδιά; Γιατί αυτές οι κοπέλες βιάστηκαν; Ζωές που έζησαν στον χρόνο, ανεξήγητες και ξεχασμένες. Και αυτοί που ζουν στην Shabra, πώς να ζουν τώρα; Τι είναι ο χρόνος γι’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα, που έχουν χρόνο να κάθονται γιατί δεν υπάρχουν δουλειές γι’ αυτούς; Χρόνο για να κλάψουν για όσους χάθηκαν; Χρόνο αγωνίας και βασανιστηρίου για τα παιδιά τους που θα ζήσουν χωρίς ελπίδα, χωρίς ολοκλήρωση, χωρίς μέλλον. Τους είδα να περιορίζονται από σκοτεινούς σύμμαχους, να τσαλαβουτούν σε βαλτωμένες λιμνούλες, περικυκλωμένους από δυσωδία, την νέα δυσωδία των σκουπιδιών, όχι την «εύγλωττη μυρωδιά» του θανάτου που περιγράφει ο Fisk. Χιλιάδες πρόσφυγες φυλακισμένοι σε ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο, σε μια περιοχή περικυκλωμένη από πρεσβείες, λεωφόρους, αποθήκες, παρατημένα αυτοκίνητα, εγκαταλειμμένα κτίρια, ετοιμόρροποι σκελετοί ενός μεγαλειώδους παρελθόντος, η ορατή μεταφορά της ανθρώπινης αδιαφορίας και περιφρόνησης.

«Πρέπει να είχαν εξοπλιστεί από Ισραηλινούς. Η πράξη τους έχει καταγραφεί πλήρως από τους Ισραηλινούς, από τους ίδιους Ισραηλινούς που παρακολουθούσαν και εμάς μέσα από τα κιάλια τους».

Ο χρόνος έχει μείνει στάσιμος για τους κατοίκους της Shatilla; Πως θα μπορούσε να μην σταθεί; Μην έχοντας τρόπο να μετακινηθεί, χωρίς νομιμοποίηση πουθενά αλλού, χωρίς πατρίδα γιατί ξένοι την έχουν κλέψει, χωρίς ένα έθνος –στην πραγματικότητα, μια κοινωνία εθνών- που να δείξει αληθινό ενδιαφέρον για το δικό του έθνος, ο πρόσφυγας θυσιάζεται στους δρόμους και τα στενά της Shatilla, στα γεμάτα από τσιμεντένιες αποθήκες που βρωμίζουν και φθείρονται με το πέρασμα του χρόνου, ζώντας καθημερινά με τις τρομακτικές αναμνήσεις τις ειδεχθούς σφαγής, περπατώντας πάνω στο χώμα που είχε γεμίσει με πτώματα.

«Πότε ένας σκοτωμός γίνεται οργή; Πότε μια βιαιότητα γίνεται σφαγή; Στους 30; Στους 100; Στους 300 νεκρούς; Πότε μια σφαγή δεν είναι σφαγή; Πότε οι αριθμοί δεν είναι τόσο μεγάλοι; Η΄ πότε μια σφαγή γίνεται από φίλους του Ισραήλ και όχι από εχθρούς του;»

Πότε θα έρθει ο καιρός που η δικαιοσύνη θα απονεμηθεί σε αυτή την οργή ενάντια στην ανθρωπότητα; Πότε ο κόσμος θα δώσει ένα τέλος στο κακό του Ισραήλ; Πόσες φορές ακόμα θα γίνουμε μάρτυρες στην σφαγή αθώων, που θα καλύπτεται πίσω από την δικαιολογία της «αυτοάμυνας», όταν οι νεκροί δεν έχουν άμυνα και δικαιώματα, γιατί τα ΗΕ δικαιολογούν στον κόσμο το κακό, που αψηφά το διεθνές δίκαιο και όλες τις συμφωνίες που δεσμεύουν τα έθνη μπροστά στην δικαιοσύνη, από το καταστατικό χάρτη των ΗΕ μέχρι την διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πόσο ειρωνικό, πόσο αξιολύπητο.

Ίσως σήμερα, οι ζωές που πέρασαν και χάθηκαν –τα φαντάσματα της Shabra και Shatilla- να μας δείξουν τι δεν πρέπει να είμαστε, αν το μέλλον μας είναι να υπάρχουμε και όχι να ζούμε σαν τους κάτοικους της Shatilla, παγωμένοι από την νοοτροπία αυτών που διέπραξαν αυτή τη σφαγή, χωρίς συνείδηση, χαμένοι στην αδιαφορία, η ίδια η εικόνα του ανθρώπου χωρίς ψυχή.

«Τα μάτια αυτών των νεαρών αντρών ήταν ορθάνοιχτα. Ο νεαρότερος ήταν 13-13 χρονών. Φόραγαν τζην και χρωματιστά μπλουζάκια. Τα υφάσματα είχαν κολλήσει πάνω στην σάρκα τους, τώρα που τα σώματα είχαν πρηστεί από την ζέστη. Δεν τους είχαν ληστέψει. Σε έναν μελανιασμένο καρπό, ένα ρολόι Swiss έδειχνε την ώρα, ο μικρός δείχτης συνέχιζε να γυρνάει, σπαταλώντας και το τελευταίο ίχνος ενέργειας του νεκρού ιδιοκτήτη».

Έτσι ο χρόνος μετράει την νοοτροπία των ανθρώπων, μια ασυνείδητη καταγραφή των πιο σκοτεινών ωρών.