Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Ποιος ήταν ο πρώτος Παλαιστίνιος της σύγχρονης ιστορίας

Του Zachary Foster*, πηγή: blog.palestine-studies.org

Φορώντας σκούρο κουστούμι και φέσι, φαινόταν σαν να είχε ένα τσιγάρο μονίμως στην πίπα από ελεφαντόδοντο, συχνά έβηχε «μέσα από δακτυλίδια καπνού που έκρυβαν το κεφάλι του με καπνό». Τον έλεγαν Khalil Baydas (1874–1949), ήταν θείος του Έντουαρντ Σαΐντ και ο πρώτος Άραβας που χρησιμοποίησε τον όρο «Παλαιστίνιος» στην σύγχρονη παγκόσμια σκηνή.
Αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευση του στο ρώσικο ιεραποστολικό σχολείο της Ναζαρέτ – όπου καταβρόχθισε τα ρωσικά βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης – ο Baydas εργάστηκε ως διευθυντής σε ρώσικα δημοτικά σχολεία σε όλη την περιοχή.
Εκεί ήταν που ο Baydas συνειδητοποίησε ότι «ο λαός της Παλαιστίνης χρειάζεται ένα βιβλίο γεωγραφίας για την χώρα του», όπως ήταν ακριβώς τα λόγια του. Έτσι, στην ηλικία των 24 χρόνων, το 1898, μετέφρασε το βιβλίο του αρχαιολόγου A.A. Olesnitskii «Μια περιγραφή της Ιερής Γης» από τα Ρώσικα στα Αραβικά. «Τα βιβλία γεωγραφίας που υπάρχουν σήμερα στα αραβικά, είναι ελλιπείς». Αυτό το βιβλίο είναι «η περιγραφή της γης της Παλαιστίνης».
Η καλοκαιρινή αγροτική δουλειά στην Παλαιστίνη ξεκινάει τον Μάιο με την συγκομιδή του σιταριού και του κριθαριού, εξηγεί ο Baydas στην μετάφραση. Αφού περάσει ολόκληρο καλοκαίρι χωρίς να έχει βρέξει – με τις στέρνες νερού άδειες και τα ποτάμια ξερά – «ο Παλαιστίνιος αγρότης περιμένει με ανυπομονησία την άφιξη του χειμώνα, για να ποτίσουν οι βροχές τα ξεραμένα χωράφια». Ο σύγχρονος παλαιστινιακός λαός, γεννήθηκε. (Αυτή η αναφορά είναι δεκαπέντε χρόνια προγενέστερη από την πρώτη αναφορά που νόμιζα ότι είχα βρει για τον σύγχρονο παλαιστινιακό λαό).
Εδώ πρέπει να θυμηθούμε ότι στα μέσα του 19ου αιώνα, Αμερικάνοι και Βρετανοί Προτεστάντες, Γάλλοι Ιησουίτες και Ρώσοι Ορθόδοξοι ιεραπόστολοι, ίδρυσαν εκατοντάδες σχολεία στη Συρία και την Παλαιστίνη, μορφώνοντας δεκάδες χιλιάδες αγόρια και κορίτσια. Οι καθηγητές που είχαν γεννηθεί στο εξωτερικό γνώριζαν τα πάντα για την Παλαιστίνη, την λέξη όπως και την πλούσια ιστορία και γεωγραφία, μια ιστορία και γεωγραφία που δίδασκαν εκτενώς στην τάξη. (Στην πραγματικότητα, ο όρος παλαιστινιακός χρησιμοποιούταν ήδη δεκαετίες πριν στις δυτικές γλώσσες από τον Βρετανό James Finn, τον Γερμανό Ludwig Schneller και τον Αμερικάνο James Wells).
Το πρόγραμμα εκπαίδευσης διδασκάλων του Ρώσικου Ορθόδοξου σχολείου, που ιδρύθηκε το 1886 στη Ναζαρέτ, όπου ο Baydas έμαθε ρώσικα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μόρφωση μιας γενιάς Αράβων διανοούμενων που θα αρχίσουν να αυτοαποκαλούνται Παλαιστίνιοι.
Αρχές 20ου αιώνα
«Ένας Παλαιστίνιος περιγράφει παλαιστινιακές πόλεις». Αυτό έγραφε ο τίτλος ενός άρθρου του 1902 που δημοσιεύθηκε στα αραβικά από έναν ακόμα απόφοιτο του ρώσικου προγράμματος, τον Ορθόδοξο Άραβα από τη Ναζαρέτ, Salim Qub‘ayn.
Στο άρθρο, ο Qub‘ayn συνέκρινε τις σύγχρονες συνθήκες στη Γαλιλαία και τη Τιβεριάδα με τις αντίστοιχες της εποχής του Ιησού Χριστού, όπως τις περιέγραφε ο Γάλλος σχολάρχης του 19ου αιώνα Ernest Renan.
Επρόκειτο για ένα άκρως δημοφιλές είδος λογοτεχνίας ανάμεσα στους Οριενταλιστές της Ευρώπης και τους Άραβες ομόλογούς τους στη Μέση Ανατολή – ένα είδος που χαρακτηρίστηκε υποτιμητικά ως οριενταλισμός από τον Έντουαρντ Σαΐντ.
Ο Najib Nassar πρέπει να εμπνεύστηκε από το άρθρο και έστειλε τις δικές του σκέψεις για το θέμα στο al-Jami’a, που εξέδιδε ο Farah Antun, ο μετανάστης από την Τρίπολη στην Αίγυπτο. (Μια δεκαετία αργότερα, ο Nassar θα ιδρύσει μια από τις πιο σημαντικές εφημερίδες στην Παλαιστίνη, την al-Karmil).
Ο Antum δημοσίευσε το άρθρο του Qub‘ayn σε δύο μέρη με τον ίδιο τίτλο «Ένας Παλαιστίνιος περιγράφει τις παλαιστινιακές πόλεις». «Καθώς διάβαζα στο al-Jami’a την ιστορία του Ιησού όπως την εξηγούσε ο φιλόσοφος Renan», έγραφε ο Nassar, «έπεσα πάνω στα αρχαία ονόματα μερικών παλαιστινιακών πόλεων».
Ο Nassar ερεύνησε τα αρχαία ονόματα των σύγχρονων τοποθεσιών σε αυτό που ονόμαζε Παλαιστίνη. Ορισμένα αναφέρονταν στα Βιβλικά βιβλία του Ιησού και το Κατά Μάρκου Ευαγγέλιο και άλλα στα ελληνικά, όπως στον Ηρόδοτο και τον Ιώσηπο τον Φλάβιο. Άλλα επίσης αναφέρονταν από διάσημους άραβες γεωγράφους όπως ο Yaqut. Επρόκειτο για μια φιλολογική ανάλυση της σύγχρονης αστικής γεωγραφίας της Παλαιστίνης που εμπνεύστηκε από μια πλήρη γκάμα αρχαίων, αραβικών και σύγχρονων δυτικών πηγών.
Ο Nassar, όπως και ο Qub‘ayn και οι δυτικοί οριενταλιστές ομόλογοί του, αναζητούσε τις αρχαίες, συχνά βιβλικές ρίζες των σύγχρονων τοπωνυμίων της Μέσης Ανατολής.
Τα εδάφη της Βίβλου ήταν ζωντανά και μπορούσαν να εξεταστούν διεξοδικά για να κατανοηθούν τα ιερά και πιο σημαντικά βιβλία της ανθρώπινης ιστορίας –η Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
Η γεωγραφία και η ιστορία ήταν επίσης σημαντικά μαθήματα στα αμερικάνικα και γαλλικά ιεραποστολικά σχολεία. Όπως μου εξήγησε η ιστορικός και αρχειονόμος Christine Linder, η γεωγραφία ήταν ένα από τα πέντε δημοφιλή μαθήματα στα αμερικάνικα σχολεία στη Συρία και την Παλαιστίνη την περίοδο 1870-1890.
Στην πραγματικότητα, μερικοί από τους πιο επιφανείς Αμερικανούς εκπαιδευτές, όπως οι Cornelius
Van Dyck, Simeon Calhoun, George E. Post και Harvey Porter, έγραφαν και δίδασκαν στα αραβικά. Οι Βρετανοί ομόλογοί τους πιθανά δίδασκαν για την Παλαιστίνη, χρησιμοποιώντας τους χάρτες που παρατίθενται στην φωτογραφία. Και οι δύο έχουν εκδοθεί στον Λονδίνο σε έναν άτλαντα πιθανά του 19ου ή αρχές του 20ου αιώνα.
Οι μαθητές που μορφώθηκαν στα ιεραποστολικά σχολεία έγραψαν δεκάδες άρθρα και βιβλία για την ιστορία και γεωγραφία της Παλαιστίνης και κυκλοφόρησαν στη Μέση Ανατολή την περίοδο 1870-1890, εκείνα τα κρίσιμα χρόνια που οδήγησαν στην εμφάνιση του παλαιστινιακού λαού στην παγκόσμια ιστορία.
Επίσης μετέφρασαν στα αραβικά μια σειρά από ρωσικά, αγγλικά και γαλλικά βιβλία σχετικά με την Παλαιστίνη. Εξέτασαν τα ευρωπαϊκά αρχαιολογικά ευρήματα για την αρχαία ιστορία της Παλαιστίνης στα περιοδικά τους και σχολίαζαν στα ημερολόγιά τους τα αμερικανικά βιβλία για την τοπογραφία της Παλαιστίνης.
Κατάφεραν να κάνουν δημοφιλή την λέξη Παλαιστίνη στα αραβικά, που είχε ξεχαστεί για πολλούς αιώνες κάτω από την Οθωμανική διοίκηση και την ίδια ώρα τόνιζαν την σημασία της βιβλικής ιστορίας σε αναρίθμητες συζητήσεις στις αίθουσες διδασκαλίας, δημόσιες διαλέξεις, ιδιωτικές συναντήσεις και γεύματα.


*Ο Zachary Foster είναι φοιτητής διδακτορικού στο Τμήμα Εγγύς Ανατολής του Πανεπιστημίου Πρίνστον

Διαβάστε το πρώτο μέρος: Η καταγωγή της σύγχρονης Παλαιστίνης στα Οθωμανικά έγγραφα

Η καταγωγή της σύγχρονης Παλαιστίνης στα Οθωμανικά έγγραφα

Του Zachary Foster*, πηγή: blog.palestine-studies.org
Başbakanlık Osmanlı Arşivi (BOA) HR/SYS/1956/29/3.
Τον Ιούλιο του 1872, η Οθωμανική κυβέρνηση χάραξε μια ανεξάρτητη διοικητική περιφέρεια με έδρα την Ιερουσαλήμ που θα βρισκόταν κάτω από τον άμεσο έλεγχο της Κωνσταντινούπολης, αναβαθμίζοντας τον ρόλο της πόλης σε περιφερειακή πρωτεύουσα. «Δεν ξέρουμε πως αντέδρασε ο ντόπιος πληθυσμός», γράφει ο ιστορικός Johann Büssow για την διοικητική αλλαγή. «Η καταγραφή της τοπικής κοινής γνώμης είναι σποραδική», προσθέτει.
Όμως, ανάμεσα στα 150 εκατομμύρια και κάτι έγγραφα που διατηρούνται στα Οθωμανικά Αρχεία στην Κωνσταντινούπολη, υπάρχουν αρκετά σημαντικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου ενός σημειώματος από τον Ιούλιο του 1872 που υπέγραφαν εξήντα από τους επιφανέστερους μουσουλμάνους αξιωματούχους της Ιερουσαλήμ.
Το σημείωμα θα βοηθήσει τους ιστορικούς να συνδέσουν τα κομμάτια. Αποτελεί μια σπάνια ματιά στην επικρατούσα άποψη μιας εποχής για την οποία οι ιστορικοί παλεύουν να βρουν πηγές που να αναφέρουν τις δημοφιλείς συμπεριφορές, ταυτότητες και συμμαχίες στην πόλη.
«Ο διαχωρισμός της περιφέρειας της Ιερουσαλήμ από την Συρία ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σχέδια» που ανέλαβε η Οθωμανική Κυβέρνηση, διακηρύσσουν οι επιφανείς της Ιερουσαλήμ στο ευχαριστήριο σημείωμα του 1872 που απευθυνόταν στον «προστάτη των προστατευομένων του, υπερασπιστή της ανθρωπότητας», τον ίδιο τον Σουλτάνο. «Δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγια την ευγνωμοσύνη μας για τον διαχωρισμό της Ιερουσαλήμ», τονίζουν με άψογα αραβικά καλλιγραφικά, «κάτι που ήταν αντικείμενο ελπίδας μας για μεγάλο διάστημα, προς όφελος όλων μας».
Η Ιερουσαλήμ δεν είχε παίξει τόσο σημαντικό πολιτικό ρόλο για την Αυτοκρατορία από την κατάκτησή της, αρχές του 16ου αιώνα. Η ελίτ της Ιερουσαλήμ ήταν έτοιμη να ανέβει ένα σκαλοπάτι ψηλά στον αυτοκρατορικό σωρό και ήταν ενθουσιασμένη στο να καλύψει τα γραφειοκρατικά κενά που θα συνόδευαν το αναβαθμισμένο καθεστώς της πόλης.
Όμως γιατί οι Οθωμανοί αναβάθμισαν το στάτους της πόλης; Να θυμηθούμε ότι τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν συρρικνωθεί σημαντικά τον 19ο αιώνα ως αποτέλεσμα των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, των φιλόδοξων τοπικών νεόπλουτων στην Αίγυπτο και της ξένης κατοχής στον Καύκασο. Όλα αυτά έκαναν τα περιφερειακά εδάφη της Αυτοκρατορίας όπως η Παλαιστίνη, πιο σημαντικά από ποτέ και άρα ήταν επιτακτικό να τεθούν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο της ιμπεριαλιστικής πρωτεύουσας.
Οθωμανική Περιφέρεια της Παλαιστίνης;
Το διάταγμα έθετε επίσης τις υπο-περιφέρειες της Νάμπλους και της Άκρα στην δικαιοδοσία της Ιερουσαλήμ και όχι της Δαμασκού. Μια ενοποιημένη Ιερή Γη υπό τον άμεσο έλεγχο του διορισμένου από την Πόλη κυβερνήτη, που σύμφωνα με την οθωμανική λογική θα εμπόδιζε την διείσδυση της Δύσης στα αυτοκρατορικά εδάφη.
Έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι τα σύνορα της νέας περιφέρειας ήταν ακριβώς τα ίδια με του Κυβερνείου της Παλαιστίνης που ίδρυσαν οι Βρετανοί μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα σημείο που έχουν αναδείξει αρκετοί διανοούμενοι. Στην πραγματικότητα, οι Οθωμανοί την δεκαετία του 1880, συζητούσαν να μετονομάσουν την περιφέρεια σε «Παλαιστίνη», όμως η απόφαση ήταν αρνητική.
Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε τους κατοίκους της περιοχής να συνδυάζουν την «Περιφέρεια της Ιερουσαλήμ» και την «Παλαιστίνη». Γνωρίζω δεκάδες αναφορές στα ιστορικά αρχεία επιφανών διανοούμενων, πολιτικών και εκπαιδευτικών – Αράβων, Σιωνιστών και Οθωμανών- που συγχέουν τους δύο όρους ή τους χρησιμοποιούν εναλλακτικά, όπως ο μεγάλος σχολάρχης Butrus al-Bustani, ο εκδότης Sa’id Jarallah, ο πολιτικός από τη Γάζα Sa’id Abu Khadra, ο σιωνιστής αγρονόμος Menashe Meirovitch και ο Οθωμανός κυβερνήτης Cevdet Bey.
Στην τελευταία περίπτωση, ο κυβερνήτης της Περιφέρειας της Ιερουσαλήμ το διάστημα 1911-1912, Cevdet Bey, έγραψε μια επιστολή στην δημοφιλή εβδομαδιαία εφημερίδα με έδρα την Γιάφα, Filastin, που αποκαλούσε τον εαυτό του «κυβερνήτη της Παλαιστίνης».
Σε άλλη περίπτωση, το οθωμανικό βιβλίο γεωγραφίας (εικόνα) αναγράφει την λέξη Filistin στην περιοχή που ανταποκρίνεται στην Περιφέρεια της Ιερουσαλήμ.
Μια σύντομη ιστορία
Οι Εβραίοι και Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης επίσης συνηγόρησαν υπέρ της απόφασης να τεθούν η Νάμπλους και η Άκρα υπό την διοίκηση της Ιερουσαλήμ και οι Ευρωπαίοι πρόξενοι γιόρτασαν την διοικητική ενοποίηση της «Παλαιστίνης», όπως την έλεγαν.
Αυτό δικαιώνει την άποψη των Οθωμανών γραφειοκρατών που ήταν αντίθετοι στην αναδιάρθρωση της περιοχής και ισχυρίζονταν ότι η ενοποίηση όλων των ιερών τοποθεσιών σε μια μόνο διοικητική μονάδα δεν θα εμπόδιζε την διείσδυση των Ευρωπαίων στην Αυτοκρατορία, αλλά θα προσέλκυε ανεπιθύμητα ξένα συμφέροντα.
Κι έτσι, το διάταγμα αποσύρθηκε λίγες μόνο βδομάδες αργότερα. Στα τέλη Ιουλίου 1872, η Άκρα και η Νάμπλους επέστρεψαν στην Δαμασκό – ενώ η Ιερουσαλήμ θα διατηρούσε τον αναβαθμισμένο ρόλο της υπό την επίβλεψη της Κωνσταντινούπολης.
Η ανατροπή αυτή ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει την δυσαρέσκεια της Ιερουσαλήμ. Αρκετοί προύχοντες και έμποροι έστειλαν επιστολή στην κεντρική κυβέρνηση, επικρίνοντας την αλλαγή. Η κίνηση να τεθεί η Νάμπλους και η Άκρα υπό τον έλεγχο της Ιερουσαλήμ (και όχι της Δαμασκού) έγινε για να ενισχυθεί το εμπόριο εντός της Αυτοκρατορίας και να δυναμώσει τους ήδη ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς που είχε η Ιερουσαλήμ με τη Νάμπλους, ή αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονταν οι Ιεροσολυμίτες.
Μόλις δύο μέρες μετά, στις 29 Ιουλίου 1872, καμιά δεκαριά κάτοικοι της Γιάφα έστειλαν και αυτοί επιστολή διαμαρτυρίας στον Σουλτάνο και επέκριναν την απόφαση. «Οι κάτοικοι της Γιάφα, που ανήκουν στην Περιφέρεια της Ιερουσαλήμ, συμφωνούν ότι η πόλη είναι η εμπορική πρωτεύουσα της Ιερουσαλήμ και της Νάμπλους». Η επιστροφή της Νάμπλους στην Δαμασκό, ισχυρίζονται, θα εμποδίσουν τις επιχειρηματικές τους ευκαιρίες με τα βόρεια εδάφη της Άκρα και της Νάμπλους, ενώ την ίδια ώρα θα έχει αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις στο Οθωμανικό θησαυροφυλάκιο.
Οι κάτοικοι της Νάμπλους προφανώς έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Όταν στις 23 Ιουλίου 1872 έφτασαν τα νέα ότι η περιοχή τους ξαναγύρισε στη Συρία, μια ομάδα «προυχόντων, αξιωματούχων και εμπόρων της Νάμπλους» έστειλαν τηλεγράφημα την ίδια μέρα στην Κωνσταντινούπολη, επευφημώντας την απόφαση της κυβέρνησης.
Οι δεσμοί με τις βορινές μητροπόλεις ήταν πιο ισχυροί και γι’ αυτό προτιμούσαν να παραμείνουν υπό τον έλεγχο της πνευματικής, πολιτισμικής και εμπορικής πρωτεύουσας στη Δαμασκό αντί για την μικρή και περιφερειακή Ιερουσαλήμ.
Ο ανταγωνισμός και οι επιστολές διαμαρτυρίας που ακολούθησαν την από το 1872 ίδρυση της Περιφέρειας της Ιερουσαλήμ, δεν περιστρέφονταν γύρω από ανερχόμενη εθνική επιθυμία για μια ενωμένη Παλαιστίνη. Οι ευχαριστήριες επιστολές και οι διαμαρτυρίες είχαν να κάνουν με την πολιτική επιρροή και τα εμπορικά συμφέροντα.
Τι λοιπόν σκεφτόταν ο λαός στη Παλαιστίνη για την Παλαιστίνη τις κρίσιμες δεκαετίες 1870, 1880, 1890 – τις δεκαετίες που οδήγησαν στην εμφάνιση της παλαιστινιακής ταυτότητας την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα;

*Ο Zachary Foster είναι φοιτητής διδακτορικού στο Τμήμα Εγγύς Ανατολής του Πανεπιστημίου Πρίνστον