Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Αποχαιρετισμός σε μια "γιαγια της Παλαιστίνης"

Της Naomi Fukuda, 13 Μάη 2010

Συνεχιζόμενη ιστορία

Άλλη μια Παλαιστίνια πρόσφυγας πέθανε στις άθλιες συνθήκες ενός προσφυγικού καταυλισμού. Όταν σφίγγαμε το χέρι για συλλυπητήρια στα εγγόνια, τα περισσότερα από τα οποία είναι σήμερα δραστήρια πολιτικά και κοινωνικά άτομα, ευχόμασταν δύναμη, ισχυρή ανάμνηση από τη γιαγιά και φυσικά δικαιοσύνη που δεν βρήκε εκείνη σε όλη της τη ζωή.

Τον φετινό Μάη κι ενώ μια σύντομη ζεστή άνοιξη έχει απλωθεί πάνω από την Παλαιστίνη, υποχρεώθηκα να πω ένα αντίο. Το μεγαλύτερο αντίο που έχω πει από όταν ήρθα στην Παλαιστίνη.

Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε. Μια γυναίκα που ζούσε στον προσφυγικό καταυλισμό Beit Jibrin στην Βηθλεέμ. Ήταν 72 χρονών. Πριν από 60 χρόνια ήρθε να ζήσει στον καταυλισμό μετά την εκδίωξή της από το χωριό Beit Jibrin που βρίσκεται τώρα στην ισραηλινή πλευρά.

Κάθε φορά που πήγαινα σπίτι της για καφέ, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μου έλεγε ιστορίες από την εποχή που διώχτηκε από το χωριό της. Για τις νύχτες που πέρασε σε σπηλιές, όταν άξαφνα οι ήρεμες και ειρηνικές μέρες διακόπηκαν από αεροπλάνα που πετούσαν πάνω από το κεφάλι της. Για την ημέρα που έφυγε από το σπίτι της με μια σχολική τσάντα που είχε κεντημένη επάνω μια πάπια, με την ευχή και την πίστη πως σύντομα θα μπορούσε να πάει και πάλι σχολείο. Για το ταξίδι, και την παραμονή στην Ιεριχώ και τη Χεβρώνα, που οδήγησε την ίδια και την οικογένειά της στον προσφυγικό καταυλισμό Beit Jibrin στη Βηθλεέμ.

Μου έλεγε ακόμα πόσο όμορφο ήταν το χωριό της. Πανέμορφα ερείπια από τη Ρωμαϊκή περίοδο. Η επίπεδη πλατιά και εύφορη γη, όπου οι άνθρωποι παρήγαγαν όχι μόνο φρούτα και λαχανικά αλλά και αλεύρι από σιτάρι. Μου μιλούσε για την υπέροχη γεύση του φρέσκου ψωμιού που έφτιαχναν με αυτό το αλεύρι. Για τα ελαιόδεντρα, που πολλά από αυτά ήταν πάνω από 1000 χρονών. Για το λάδι που έβγαζαν από τον πετρόμυλο που φτιάχτηκε τη ρωμαϊκή περίοδο και που τον γυρνούσε ένα γαϊδουράκι. Για τις πάπιες και τις αγελάδες που είχε η οικογένειά της. Και κυρίως για την επιθυμία της να επιστρέψει στο χωριό της και να μυρίσει ξανά τα βότανα και τα ελαιόδεντρα.

Μια ηλιόλουστη μέρα, λίγες εβδομάδες μετά το θάνατό της, επισκέφτηκα το χωριό της, το Beit Jibrin. Πράσινο χορτάρι στους αγρούς, κίτρινα και κόκκινα λουλούδια και απαλό αεράκι. Τώρα αυτό το χωριό ανήκει σε μια προστατευόμενη περιοχή «φυσικού κάλους» του Ισραήλ, και πάνω στο χωριό έχει δημιουργηθεί το κιμπούτς Beit Guvrin. Μπήκα μέσα στο κιμπούτς και έκανα ένα μικρό περίπατο, αγγίζοντας και νιώθοντας τα παλιά πέτρινα σπίτια και τις αρχαίες ελιές από την εποχή του χωριού Beit Jibrin. Μάζεψα μερικά πορτοκάλια, μαραμίγια (φασκόμηλο) και ζάταρ. Από τότε που ξεκίνησε η κατασκευή του Τείχους το 2002, οι άνθρωποι από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Δυτικής Όχθης δεν μπορούν καν να επισκεφτούν τα χωριά από όπου κατάγονται οι οικογένειές τους. Στον τοίχο του κατεστραμμένου και εγκαταλελειμμένου τζαμιού υπάρχουν γραμμένα πολλά ονόματα ανθρώπων που επισκέφτηκαν το μέρος πριν την κατασκευή του Τείχους και μηνύματα «θα επιστρέψουμε». Στο τζαμί και στα εγκαταλειμμένα σπίτια υπάρχουν πεταμένα πολλά σκουπίδια. Αν οι άνθρωποι από το χωριό συνέχιζαν να ζουν εδώ θα ήταν ακόμα όμορφο. Σκεφτόμουν ποιοι ζούσαν εδώ και πως ήταν η ζωή τους 62 χρόνια πριν. Περπατούσα αργά και ένιωθα ότι η γιαγιά περπατά σ’ αυτά τα χώματα μαζί μου. Την άλλη μέρα πήγα μαραμίγια και ζάταρ στον τάφο της για να της δώσω λίγο από τον απαλό αεράκι και τη μυρωδιά του χωριού της.

Η γιαγιά ήταν ένα είδος «συμβόλου» Παλαιστίνιας και πρόσφυγα όχι μόνο για την οικογένειά της αλλά και για όλους τους ανθρώπους του καταυλισμού. Και για μένα ήταν «η γιαγιά της Παλαιστίνης». Η μνήμη της και η επιθυμία της κληρονομείται στα παιδιά της, τα εγγόνια της και τα δισέγγονά της.

Όταν ιδρύθηκε το Ισραήλ το 1948, πολλοί Παλαιστίνιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους που έγινε το Ισραήλ. Οι πρόσφυγες 750.000 την εποχή εκείνη και τώρα περίπου 4,7 εκατομμύρια (καταγεγραμμένοι από τον UNRWA) περιμένουν να γυρίσουν στην Παλαιστίνη 62 χρόνια μέχρι σήμερα. Ο ένας μετά τον άλλο οι άνθρωποι της γενιάς που έζησε τη Νάκμπα πεθαίνουν. Αλλά βλέποντας την ιστορία και την επιθυμία να περνάει στις επόμενες γενιές νιώθω ότι δεν είναι παρελθόν αλλά μια συνεχιζόμενη ιστορία. Όταν σκέφτομαι το χαμόγελο της γιαγιάς, νιώθω ευθύνη ως «μάρτυρας» αυτής της συνεχιζόμενης ιστορίας.

Ένα σπασμένο πιάνο-παιχνίδι πεταμένο στο εγκαταλελειμμένο τζαμί

Η θέα από το παλιό κτίριο έχει μάλλον την ίδια ήρεμη όψη όπως 62 χρόνια πριν.

Στο κιμπούτς, το παλιό κτίριο και το ελαιόδεντρο που ξέρουν την ιστορία παραμένουν εκεί σιωπηλά.