Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Το Ισραήλ, το Ολοκαύτωμα και η Νάκμπα

Άρθρο του Ilan Pappe, Μάης 2008
Πριν από εξήντα χρόνια ο μισός πληθυσμός της Παλαιστίνης εκδιώχθηκε όταν δημιουργήθηκε το κράτος του Ισραήλ. Ο αναγνωρισμένος αντισιωνιστής ιστορικός Ίλαν Πάπε κοιτάζει την κληρονομιά της δίωξης των Εβραίων από τους Ναζί και τη συνέργεια των ηγετών παγκοσμίως, χθες και σήμερα, στη διατήρηση της κατοχής στην Παλαιστίνη.

Πολύ λίγα πλέγματα σχέσεων μπορεί να είναι τόσο ευαίσθητα όσο εκείνο του Ολοκαυτώματος, του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Καταστροφής του 1948 (γνωστή ως Νάκμπα). Δεν αποτελεί έκπληξη ότι πολύ λίγοι άνθρωποι στο παρελθόν προσπάθησαν να σχολιάσουν τους δεσμούς ανάμεσα στο Ολοκαύτωμα, τη Νάκμπα και μια λύση για το παλαιστινιακό ζήτημα. Ανεξαρτήτως προθέσεων και σκοπών, οι ερευνητές, οι δημοσιογράφοι και οι μελετητές που ενδιαφέρονταν, και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται, για το παλαιστινιακό ζήτημα προτιμούσαν να αντιμετωπίζουν ξεχωριστά το κάθε θέμα –ωσάν να μην υπήρχε καμία σύνδεση μεταξύ αυτών. Αλλά η σύνδεση είναι εκεί και είναι εξαιρετικά σημαντική τόσο για τους σπουδαστές του ζητήματος Ισραήλ/Παλαιστίνη όσο και για το μέλλον αυτής της ρημαγμένης χώρας. Εξήντα χρόνια μετά το διωγμό των Παλαιστινίων, του γεγονότος που διαμόρφωσε τη σημερινή μεσανατολική πολιτική κρίση, έφτασε η ώρα επίσης να εμπλακεί το Ολοκαύτωμα και η μνημόνευσή του στη συνολική μας απόπειρα να κατανοήσουμε τη «σύγκρουση» και να συνεισφέρουμε στην επίλυσή της.
Διάφοροι παράγοντες συνεισέφεραν στον αφανισμό των Παλαιστινίων το 1948. Ο πιο σημαντικός από αυτούς ήταν η Σιωνιστική ιδεολογία και αργότερα η ισραηλινή πολιτική. Το σιωνιστικό κίνημα επιθυμούσε από την αρχή της εμφάνισής του στα χώματα της Παλαιστίνης στα τέλη του 19ου αιώνα να καταλάβει όσο μεγαλύτερο τμήμα της χώρας γίνεται και να δημιουργήσει εκεί πάνω ένα σιωνιστικό κράτος. Η προσπάθεια επίτευξης του στόχου ξεκίνησε σοβαρά με την έναρξη της βρετανικής εντολής στην Παλαιστίνη το 1917. Ο εξ-ιουδαϊσμός της Παλαιστίνης σήμαινε τον απ-αραβισμό της. Έτσι, ένα σημαντικό τμήμα του οράματος ήταν η προσπάθεια να υπάρχουν όσο λιγότεροι Παλαιστίνιοι γίνεται μέσα στο μελλοντικό εβραϊκό κράτος.
Το όραμα έγινε σχέδιο και πραγματικότητα όταν η Βρετανία, ύστερα από 30 χρόνια κυριαρχίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει την Παλαιστίνη τον Φεβρουάριο του 1947. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, στις αρχές του 1948, οι σιωνιστές ηγέτες αποφάσισαν ότι το βέλτιστο μέσο υλοποίησης του οράματος μιας εβραϊκής Παλαιστίνης ήταν η αναγκαστική εκδίωξη των Παλαιστινίων από την πατρίδα τους. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, μεταξύ του Φλεβάρη και του Οκτώβρη του 1948, ο ισραηλινός στρατός συστηματικά ξερίζωσε και κατέστρεψε πάνω από 500 χωριά και 11 πόλεις. Ο μισός από τον γηγενή πληθυσμό της Παλαιστίνης υπέστη εθνοκάθαρση εκείνους τους μήνες. Τα υλικά και πολιτισμικά αγαθά του κατελήφθησαν από τους Ισραηλινούς και η παρουσία του στη γη σχεδόν εξαλείφθηκε.
Βρετανική κληρονομιά
Η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης ωστόσο δεν θα μπορούσε να έχει εκτελεσθεί αν δεν υπήρχαν κάποιοι επιπρόσθετοι παράγοντες. Η βρετανική κυβέρνηση αρμοστείας δεν ενεπλάκη όταν μπορούσε, στα αρχικά στάδια της δίωξης. Οι διωγμοί εκτελούνταν ενώ οι αξιωματούχοι και οι στρατιώτες της παρακολουθούσαν. Εμμέσως, η Βρετανία είναι επίσης υπαίτια για την καταστροφή της παλαιστινιακής ηγεσίας κατά την εξέγερση μεταξύ του 1936-1939. Οι Βρετανοί εξόρισαν και σκότωσαν πολλούς από τους παλαιστίνιους ηγέτες εκείνα τα χρόνια. Η απουσία μιας ικανής πολιτικής ηγεσίας και η εξαφάνιση ικανών στρατιωτικών άφησε τους Παλαιστινίους κυριολεκτικά ανυπεράσπιστους απέναντι στις εβραϊκές δυνάμεις το 1948.
Ο αραβικός κόσμος έπαιξε επίσης έναν αρνητικό ρόλο. Η ανικανότητα των στρατών του και η έλλειψη δέσμευσης των ηγετών του μετέτρεψε την ελπίδα ενός παναραβικού κινήματος αλληλεγγύης σε φάρσα. Οι Παλαιστίνιοι παρέδωσαν τα ζητήματά τους στα χέρια της Αραβικής Λίγκας, μια κίνηση που αποδείχθηκε κολοσσιαίο λάθος. Η Λίγκα δεν εκπροσωπούσε τις προσδοκίες τους, ούτε και μπορούσε να τους προστατέψει. Αλλά ο πιο σημαντικός παράγοντας, που συχνά παραβλέπεται, ήταν ο διεθνής εφησυχασμός μπροστά στην εθνοκάθαρση. Η ισραηλινή πολιτική δεν θα μπορούσε να έχει σχεδιαστεί, πόσο μάλλον να εφαρμοστεί, αν δεν είχε γίνει ανεκτή από τη διεθνή κοινότητα. Οι σιωνιστές και αργότερα οι ισραηλινοί ηγέτες ήξεραν ότι μπορούσαν να βασιστούν στην παθητικότητα και τη σιωπή της διεθνούς κοινότητας.
Αυτό δεν θα έπρεπε να είναι μια προφανής υπόθεση. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν είχε μόλις ξεκινήσει η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου, οι κυρίαρχες δυνάμεις που ανταγωνίζονταν για την παγκόσμια ηγεμονία είχαν ανάγκη την εύνοια του αραβικού κόσμου. Επιπλέον, τα πιο ευσυνείδητα τμήματα της Δυτικής κοινωνίας υπεράσπιζαν ολοένα και περισσότερο τα αντιαποικιακά αισθήματα και κινήματα σε όλο τον αραβικό κόσμο. Πράγματι, οι δύο ηγέτιδες αποικιοκρατικές δυνάμεις της περιόδου, η Βρετανία και η Γαλλία, συνέχιζαν να προσπαθούν να διατηρήσουν την παρουσία και την επιρροή τους στον αραβικό κόσμο, αλλά τουλάχιστον για τα προσχήματα και εκείνες επίσης έπρεπε να συναινούν στη θεώρηση ότι όλοι οι αραβικοί λαοί σε όλες τις αραβικές χώρες είχαν το δικαίωμα να είναι ανεξάρτητοι και κυρίαρχοι. Και όταν η Γαλλία ήταν ιδιαίτερα διστακτική να παραχωρήσει έστω και αυτή τη συμβολική ανεξαρτησία στην Αλγερία – προασπίζοντας τα συμφέροντα της εκεί αποικιακής της κοινότητας- η κοινή γνώμη στην Ευρώπη, και πέρα απ’ αυτήν, διαδήλωσε πίσω από το αλγερινό απελευθερωτικό κίνημα.
Ο λαός της Παλαιστίνης και το εθνικό του κίνημα δεν θα είχε αποτελέσει μια εξαιρετική υπόθεση εργασίας, αν δεν είχε βρεθεί το συμφέρον του σιωνιστικού κινήματος στη χώρα του. Πέρασαν εύκολα τις εξετάσεις του να αναγνωριστούν ως ένα σύγχρονο «έθνος» ή «λαός». Αλλά είχαν ήδη εξαιρεθεί, προς τα τέλη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, από τη διεθνή υπόσχεση να επιτραπεί στα αραβικά έθνη ή λαούς να γίνουν ανεξάρτητα. Στρατηγικοί συλλογισμοί, Χριστιανοί σιωνιστές ανάμεσα στους ηγέτες της Βρετανίας και μια ικανή ποσότητα αντισημιτισμού οδήγησε το Λονδίνο να υποστηρίξει την εγκατάσταση των ευρωπαίων εβραίων μακριά από την Ευρώπη στα σπλάχνα του αραβικού κόσμου. Αν και οι Βρετανοί διακήρυξαν περίφημα το 1917 ότι αυτό θα γινόταν χωρίς προκαταλήψεις έναντι των δικαιωμάτων και των προσδοκιών του γηγενούς πληθυσμού, φυσικά και δεν έγινε έτσι. Φαλκίδευσε τα θεμελιώδη δικαιώματά τους για εθνικότητα, αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία – δικαιώματα αποδοθέντα σε όλους τους άλλους στον αραβικό κόσμο. Αυτό έγινε ενάντια σε συγκλονιστικά στατιστικά στοιχεία: 90% του πληθυσμού ήταν Παλαιστίνιοι και από το 10% των Εβραίων, λίγοι ήταν Ορθόδοξοι Εβραίοι που θεωρούσαν τον Σιωνισμό ως εκτροπή και εμπλοκή με τη Θεία θέληση.
Οι Παλαιστίνιοι απέρριψαν την επιβολή ενός αποικιακού σχεδίου εις βάρος τους, παρά την πλήρη ευρωπαϊκή υποστήριξη προς αυτό. Μέχρι το 1939 η Ευρώπη, και ειδικά η Βρετανία, είχαν δεύτερες σκέψεις σχετικά με την Παλαιστίνη. Η διεθνής κοινή γνώμη έπρεπε να λάβει μια νέα απόφαση το 1947, όταν η Βρετανία, εν απογνώσει με την εμπλοκή της εκεί, πέρασε το ζήτημα σε άλλους.
Το 1947 τα στατιστικά δεδομένα ήταν ακόμη πολύ υπέρ των Παλαιστινίων. Αντικειμενικά, διέθεταν ό,τι χρειάζεται για να θεωρούνται από τη διεθνή κοινότητα ως νομιμοποιημένο έθνος που απαιτεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της ανεξαρτησίας. Αποτελούσαν τα δύο τρίτα του πληθυσμού και κατείχαν πάνω από το 90% της γης. Οι Εβραίοι ήταν κυρίως νεοεισερχόμενοι τα προηγούμενα τρία χρόνια και είχαν κατορθώσει να αγοράσουν μόνο 7% της γης. Συγκριτικά με το 1917, οι Παλαιστίνιοι είχαν μια ακόμη πιο ξεκάθαρη εθνική ταυτότητα και καθαρότερο όραμα.
Αλλά όλα τούτα αγνοήθηκαν από τη διεθνή κοινότητα που χρησιμοποίησε τα Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) για να περάσει μια απόφαση για το μέλλον της Παλαιστίνης στις 29 Νοεμβρίου του 1947, το διάσημο ψήφισμα διαμελισμού. Αντί να παραχωρήσουν στους Παλαιστινίους ανεξαρτησία στην Παλαιστίνη τα ΗΕ πρότειναν την απόδοση λιγότερης από τη μισή χώρας σε αυτούς και πρότειναν να μοιράζονται την οικονομία και το νόμισμά τους με τους εβραίους εποίκους στους οποίους αποδόθηκε το μεγαλύτερο κομμάτι. Η πρωτεύουσά τους, η Ιερουσαλήμ, δημεύτηκε ως διεθνές έδαφος. Μόνο ένα παράγοντας οδήγησε την ειδική επιτροπή των ΗΕ στην Παλαιστίνη και όλες εκείνες τις δυνάμεις από πίσω, να εγκαταλείψουν κάθε συμβατική αρχή κρατικής οντότητας και ανεξαρτησίας προς χάριν της ικανοποίησης του σιωνιστικού κινήματος: το Ολοκαύτωμα.
Μπορεί κανείς να διαβάσει ξανά και ξανά τα επιχειρήματα που θέτουν όλοι οι εμπλεκόμενοι στην πρόταση του ψηφίσματος διαμελισμού και αργότερα της αποδοχής του Ισραήλ ως πλήρους μέλους στα ΗΕ, ενώ η Παλαιστίνη διεγράφη από τη δημόσια διεθνή ατζέντα και να δει ξεκάθαρα ότι το Ολοκαύτωμα ήταν το μοναδικό επιχείρημα.
Το επιχείρημα για ένα εβραϊκό κράτος ως αποκατάσταση για το Ολοκαύτωμα ήταν ένα ισχυρό επιχείρημα, τόσο ισχυρό που κανένας δεν άκουγε την ολοκληρωτική απόρριψη της λύσης των ΗΕ από τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Παλαιστίνης. Αυτό που προκύπτει ξεκάθαρα είναι μια ευρωπαϊκή πρόθεση εξιλέωσης. Τα θεμελιώδη και φυσικά δικαιώματα των Παλαιστινίων θα έπρεπε να μπουν στο περιθώριο, να επισκιαστούν και να λησμονηθούν ολοκληρωτικά προς χάριν της συγχώρεσης που αναζητούσε η Ευρώπη από το νεότευκτο εβραϊκό κράτος. Ήταν πολύ πιο εύκολο να αποκατασταθεί το κακό των Ναζί απέναντι σε ένα σιωνιστικό κίνημα από την κατά μέτωπο αντιμετώπιση των Εβραίων του κόσμου γενικά. Ήταν λιγότερο περίπλοκο, και κυρίως, δεν ενέπλεκε την αντιμετώπιση των ίδιων των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, αλλά μάλλον ένα κράτος που ισχυριζόταν ότι τους εκπροσωπεί. Το τίμημα αυτής της πιο βολικής μεταμέλειας ήταν η καταλήστευση των Παλαιστινίων από κάθε θεμελιώδες και φυσικό δικαίωμα είχαν και η άδεια προς το σιωνιστικό κίνημα να προβεί στην εθνοκάθαρση τους χωρίς το φόβο της επίπληξης ή της καταδίκης.
Η πιο άξια απορίας αριθμητική των ΗΕ, στο όνομα της διεθνούς κοινότητας, προς επίτευξη αυτής της φόρμουλας ήταν να συμπεριλάβουν τον αριθμό των Εβραίων στην Ευρώπη στο συνολικό δημογραφικό υπολογισμό της ισορροπίας στην Παλαιστίνη. Έτσι, η Παλαιστίνη ήταν πλέον η γη των Εβραίων της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν είχαν φτάσει ακόμη και εκείνων που δεν σκόπευαν ουδέποτε να φτάσουν εκεί. Μ’ αυτό τον τρόπο ήταν πλειοψηφία στην Παλαιστίνη.
Το σιωνιστικό κίνημα είχε τη στρατιωτική δύναμη τόσο να προβεί σε εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης από τον γηγενή πληθυσμό της όσο και να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τις μονάδες διαφόρων αραβικών στρατών που στάλθηκαν για να προσπαθήσουν να εμποδίσουν τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους. Ωστόσο, χρειαζόταν η μνημόνευση του Ολοκαυτώματος για να σιγήσει κάθε κριτική της επιχείρησης εθνοκάθαρσης και για να εμποδιστεί κάθε διεθνής πίεση απέναντί του για να επιτρέψει την επιστροφή όλων όσους εξεδίωξε από τη γη μετά τον πόλεμο του 1948. Η ενοχή της Ευρώπης που επέτρεψε στη Ναζιστική Γερμανία να εξολοθρεύσει τους Εβραίους της Ευρώπης θα γιατρευόταν με την εκδίωξη των Παλαιστινίων.
Αυτό δημιούργησε αυτό που ο εκλιπών Εντουάρντ Σαΐντ αποκάλεσε αλυσίδα θυματοποίησης. Οι Παλαιστίνιοι έγιναν τα θύματα του θύματος. Αυτή η θεώρηση ουδέποτε έγινε αποδεκτή από το Ισραήλ και τους συμμάχους του, ούτε υιοθετήθηκε ποτέ από την ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ που ένιωθε πολύ άνετα με τη φόρμουλα του να είναι το Ισραήλ το μοναδικό και αποκλειστικό θύμα του Ολοκαυτώματος και το μοναδικό θύμα στην Παλαιστίνη.
Οι Ισραηλινοί ακολούθησαν τον άλλο δρόμο προς δύο κατευθύνσεις που ήταν μεταξύ τους συμπληρωματικές. Από την άλλη, ένιωθαν ασφάλεια έναντι κάθε δυτικής πίεσης και συνέχισαν την εκδίωξη των Παλαιστινίων – μέχρι σήμερα. Τα όρια των ενεργειών τους στο παρελθόν και μάλλον και στο μέλλον, καθορίστηκαν ευκρινώς από τον εκλιπόντα δημοσιογράφο Αριέχ Κάσπι: καθ’ όσον οι Ισραηλινοί δεν κάνουν στους Παλαιστινίους αυτά που οι Ναζί έκαναν στους Εβραίους, βρίσκονται εντός των νομιμοποιημένων και ηθικών ορίων της πολιτισμένης συμπεριφοράς. Το ρεπερτόριο των ενεργειών εντός των ορίων αυτών ήταν, και εξακολουθεί να είναι, αρκετά φρικιαστικό, όπως μαρτυρούν οι τελευταίες ισραηλινές ενέργειες στη Λωρίδα της Γάζας. Η άλλη κατεύθυνση ήταν να Ναζικοποιηθούν οι Παλαιστίνιοι ώστε να δικαιολογηθούν περαιτέρω οι εναντίον τους ενέργειες.
Δικαιοσύνη
Η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ φαίνεται να εξακολουθεί να υποφέρει από την ίδια ντροπαλοσύνη όπως και κατά το παρελθόν.
Αυτός ο φόβος, ριζωμένος τόσο καθαρά στην τραγική εβραϊκή ιστορία της Ευρώπης, βλάπτει σοβαρά κάθε ευκαιρία για μια βιώσιμη και διαρκή ειρήνη στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Είναι αλήθεια ότι το κύριο μπλοκ για την όποια αποτελεσματική πίεση στο Ισραήλ είναι οι ΗΠΑ. Αλλά κάθε ευκαιρία εξισορρόπησης ή επανακαθορισμού της πορείας της εξαρτάται κατά πολύ από την Ευρώπη.
Ένα από τα κύρια μπλοκ αντίδρασης στο δρόμο μιας τέτοιας ευκαιρίας είναι η Γερμανία, για προφανείς λόγους. Ωστόσο η Γερμανία ως κοινωνία και ως κυβέρνηση έχει μια υποχρέωση όχι μόνο προς τον εβραϊκό λαό, αλλά και προς τους Παλαιστινίους. Ήταν σωστό και δίκαιο οι πρώτες δεκαετίες μετά το Ολοκαύτωμα να είναι αφιερωμένες στη συμφιλίωση με τον εβραϊκό κόσμο. Η Γερμανία ως σύνολο ήρθε αντιμέτωπη με το παρελθόν της θαρραλέα και δεν αρνήθηκε τη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Τώρα έχει έρθει ο καιρός για τους Γερμανούς να δώσουν προσοχή στο θύμα του θύματος – η Γερμανία δεν απέχει τόσο πολύ στην αλυσίδα θυματοποίησης και δεν φείδεται ευθυνών.
Υπάρχουν κι άλλοι στρατηγικοί λόγοι για να δοκιμαστεί μια νέα προσέγγιση στο παλαιστινιακό ζήτημα από εκείνη που ρίχνει όλο το φταίξιμο στους Παλαιστινίους και αγνοεί τα νόμιμα δικαιώματά τους όπως το δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν και το δικαίωμα του υπόλοιπου παλαιστινιακού λαού να ζει χωρίς κατοχή, καταπίεση και διακρίσεις. Η διαρκής βία στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη ενδέχεται να σύρει όχι μόνο τη Μέση Ανατολή σε ατέρμονους πολέμους, αλλά και την Ευρώπη– όπως γίνεται φανερό από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας.
Αλλά αυτό το αγαθό άρθρο είναι για την ηθική και τη δικαιοσύνη – δικαιοσύνη, κάτι που είδα ότι θεωρείται πολύ σημαντικό από τη νεώτερη γερμανική γενιά, μια γενιά που ξέρει ότι ως έθνος αντιμετώπισαν ολομέτωπα το δικό τους κακό παρελθόν και προσδοκά από τους Ισραηλινούς να πράξουν το ίδιο. Μπορεί να τους συναντήσετε ως εθελοντές στα κατεχόμενα εδάφη και σε διάφορες ευρωπαϊκές καμπάνιες αλληλεγγύης για την Παλαιστίνη. Αυτοί οι νεαροί άνδρες και γυναίκες θα έπρεπε να είναι πηγή περηφάνιας για τη Γερμανία, όπως ήταν οι νεαροί Γερμανοί που δήλωσαν εθελοντές στο Ισραήλ στο πλαίσιο της συμφιλίωσης.
Όλοι θα τους χρειαστούμε, επειδή η ιστορία μας διδάσκει ότι το κακό, η κατοχή και ο διωγμός φτάνουν κάποτε σ’ ένα τέλος. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της εκδίκησης και της ανταπόδοσης μια τέτοια μέρα. Ίσως μια ομάδα ανθρώπων που ανατράφηκαν αντιμετωπίζοντας θαρραλέα την ναζιστική γενοκτονία, και γνώρισαν από πρώτο χέρι την ισραηλινή κατοχή και τις φρικαλεότητές της, να μπορούσε να διευκολύνει μια αποκατάσταση της δικαιοσύνης για όλους – όπως εκείνη που είχαμε στη μετά Απαρτχάιντ Νότιο Αφρική και όχι μια ανταποδοτική- όπως εκείνη της οποίας γίναμε μάρτυρες στη Ρουάντα.
Κρίνοντας από το λόγο που εκφώνησε πρόσφατα η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ στην ισραηλινή Κνεσέτ, η Γερμανία δεν προτίθεται να διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό ρόλο για να έρθει ειρήνη στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Η Μέρκελ παρουσίασε μια ντροπιαστικά προκατειλημμένη και μονόπλευρη φιλοϊσραηλινή θέση. Στην ομιλία της η καγκελάριος δεν ανέφερε την κατοχή, έστω και επιγραμματικά, παρά μόνο επαίνεσε το Ισραήλ ως παράγοντα δικαιοσύνης, δημοκρατίας και πολιτισμού. Αυτό απλώς θα ισχυροποιήσει τις πιο επιθετικές και βίαιες πλευρές της ισραηλινής πολιτικής και δράσης. Επίσης άφησε τους Παλαιστινίους χωρίς ελπίδα για ένα διαφορετικό μέλλον, και χωρίς ελπίδα εγκαθίσταται η απόγνωση η οποία με τη σειρά της παράγει βία.
Όλοι χρειαζόμαστε ένα τελικό ξεκαθάρισμα από τον 20ό αιώνα – όχι για να ξεχάσουμε ούτε καν για να συγχωρήσουμε, αλλά προς χάριν της οικοδόμησης μιας φυσιολογικής και υγιούς ζωής. Αυτό ισχύει και για τα θύματα και για τους θύτες. Η Γερμανία μπορεί να παίξει έναν πολύ θετικό ρόλο για να συμβεί αυτό στην Παλαιστίνη. Τώρα είναι η ώρα, προτού να είναι πολύ αργά.