Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2002

Εισαγωγή

Αυτή η μικρή συλλογή κειμένων έχει σκοπό να δείξει τα κρίσιμα σημεία των εκτιμήσεων και αναλύσεων γύρω από το παλαιστινιακό ζήτημα από τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού ξεκινώντας από την απόφαση του ΟΗΕ για τη δημιουργία χωριστού ισραηλινού κράτους στο 1947 έως σήμερα. Θεωρούμε ότι στα κείμενα φαίνονται τόσο η συνέπεια και η συνέχεια της μαρξιστικής προσέγγισης όσο και η παραπέρα ανάπτυξή της υπό το φως των ιστορικών εξελίξεων. Αυτή η συλλογή προσπαθεί έτσι να συμβάλει σε μια καλύτερη ιστορική κατανόηση του ζητήματος, χωρίς την οποία η σημερινή κατάσταση θα παραμείνει ακατανόητη, αλλά και να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα που παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη συζήτηση για τα προβλήματα του παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα, μια συζήτηση που αναζωπυρώθηκε τους τελευταίους μήνες και στην ελληνική και διεθνή Αριστερά.

Το πρώτο κείμενο, «Η τροτσκιστική θέση για την Παλαιστίνη»,είναι μεταφρασμένο από την Kol Ham‘ amad (Η φωνή της τάξης),το εβραϊκό όργανο της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας της Παλαιστίνης, τμήματος της 4 ης Διεθνούς. Αποκαλύπτει τον αντιδραστικό χαρακτήρα του διαιρετικού σχεδίου του ΟΗΕ που ανέκοψε την ορμή του ταξικού αγώνα στην Παλαιστίνη και δημιούργησε έντονα σοβινιστική ατμόσφαιρα «εθνικής ενότητας»και στις δύο εθνότητες. Χαρακτηριστική για τον ουσιαστικά αντεπαναστατικό ρόλο της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής στα χρόνια μετά το 1945 ήταν η έγκριση αυτού του σχεδίου του ΟΗΕ από την ΕΣΣΔ. Η ηγεσία του Κρεμλίνου είχε επιδιώξει από τότε ακόμη κάποιο «ειρηνικό συμβιβασμό» με τις κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία, και δε δίσταζε να ξεπουλήσει τα δικαιώματα των λαών της Ευρώπης αλλά και σε μεγάλο βαθμό και των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου στο βωμό αυτού του συμβιβασμού. Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες κάτω από την ονομασία «ειρηνική συνύπαρξη».

Η συνθηκολόγηση αυτή του Στάλιν απέναντι στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, που για άλλη μια φορά θριάμβευσαν εκμεταλλευόμενα και υποθάλποντας υφιστάμενες εθνικές αντιθέσεις, είχε άμεσες και καταστροφικές συνέπειες για την Αριστερά της Παλαιστίνης. Το ΚΚΠ μετατράπηκε σε «αριστερή ουρά» του σιωνισμού και οι άραβες σταλινικοί προσαρμόστηκαν στο κυρίαρχο εθνικιστικό ρεύμα μ‘ αποτέλεσμα να είναι ανίκανοι να προβάλουν μια ανεξάρτητη ταξική προοπτική. Μόνο οι Παλαιστίνιοι τροτσκιστές αρνούμενοι τον σοσιαλπατριωτισμό και των δύο πλευρών διατήρησαν τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική προοπτική καλώντας τους Άραβες και Εβραίους εργάτες να διαχωρίσουν τις γραμμές τους από τους ταξικούς τους εχθρούς και μαζί να διεξαγάγουν τον απαραίτητο αγώνα ενάντια στη σταθεροποίηση της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή.

Η αντιδραστική και φιλοϊμπεριαλιστική επέμβαση του ΟΗΕ στο ζήτημα των δύο εθνοτήτων ήδη από το 1947 αποτελεί επίσης το κατάλληλο μάθημα για όσους, κυρίως στις γραμμές των«προοδευτικών» αστικών δυνάμεων και των ρεφορμιστικών, σταλινικών και μετασταλινικών κομμάτων, εξακολουθούν να πιστεύουν ακόμη και στις μέρες μας ότι τα ιδανικά του «διεθνούς δικαίου» κλπ μπορούν να πραγματοποιηθούν από θεσμούς τύπου ΟΗΕ που στ‘ αλήθεια ελέγχονται αναπόφευκτα από τις μεγαλύτερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ενώ παλαιότερα τα γραφειοκρατικά καθεστώτα της ΕΣΣΔ -όπως φυσικά και το σημερινό ρωσικό καθεστώς της καπιταλιστικής παλινόρθωσης- και της Κίνας παζάρευαν πάντα με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για τους δικούς τους λογαριασμούς και συνήθως στην πλάτη των πιο καταπιεσμένων λαών του πλανήτη γη.

Με την ίδρυση του σιωνιστικού κράτους, που οδήγησε στο διωγμό της πλειοψηφίας του αραβικού παλαιστινιακού πληθυσμού μετατρέποντάς την σε πρόσφυγες και όλο τον παλαιστινιακό λαό σε «έθνος χωρίς κράτος» υπό συνθήκες διαρκούς εθνικής καταπίεσης, άλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων, αφού ο σιωνισμός ως κύριο προγεφύρωμα του -βασικά αμερικάνικου- ιμπεριαλισμού εγκαταστάθηκε ως κρατικός μηχανισμός του έθνους των καταπιεστών, ενώ οι Παλαιστίνιοι στερήθηκαν τα πιο στοιχειώδη εθνικά και κοινωνικά δικαιώματά τους και έγιναν στο πέρασμα των δεκαετιών τα θύματα της πιο άγριας καταπίεσης, σφαγών και διωγμών -με αποκορύφωμα τις πρόσφατες δολοφονικές εισβολέ ςτου ισραηλινού στρατού του Σαρόν στα παλαιστινιακά κατεχόμενα του 1967 με τη σιωπηλή αλλά σαφέστατη ευλογία της κυβέρνησης Μπους και τη συνένοχη σιωπή των κυβερνήσεων της Ε.Ε.

Παρ‘ όλ‘ αυτά μας φαίνεται αναμφισβήτητο ότι η«τροτσκιστική θέση» του 1948 παραμένει απόλυτα επίκαιρη, επειδή η διαμόρφωση της ταξικής αλληλεγγύης και των δύο εθνών παραμένει η προϋπόθεση τόσο για την επιτυχία του παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα όσο και για το άνοιγμα της αντικαπιταλιστικής και σοσιαλιστικής προοπτικής και των δύο εθνών. Μόνο αυτή μπορεί όμως να εγγυηθεί την τελική πραγματοποίηση των εθνικών δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, τον αναγκαίο ριζικό εκδημοκρατισμό της ισραηλινής κοινωνίας μέσω της ανατροπής του σιωνιστικού κράτους όπως και την απελευθέρωση των παλαιστινίων και ισραηλινών εργαζομένων από το ζυγό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Όλα αυτά τα ζητήματα είναι στην πραγματικότητα συνδεδεμένα μεταξύ τους και η επίλυση του ενός δε θα υπάρξει χωρίς την επίλυση και των άλλων ζητημάτων ή, με άλλα λόγια, η εθνική απελευθέρωση του παλαιστινιακού λαού δε θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί παρά στην προοπτική της σοσιαλιστικής ανατροπής τόσο στην παλαιστινιακή όσο και την ισραηλινή κοινωνία.

Βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση θα είναι η αυτοοργάνωση του παλαιστινιακού πληθυσμού και η διαμόρφωση ανεξάρτητων εργατικών κομμάτων των παλαιστινίων και ισραηλινών εργαζομένων που θα αποτρέψουν το σωβινισμό και θα ξεπεράσουν το εθνικιστικό μίσος στο πνεύμα της διεθνούς αλληλεγγύης. Στην παλαιστινιακή πλευρά αυτό σημαίνει την αντικατάσταση της βαθύτατα διεφθαρμένης, αστικο-γραφειοκρατικής ηγεσίας του Αραφάτ αλλά και της αντιδραστικής φονταμενταλιστικής Χαμάς από πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν άμεσα τον αγώνα του παλαιστινιακού λαού και του προσδίδουν τον ταξικό προσανατολισμό που του χρειάζεται για να νικήσει.

Το δεύτερο κείμενο αυτής της έκδοσης «Για την κομμουνιστική απελευθερωτική στρατηγική» της ισραηλινής Κομμουνιστικής Επαναστατικής Λίγκας από το 1983 τονίζει ορθά την ενότητα αυτών των τεσσάρων στόχων της απελευθέρωσης που έγκειται:

- στην πραγματοποίηση του δικαιώματος για εθνική αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων

- -στην εγκατάλειψη της σιωνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής από τους ισραηλινούς εργαζομένους

- στο διωγμό του ιμπεριαλισμού από τη Μέση Ανατολή

- και στον αντικαπιταλιστικό και σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών της Παλαιστίνης και του Ισραήλ.

Η αντικειμενική ενότητα αυτών των στόχων επιβεβαιώνει την επικαιρότητα της θεωρίας της διαρκούς επανάστασης αναφορικά με το παλαιστινιακό ζήτημα.

Αυτό το κείμενο εξηγεί επίσης ότι η PLO (ΟΑΠ) βρισκόταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 αντιμέτωπη με το γεγονός ότι ο παλαιστινιακός απελευθερωτικός αγώνας αφορούσε λίγο πολύ όλο τον αραβικό κόσμο και δεν μπορούσε να περιοριστεί σε μια καθαρά ισραηλινοπαλαιστινιακή υπόθεση. Από το 1973 και ιδιαίτερα μετά την ήττα της ηρωικής παλαιστινιακής αντίστασης στο Λίβανο και στη Βηρυτό στα 1982-3 η ηγεσία της ΟΑΠ έκανε όλο και περισσότερες προσπάθειες να στηριχθεί σε διάφορα αραβικά καθεστώτα που όμως ποτέ δεν οδήγησαν σε πραγματικά θετικά αποτελέσματα αφού ο παλαιστινιακός απελευθερωτικός αγώνας από τη φύση του είναι ασυμφιλίωτος και ανατρεπτικός και αποτελεί αναπόφευκτα θανάσιμο κίνδυνο για όλα τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα της περιοχής, από τη Σαουδική Αραβία έως τη Συρία και την Αίγυπτο.

Η καταπίεση του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος από τα αντιδραστικά, αραβικά καθεστώτα ήταν σε δύο περιπτώσεις ιδιαίτερα συντριπτική και αιματηρή: στο «μαύρο Σεπτέμβρη» του 1970 όταν τα ιορδανικά στρατεύματα του βασιλιά Χουσεΐν έπνιξαν το νεογέννητο παλαιστινιακό κίνημα των φενταγίν στο αίμα και στα 1982-3 στο Λίβανο όταν ο συριακός στρατός εκμηδένισε την παλαιστινιακή αντίσταση.

Το δεύτερο κείμενο παρουσιάζει και κάποιες σημαντικές εκτιμήσεις που παραμένουν και σήμερα, 20 χρόνια μετά, εντελώς επίκαιρες και συνήθως «ξεχνιούνται» στις συζητήσεις για την προοπτική και τους στόχους του παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα. Τέτοια σημεία είναι:

- Πρέπει να αναγνωριστεί ότι πριν και ιδιαίτερα μετά το 1948υφίσταται εβραϊκό-ισραηλινό έθνος με όλα τα χαρακτηριστικά μιας καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας. Αυτό το έθνος έχει κατ‘ αρχήν και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στα εδάφη της ιστορικής Παλαιστίνης.

- Η κατάργηση του σιωνιστικού κράτους προϋποθέτει τον κοινό αγώνα του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος και της ισραηλινής εργατικής τάξης που πρέπει να απαλλαχθεί από την παγίδα του σιωνισμού που την εξαπατά. Είναι αποφασιστικής σημασίας για το παλαιστινιακό κίνημα να αναπτύξει σχέσεις με αντιπολιτευόμενα ρεύματα και το εργατικό κίνημα στο Ισραήλ.

- - Εξάλλου χρειάζεται η ανάπτυξη του εργατικού και αντι-ιμπεριαλιστικού κινήματος στις αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής το οποίο πρέπει να ασκεί πίεση στα καθεστώτα και τελικά πρέπει να τα ανατρέψει.

- Συνθήματα σαν «Για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης»και «Για την επιστροφή των προσφύγων» δεν φτάνουν, επειδή η νέα κοινωνικό-οικονομική και δημογραφική δομή πρέπει να ληφθεί υπόψη. Υπό τις σημερινές συνθήκες μόνο από μια σοσιαλιστική θέση λύση π.χ. του ζητήματος της γης είναι ρεαλιστική και εφικτή. Το σύνθημα πρέπει να είναι επομένως «η απελευθέρωση και ανοικοδόμηση του Ισραήλ και της Παλαιστίνης» σε μια«σοσιαλιστική Παλαιστίνη των δύο εθνών».

- Το σύνθημα για την ίδρυση ενός «παλαιστινιακού κράτους στα κατεχόμενα του 1967 (Δυτική Όχθη, Λωρίδα της Γάζας, Ανατολική Ιερουσαλήμ)» ως άμεση προοπτική αγώνα είναι σωστό, δεν πρέπει όμως να αντικαταστήσει το στόχο της διάλυσης του σιωνιστικού κράτους και του σιωνιστικού αποικισμού η οποία παραμένει η μόνη ρεαλιστική λύση τόσο του παλαιστινιακού ζητήματος όσο και της ισραηλινής εργατικής τάξης και της κοινωνίας συνολικά. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά ανάμεσα στον ταξικό και διεθνιστικό προσανατολισμό και στους συμβιβασμούς των αστικών «προοδευτικών» δυνάμεων με το σιωνιστικό κράτος και την αστικο-γραφειοκρατική ηγεσία του Αραφάτ: αυτές οι ψευτοπροοδευτικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων παραμένουν κατά βάθος καθηλωμένες στο διαιρετικό σχέδιο του ΟΗΕ από το 1947, δηλαδή στα «δύο κράτη για δύο έθνη». Αυτή η προοπτική που βασίζεται στην πλήρη αποδοχή της ιδεολογίας και πολιτικής του αστικού εθνικισμού, είναι ιδιαίτερα στην περίπτωση της Παλαιστίνης και του Ισραήλ ουτοπική και αντιδραστική.

Με το ξέσπασμα της πρώτης Ιντιφάντας, στα τέλη του 1987,αλλάζει το σκηνικό αφού για πρώτη φορά ο ίδιος ο παλαιστινιακός πληθυσμός των κατεχομένων παίρνει την πρωτοβουλία και αυτοοργανώνει την αντίσταση ενάντια στην κατοχή, τους εποικισμούς και το ισραηλινό σύστημα εκμετάλλευσης των κατεχομένων που είχε αναπτυχθεί μετά το 1967.

Το τρίτο κείμενο του Salah Jaber για τις «Συμφωνίες της Ουάσιγκτον» (γραμμένο το Δεκ. 1993) αναλύει λεπτομερειακά το σταδιακό διαχωρισμό της ηγεσίας του Αραφάτ από τον αγωνιζόμενο παλαιστινιακό λαό ιδιαίτερα μετά τηn ήττα της Βηρυτού (1982-3)και στα χρόνια της εξορίας στην Τύνιδα μέχρι το 1994.

Η ηγεσία της ΟΑΠ επιδιώκει σε αυτή την περίοδο το συμβιβασμό με το σιωνιστικό κράτος υπό την αιγίδα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και με τη διπλωματική υποστήριξη διάφορων αντιδραστικών αραβικών καθεστώτων όπως της Ιορδανίας και της Αιγύπτου. Αυτή η γραμμή της ηγεσίας της ΟΑΠ οδήγησε το 1988 στην «επίσημη» αναγνώριση του σιωνιστικού κράτους και στη διαδικασία των μυστικών διαπραγματεύσεων του Όσλο και των συμφωνιών της Ουάσιγκτον (Σεπτ. ‘93) στη συνθηκολόγηση της ηγεσίας της ΟΑΠ απέναντι στις διεκδικήσεις των ισραηλινών κυβερνήσεων και στην αποδοχή κάποιου είδους της pax americana και ενός -πραγματικά απαράδεκτου-παλαιστινιακού μπαντουστάν.

Ακριβώς η πρώτη Ιντιφάντα και οι συνέπειες της και ο εντελώς γραφειοκρατικός χαρακτήρας της εξόριστης ηγεσίας της Τύνιδας κατέστησαν τον Αραφάτ και την ομάδα του την ιδανική«αντιπροσωπεία του παλαιστινιακού λαού» για το σιωνιστικό κατεστημένο και τους υποστηρικτές του στην Ουάσιγκτον που βασικά ενδιαφέρθηκαν για τον όσο το δυνατό γρηγορότερο και καταλληλότερο τρόπο για να τερματιστούν οι μαζικές κινητοποιήσεις των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα. Η εγκαθίδρυση της «Παλαιστινιακής Αρχής» (ΠΑ) είχε υπηρετήσει εξ αρχής ακριβώς αυτό το σκοπό.

Η τότε σιωνιστική ηγεσία των Ράμπιν και Πέρες δεν αναγνώρισε την ΟΑΠ ή την ηγεσία των Παλαιστινίων αλλά μια υποταγμένη ηγεσία της ΟΑΠ που εκ τον προτέρων αποδέχθηκε το σιωνιστικό κράτος και το ρατσισμό του. Οι συμφωνίες της Ουάσιγκτον δεν μπόρεσαν παρά να δημιουργήσουν βαθύτατες διαφωνίες ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του παλαιστινιακού λαού και ευνόησαν εξαιτίας της απουσίας μιας ρεαλιστικής προοπτικής στον απελευθερωτικό αγώνα την άνοδο του ισλαμικού φονταμενταλισμού που ναι μεν εκφράζει μια -αν και παραμορφωμένη- ριζοσπαστικοποίηση της παλαιστινιακής αντίστασης άλλα ταυτόχρονα δημιουργεί νέο αδιέξοδο του αγώνα, εμποδίζει σημαντικά τη διαμόρφωση διεθνιστικών και ταξικών ρευμάτων και στις δύο πλευρές που θα ήταν σε θέση να καταπολεμήσουν από κοινού την κυριαρχία του σιωνιστικού κράτους.

Το κείμενο του Τζαμπέρ επισημαίνει επίσης ότι η παλαιστινιακή Αριστερά δεν ήταν σε θέση να ξεπεράσει τον μικροαστικό εθνικισμό της όπως και αποδείχθηκε ανίκανη να δώσει τον απαραίτητο ιδεολογικό - πολιτικό αγώνα ενάντια στην προέλαση του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Το τέταρτο κείμενο, η απόφαση της Δ.Ε.Ε. της 4ης Διεθνούς του Νοέμβρη 2000 με τίτλο «Αυτοδιάθεση για την Παλαιστίνη»,γράφθηκε στο αιματηρό φθινόπωρο της αρχής της δεύτερης Ιντιφάντας και βγάζει συμπεράσματα από τις εξελίξεις που ακολούθησαν στα χρόνια μετά τις συμφωνίες της Ουάσιγκτον και την επίμονη άρνηση των ισραηλινών κυβερνήσεων να κάνουν οποιεσδήποτε παραχωρήσεις σχετικά με τα κατεχόμενα που θα καθιστούσαν δυνατή τη δημιουργία ενός πραγματικού ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.

Είναι ολοφάνερο ότι με τη δεύτερη Ιντιφάντα η παλαιστινιακή αντίσταση ενάντια στην κατοχή έφτασε στο αποκορύφωμά της αλλά, δεδομένου του συντριπτικά δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων και της σχεδόν άνευ όρων υποστήριξης της κυβέρνησης του Μπους στο σφαγέα Σαρόν, το κίνημα αλληλεγγύης στις αραβικές χώρες και ιδιαίτερα στην Ευρώπη και Αμερική πρέπει να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχία του παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα.

Στην ίδια φάση εμφανίστηκε το «δεύτερο μέτωπο» μέσα στο ίδιο το Ισραήλ με τον αγώνα των Παλαιστινίων με ισραηλινή υπηκοότητα ο οποίος αποκαλύπτει τη βαθύτατα αντιφατικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ισραηλινής κοινωνίας.

Με την κατάσταση της ισραηλινής οικονομίας ασχολείται το έκτο άρθρο «Είναι εδώ η Αργεντινή; Ο ισραηλινός προϋπολογισμός του 2002». Παρουσιάζει ανάγλυφα μια εικόνα των συνεπειών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στο Ισραήλ. Η φτώχεια και η ανεργία αυξάνονται συνεχώς δραματικά, καθώς το 10% του ΑΕΠ ξοδεύεται για στρατιωτικούς σκοπούς. Η κοινωνικο- οικονομική διάκριση εις βάρος των μιζραχίμ -των Εβραίων παλαιστινιακής προέλευσης- σε αντίθεση με τους ασκεναζίμ που προέρχονται από την ανατολική Ευρώπη και αποτελούν το ανώτερο στρώμα της ισραηλινής κοινωνίας -όπως και εκείνη εις βάρος του αραβικού πληθυσμού- αυξάνεται ολοένα και περισσότερο και φαίνεται ότι οι εσωτερικές εντάσεις και η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα δημιουργούν μια κατάσταση που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνικές εκρήξεις τύπου Αργεντινής.

Ο David Finkel, μέλος της εκδοτικής ομάδας του αμερικάνικου σοσιαλιστικού περιοδικού Against the Current,φωτίζει στο άρθρό του «Ξεπερνώντας τα όρια - Η Παλαιστινή καιτο Ισραήλ μετά τη Τζενίν» μερικές πτυχές των φρικαλεοτήτων που διέπραξε ο ισραηλινός στρατός στις πρόσφατες εισβολές του στα κατεχόμενα και την αμνησία που η Αμερικανική κοινωνία (και -εμείς θα προσθέταμε- οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες επίσης)παθαίνει συνήθως στις περιπτώσεις που το κράτος του Ισραήλ προβαίνει σε δολοφονικές επιθέσεις ακόμα και αν προσλαμβάνουν, όπως τους τελευταίους μήνες, το χαρακτήρα εθνοκάθαρσης.

Ο Finkel αναλύει επίσης τις επιθέσεις νεαρών Παλαιστινίων μέσα στο Ισραήλ από ψυχολογική και πολιτική άποψη. Βγάζει -τοκατά τη γνώμη μας σωστό- συμπέρασμα ότι, παρά τα κατανοητά αισθήματα μίσους, οργής και απελπισίας των Παλαιστινίων, «δεν μπορεί να υπάρξει πιο αυτοκαταστροφική τακτική για τον παλαιστινιακό αγώνα από τις βομβιστικές επιθέσεις που σβήνουν τη διαφορά μεταξύ των Ισραηλινών που ζουν στα δικά τους μέρη και των εποίκων». Τέλος, ο Finkel τεκμηριώνει την άποψη και την ελπίδα ότι «το τελειωτικό ψυχολογικό χτύπημα», που ο Σαρόν ήθελε να δώσει στο παλαιστινιακό απελευθερωτικό κίνημα και συνεπώς σε όλες τις δυνάμεις αντίστασης στον αραβικό κόσμο και για το οποίο ουσιαστικά έπραξε ως πληρεξούσιος των στόχων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, μάλλον δε θα πετύχει. Διαφαίνεται ήδη ότι η βάρβαρη καταστροφή της Τζενίν θα εξελιχθεί σε μόνιμο σύμβολο της ανυπότακτης παλαιστινιακής αντίστασης.

Η συνέντευξη της Tikva Honig-Parnass με τίτλο «Πολεμική εντατικοποίηση της πολιτικής απαρτχάιντ» σκιαγραφεί τις πιο σημαντικές αλλαγές της πολιτικής του σιωνιστικού κατεστημένου με το ξεκίνημα της επιχείρησης «Προστατευτικό Τείχος». Η TikvaHonig-Parnass θεωρεί ότι το νέο χαρακτηριστικό της κατάστασης συνίσταται στην προσπάθεια του καθεστώτος του Σαρόν να καταστρέψει όλη την παλαιστινιακή υποδομή στα κατεχόμενα ως τη λεγόμενη«υποδομή του τρόμου» και να επιβάλλει άμεσες μορφές αποικιοκρατισμού. Στην κυβέρνηση του Σαρόν προσχώρησαν και ακραία ρατσιστικά στοιχεία όπως ο Εφί Εϊτάμ που τάσσεται ανοιχτά υπέρ της «μετακίνησης» όλου του παλαιστινιακού λαού, μιας ιδέας που αποτελούσε μέχρι πρόσφατα «ταμπού» στους κυρίαρχους κύκλους του Ισραήλ. Η εθνοκάθαρση ως «τελική λύση»του «παλαιστινιακού προβλήματος», για την οποία ο ίδιος ο Σαρόν δεν έχει τολμήσει ακόμα να μιλήσει, αναμφίβολα παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέταση των βασικών μεσοπρόσθεμων στρατηγικών επιλογών από τη σιωνιστική ελίτ.

Η αξιολόγηση της στάσης της ισραηλινής Αριστεράς μοιάζει ιδιαίτερα σκληρή. Αυτή η Αριστερά ναι μεν απαιτεί την υποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων πίσω από τα σύνορα του 1967,ωστόσο υποστήριξε τις διαδικασίες του Όσλο και τις συμφωνίες της Ουάσιγκτον του 1993 και ήταν εντελώς ανίκανη να τις αναλύσει για αυτό που πραγματικά ήταν: μια επίλυση του παλαιστινιακού με τη δημιουργία ενός είδους μπαντουστάν. Ταυτόχρονα η συνδικαλιστική ή πολιτική εκπροσώπευση της ισραηλινής εργατικής τάξης παραμένει προβληματική. Όπως η Tikva Honig-Parnass επισημαίνει, το άλλοτε ισχυρό συνδικάτο «Χιστραντούτ»αντιπροσωπεύει πια ουσιαστικά μόνο τα συμφέροντα των σχετικά προνομιούχων στρωμάτων των ασκεναζίμ, ενώ οι αδικημένοι Εβραίοι δεν έχουν καταφέρει ακόμα να βρουν πολιτική έκφραση. Την πιο ελπιδοφόρα εξέλιξη των τελευταίων χρόνων αποτελεί η ριζοσπαστικοποίηση των Παλαιστινίων με ισραηλινή υπηκοότητα που απαιτούν την αναγνώρισή τους ως εθνικής μειονότητας και αμφισβητούν έτσι στην πράξη τον εβραϊκό-σιωνιστικό χαρακτήρα του κράτους.

Το τελευταίο άρθρο αυτής της συλλογής, οι «Θέσεις πάνω στην παγκοσμιοποίηση και την παλαιστινιακή αντίσταση» των Nasser Ibrahim και Majed Nassar εξηγεί συνοπτικά πώς το Ισραήλ εξελίχθηκε στο πέρασμα των δεκαετιών σε αιχμή του δόρατος των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή και ότι αποτελεί σήμερα το βιαιότερο πρόσωπο της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας. Η καταπίεση των Παλαιστινίων πήρε μετά τις 11/9/2001 ακόμη πιο δραματικές διαστάσεις αφού όλες οι μορφές της παλαιστινιακής αντίστασης παρουσιάζονται ως «τρόμος.»

Στα δυτικά ΜΜΕ κατασκευάζεται μια εικόνα της«σύγκρουσης των πολιτισμών» σύμφωνα με τον Χάντιγκτον, μια εικόνα που αναμφισβήτητα υποθάλπει μια εντελώς ρατσιστική αντίληψη και μίσος απέναντι στον αραβικό κόσμο. Έτσι οι Παλαιστίνιοι χάνουν τα δικαιώματα τους ως άνθρωποι και η επιδιωκόμενη «ισραηλινή ειρήνη» βρίσκει την υποστήριξη των δυτικών κυβερνήσεων και σε μεγάλο βαθμό της κοινής γνώμης στη Δύση.

Βγαίνει το συμπέρασμα ότι η διαδικασία του Όσλο και της Ουάσιγκτον υπηρέτησε με την υποτιθέμενη «λήξη των διενέξεων»την επιβολή των συμφερόντων των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Το κύριο πρόβλημα της παλαιστινιακής αντίστασης ήταν ότι μέχρι σήμερα παρέμεινε αρκετά απομονωμένη.

Το άρθρο κλείνει με την ακόλουθη διατύπωση στην οποία δεν έχουμε τίποτα να προσθέσουμε: «Ο ρόλος του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος δεν είναι να εύχεται καλή επιτυχία στον αγώνα του παλαιστινιακού λαού αλλά να μοιραστεί τον αγώνα και να βοηθήσει στη νίκη του. Είναι καθήκον του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος σ‘ ολόκληρο τον κόσμο να υψώσει τη σημαία των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και τηςανεξαρτησίας των Παλαιστινίων».

Η σύνταξη του Σπάρτακου
Ιούνιος 2002

Υστερόγραφο στην εισαγωγή
Ως υστερόγραφο αυτής της εισαγωγής θέλουμε να δώσουμε το λόγο στον Παλαιστίνιο διανοούμενο Edward Said. Οι παρατηρήσεις του σε ένα πρόσφατο άρθρο εστιάζονται κατευθείαν στο κέντρο των προβλημάτων της σημερινής κατάστασης. Ο Said ασχολείται με την έννοια του όρου «μεταρρύθμιση» στην Παλαιστίνη και γράφει:

«Ο Σαρόν θέλει μια (παλαιστινιακή) μεταρρύθμιση για να εξασθενίσει ακόμα περισσότερο την παλαιστινιακή εθνική ζωή, επιδιώκει λοιπόν μια επέκταση της αποτυχημένης πολιτικής του που έγκειται σε διαρκείς επεμβάσεις και καταστροφές. Θέλει να ξεφορτωθεί το Γιάσερ Αραφάτ, να διαμελίσει τη Δυτική Όχθη σε περιφραγμένα καντόνια, να επανεγκαθιδρύσει μια αρχή της κατοχής(…), να συνεχίσει την πολιτική των εποικισμών και να διατηρήσει την ισραηλινή ασφάλεια με τον τρόπο που πάντα εφάρμοσε. Είναι τόσο τυφλωμένος από τις δικές του πολιτικές ψευδαισθήσεις και έμμονες ιδέες που δεν είναι σε θέση να δει ότι αυτό δε θα φέρει ούτε ειρήνη ούτε ασφάλεια. (…)

Οι ΗΠΑ θέλουν μια μεταρρύθμιση κυρίως για την καταπολέμηση της «τρομοκρατίας», μια λέξη-πανάκεια που αγνοεί εντελώς την ιστορία, τις γενικές συνθήκες, την κοινωνία ή οτιδήποτε άλλο. Ο Μπους τρέφει μια βαθύτατη αντιπάθεια για τον Αραφάτ και δεν έχει καθόλου κατανόηση για την κατάσταση στην Παλαιστίνη. (…) Η πολιτική του Μπους είναι ασυνάρτητη εκτός εάν ασκούνται πιέσεις από το εβραϊκό κατεστημένο («lobby») και τη χριστιανική Δεξιά, ο πνευματικός ηγέτης της οποίας είναι τώρα ο ίδιος ο Μπους, και αυτή η πολιτική συνίσταται σε εκκλήσεις στον Αραφάτ να βάλει τέρμα στην τρομοκρατία και -όταν θέλει να καταπραΰνει τους Άραβες - σε κάποιους να δημιουργηθεί κάπου και κάποτε παλαιστινιακό κράτος και να γίνει ένα μεγάλο συνέδριο. Αυτή η πολιτική υπόσχεται και στο Ισραήλ τη συνέχεια της πλήρους και άνευ όρων υποστήριξης από τις ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένου μάλλον του τέλους της καριέρας του Αραφάτ. (…)

Ο Αραφάτ ανακοίνωσε ότι αρχές του 2003 θα γίνουν εκλογές αλλά ο πραγματικός του στόχος είναι η ανοικοδόμηση των υπηρεσιών ασφαλείας. (…) Ο μηχανισμός ασφάλειάς του είχε, πρωτ’ απ’ όλα, πάντα σκοπό να υπηρετεί αυτόν τον ίδιο και το Ισραήλ, αφού οι συμφωνίες του Όσλο ήταν βασισμένες σε ένα συμβιβασμό με τη στρατιωτική κατοχή του Ισραήλ. Το Ισραήλ ενδιαφερόταν μόνο για την ασφάλειά του και ανέθεσε στον Αραφάτ την ευθύνη γι‘ αυτήν -παρεμπιπτόντως μια θέση που αυτός αποδέχθηκε πρόθυμα από το 1992. (…)

Οι αποφασιστικές δυνάμεις της παλαιστινιακής κοινωνίας, αυτές που έκαναν η ζωή να συνεχιστεί, τα συνδικάτα, οι εργαζόμενοι της υγείας, οι εκπαιδευτικοί, αγρότες, νομικοί, ιατροί και οι πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις πρέπει να γίνουν τώρα η βάση πάνω στην οποία η παλαιστινιακή μεταρρύθμιση πρέπει να οικοδομηθεί -παρά τις ισραηλινές επιθέσεις και την κατοχή. Μου φαίνεται άχρηστο να περιμένει κανείς να το κάνουν ο Αραφάτ ή η Ευρώπη, οι ΗΠΑ ή οι Άραβες: Αποκλειστικά οι Παλαιστίνιοι πρέπει να το κάνουν μέσω μιας εθνοσυνέλευσης που περιλαμβάνει μέσα της όλα τα κύρια στοιχεία της παλαιστινιακής κοινωνίας.

Μόνο μια τέτοια ομάδα, που πρέπει να δημιουργηθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους και όχι από τα υπολείμματα του συστήματος κανόνων του Όσλο και σίγουρα όχι από τα ακόμα υπαρκτά συστατικά μέρη της Αρχής του Αραφάτ, που έχασε την αξιοπιστία της, μπορεί να ελπίσει να καταφέρει την ανοικοδόμηση της κοινωνίας από τις ερειπωμένες, πραγματικά καταστροφικά ασυνάρτητες συνθήκες στις οποίες βρίσκεται. Το βασικό καθήκον μιας τέτοιας εθνοσυνέλευσης είναι η οικοδόμηση ενός επείγοντος συστήματος κανονικής κοινωνικής τάξης με δύο σκοπούς: Πρώτο, να φροντίσει η ζωή των Παλαιστινίων να συνεχιστεί κανονικά με την πλήρη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων. Δεύτερο, να εκλέξει μια έκτακτη εκτελεστική επιτροπή με εντολή να τερματίσει την κατοχή και όχι να διαπραγματευτεί με αυτήν.

Είναι ολοφάνερο ότι από στρατιωτική άποψη δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε το Ισραήλ. Τα καλάσνικοφ δεν είναι αποτελεσματικά όπλα όταν ο συσχετισμός δυνάμεων είναι τόσο μονόπλευρος. Αυτό που χρειάζεται είναι ένας δημιουργικός τρόπος του αγώνα, που κινητοποιεί όλα τα ανθρώπινα αποθέματα που διαθέτουμε για να εκθέσουμε, να απομονώσουμε και σταδιακά να υπονομεύσουμε τις κύριες μορφές της ισραηλινής κατοχής, δηλαδή τους εποικισμούς, τους δρόμους τους, τα μπλόκα στους δρόμους και την καταστροφή των σπιτιών. (…)

Για να λειτουργήσει μια τέτοια παλαιστινιακή στρατηγική πρέπει να βρεθεί ένα ισραηλινό στρατόπεδο από άτομα και ομάδες, με τα οποία μπορεί και πραγματικά πρέπει να οριστεί μια κοινή βάση στον αγώνα ενάντια στην κατοχή. (…) Το μόνο όραμα, που το Ισραήλ προβάλλει σήμερα, είναι η βία, η επιβεβλημένη διαίρεση και η συνεχιζόμενη υποταγή των Παλαιστινίων σύμφωνα με την ιδέα της εβραϊκής ανωτερότητας. Φυσικά δεν πιστεύουν όλοι οι Ισραηλινοί σε αυτά τα πράγματα αλλά είναι δικό μας καθήκον να προωθήσουμε την ιδέα της συνύπαρξης σε δύο κράτη που έχουν φυσιολογικές σχέσεις στη βάση της ανεξαρτησίας και ισότητας. Ο κυρίαρχος σιωνισμός ακόμα δεν ήταν σε θέση να γεννήσει ένα τέτοιο όραμα και γι αυτό οι άνθρωποι και οι νέοι ηγέτες της Παλαιστίνης, που η νομιμότητά τους πρέπει να αναπτυχθεί τώρα, πρέπει να το υπερασπισθούν σε μια στιγμή όπου τα πάντα καταρρέουν και όλοι σπεύδουν να φτιάξουν την Παλαιστίνη κατ‘ εικόνα και ομοίωσή τους και σύμφωνα με τις ιδέες τους.

Ποτέ δεν ήμασταν αντιμέτωποι με μια χειρότερη και ταυτόχρονα πιο γόνιμη κατάσταση. Η αραβική τάξη βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ελέγχεται από τη χριστιανική Δεξιά και το ισραηλινό κατεστημένο. (…) Ποιος άλλος αν όχι ο παλαιστινιακός λαός μπορεί να δημιουργήσει τη νομιμότητα που χρειάζεται για να ασκήσει μόνος του την εξουσία και να αγωνιστεί ενάντια στην κατοχή με όπλα που δε σκοτώνουν αθώους και δεν εξασθενίζουν περισσότερο από ποτέ πριν την υποστήριξη για μας; Μια δίκαιη υπόθεση μπορεί εύκολα να ανατρέπεται από κακά, ακατάλληλα και διεφθαρμένα μέσα. Όσο συντομότερο αυτό γίνεται δεκτό τόσο καλύτερες θα είναι οι ευκαιρίες για μας να οδηγήσουμε τον εαυτό μας έξω από το σημερινό αδιέξοδο.

(από: E. Said, Παλαιστινιακές εκλογές τώρα, Al-Ahram Weekly, 16-6-2002)

(Συνέχεια: Γραμματεία της 4ης Διεθνούς, Μάης 1948:Η τροτσκιστική θέση για την Παλαιστίνη)