Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Η οικονομική πολιτική εδραιώνει την ισραηλινή κατοχή

Του Nassar Ibrahim, πηγή: www.alternativenews.org 20 Μαρτίου 2016

Η παλαιστινιακή οικονομία δεν έχει υπάρξει ανεξάρτητη εδώ και αιώνες. Όπως και οι οικονομίες άλλων αραβικών κρατών, η παλαιστινιακή οικονομία υπόκειτο σε ξένο έλεγχο και λεηλατούταν επί τέσσερις αιώνες κάτω από την οθωμανική διοίκηση. Μετά, η βρετανική αποικιοκρατική κυβέρνηση απλώθηκε στην Παλαιστίνη, μέχρι η νάκμπα του 1948 να ξεριζώσει τους Παλαιστίνιους από την γη τους. Ύστερα, με την ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης, οι ισραηλινές αποικιοκρατικές δυνάμεις πήραν τον έλεγχο την παλαιστινιακής οικονομίας. Όλα αυτά έκαναν την ήδη αδύναμη παλαιστινιακή οικονομία εύκολο στόχο χειραγώγησης και καταστροφής. Η ισραηλινή διαχείριση της παλαιστινιακής οικονομίας έχει δημιουργήσει βαθιές, δομικές ανισότητες στην παλαιστινιακή κοινωνία.
Όταν υπογράφηκαν οι Συμφωνίες του Όσλο στις 13 Σεπτεμβρίου 1993, ειπώθηκε ότι η Παλαιστίνη θα γινόταν μάρτυρας φοβερής οικονομικής ευημερίας και θα γινόταν κάτι σαν το Χονγκ Κονγκ. Όμως μετά το Όσλο, και παρά τις πολλές προσπάθειες να ενδυναμωθεί η παλαιστινιακή οικονομία, η Παλαιστίνη δεν εξελίχθηκε σε Χονγκ Κονγκ ούτε σε κάτι παρόμοιο. Στην πραγματικότητα, οι Συμφωνίες του Όσλο και οι διάφορες προσθήκες – όπως η Συμφωνία του Καϊρου για την Ασφάλεια το 1994 και το Οικονομικό Πρωτόκολλο των Παρισίων στις 29 Απριλίου 1995- έθεσαν ξεκάθαρα τον παλαιστινιακό λαό σε μια αφόρητη κατάσταση κάτω από την ισραηλινή κατοχή, σαν να έχουν πιαστεί στο Τρίγωνο των Βερμούδων.
Η πρώτη πλευρά του Τριγώνου των Βερμούδων της παλαιστινιακής οικονομίας είναι ο πολιτικός αποκλεισμός που εδραιώθηκε με την Διακήρυξη Αρχών των Συμφωνιών του Όσλο το 1993, που εξειδίκευσε ότι οι ευθύνες και οι εξουσίες της Παλαιστινιακής Αρχής δεν πρέπει να συγκρούονται με τα συμφέροντα της κατοχής. Το Οικονομικό Πρωτόκολλο των Παρισίων το 1995 εμπλούτισε άλλο σημείο της δύσκολης οικονομικής κατάστασης της Παλαιστίνης, αυστηροποιώντας τον ισραηλινό έλεγχο πάνω στην παλαιστινιακή οικονομία, χωρίς να αφήνει ευκαιρία για ανεξαρτητοποίηση. Τέλος, με το να αναθέσει στην Παλαιστινιακή Αρχή τα θέματα ασφαλείας στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα και να απαλλάξει τις ισραηλινές δυνάμεις από την ευθύνη, οι Συμφωνίες του Όσλο δημιούργησαν την τρίτη πλευρά του Τριγώνου των Βερμούδων της παλαιστινιακής οικονομίας.
Για να καταλάβουμε πόσο υποφέρει ο παλαιστινιακός λαός οικονομικά, απαιτεί να καταλάβουμε το περιεχόμενο της οικονομίας μας και του παράγοντες που την ελέγχουν. Ο πρώτος παράγοντας είναι οι ισραηλινές πολιτικές και στρατηγικές για τον έλεγχο και την καταστροφή της Παλαιστίνης και της οικονομίας. Η ισραηλινή κατοχή της Παλαιστίνης σχεδιάστηκε εξαρχής για να διώξει τους Παλαιστίνιους, να αρπάξει τα σπίτια τους, τη γη, τον φυσικό πλούτο και να αναδιαρθρώσει την παλαιστινιακή οικονομία ώστε να υποταχθεί την ισραηλινή.
Πρέπει να εξετάσουμε την εξίσωση που θέλει το Ισραήλ ως τη πλευρά με την ισχυρή και σοφιστικέ οικονομία και τους Παλαιστίνιους με την παραδοσιακή, αγροτική οικονομία. Σε αυτή την εξίσωση, η ισχυρή (ισραηλινή) οικονομία χρησιμοποιεί την αδύναμη (παλαιστινιακή) οικονομία για να αυξήσει τα κέρδη της προς όφελος του ισραηλινού λαού. Αυτή η εκμετάλλευση με τη σειρά της, στρεβλώνει την παλαιστινιακή οικονομία.
Αν και δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές με όρους μεγέθους του παλαιστινιακού και ισραηλινού πληθυσμού, υπάρχουν τεράστιες διαφορές με όρους μεγέθους των οικονομιών τους: Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της Παλαιστινιακής Αρχής το 2013 ήταν 5 δις δολάρια στη Δυτική Όχθη και 2,5 δις δολάρια στην Γάζα (σύνολο 7,5 δις), ενώ το ΑΕΠ του Ισραήλ ήταν 290,6 δις δολάρια. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2013 ήταν 2.200 δολάρια στη Δυτική Όχθη και 1.200 δολάρια στη Γάζα (μέσος όρος 3.000 δολάρια). Ο μέσος όρος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο Ισραήλ είναι περίπου 36.000 δολάρια.
Έχοντας υπόψη αυτά, μπορούμε να δούμε ότι το Οικονομικό Πρωτόκολλο των Παρισίων τελικά επιδίωκε τον αναπτυξιακό έλεγχο της παλαιστινιακής οικονομίας για να μην απειλήσει την ισραηλινή. Το Κέντρο Μελετών και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Ζεϊτούνα εξηγεί:
«Αυτή η συμφωνία δεν ήταν μια συμφωνία οικονομικής συνεργασίας δύο χωρών, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, αλλά μια συμφωνία που ρύθμιζε την σχέση της παλαιστινιακής οικονομίας και την κατοχής και συντηρούσε τον έλεγχο της κατοχής πάνω στην παλαιστινιακή οικονομία. Ένα χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει είναι ο διαρκής έλεγχος αγαθών και ανθρώπων που περνούν από στεριά, θάλασσα και αέρα και άρα ο έλεγχος των εισαγωγών και εξαγωγών. Επίσης ο διαρκής έλεγχος των εσόδων από την φορολογία προς την ΠΑ, που αποτελούν περίπου το 60% των εγχώριων εσόδων και η χρησιμοποίηση τους ως μέσο εκβιασμού και υποταγής του παλαιστινιακού λαού».
Οι ανισομερείς συμφωνίες δημιούργησαν μια αδύναμη και εύθραυστη παλαιστινιακή οικονομία που υποτάχθηκε στην ισραηλινή. Επιπλέον, η χρηματοδότηση της παλαιστινιακής οικονομίας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Παγκόσμια Τράπεζα βασίζεται στις ιδιωτικοποιήσεις, αυξάνοντας τα οικονομικά βάρη των Παλαιστινίων πολιτών. Αυτή η εξέλιξη δεν συνέβηκε ξαφνικά, ήταν σχεδιασμένη. Ο Σιμόν Πέρες, ο ισραηλινός πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων είχε στην ομάδα του πολλούς επιχειρηματίες και εκπροσώπους των ισραηλινών οικονομικών συμφερόντων. Στόχος των ισραηλινών επιχειρηματιών ήταν να μετατρέψουν την κατοχή σε μια αποικιοκρατική επιχείρηση μέσα από την οποία οι Παλαιστίνιοι δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν αυτονομία.
Οι οικονομικές συμφωνίες δεν είχαν καμία θετική εξέλιξη για την παλαιστινιακή οικονομία. Αντιθέτως, προώθησαν το σχέδιο που έχει κυριαρχήσει από το 1967 – τον μονομερή ισραηλινό έλεγχο στους δασμούς.
Από το 1967, όλοι οι φόροι και οι δασμοί των εισαγόμενων και εξαγόμενων προϊόντων απορροφούνταν από το Ισραήλ, ανεξαρτήτως αν τα αγαθά προέρχονταν ή πήγαιναν στα κατεχόμενα εδάφη. Το καθεστώς αυτό ήταν σε πλήρη αντίθεση με την 4η Συνθήκη της Γενεύης. Ο ισραηλινός έλεγχος των δασμών επέφερε τεράστιες απώλειες στην παλαιστινιακή οικονομία: από το 1970 έως το 1987, η Παλαιστίνη έχασε 6 με 11 δις δολάρια ή το 13% των εσόδων της από επιστροφές φόρων που αδίκως απορροφήθηκαν από το Ισραήλ. Το 1995, το Πρωτόκολλο των Παρισίων υπαγόρευσε ότι οι ισραηλινές αρχές θα επιστρέφουν τα έσοδα από δασμούς των προϊόντων που μπαίνουν ή βγαίνουν από τα κατεχόμενα εδάφη, στην Παλαιστίνη. Όμως η συμφωνία δεν έθετε έναν ξεκάθαρο μηχανισμό για το πώς το Ισραήλ θα επιστρέφει τα αποδοθέντα ποσά ούτε προέβλεψε τους ισραηλινούς χειρισμούς για το ύψος των χρημάτων που χρωστάει στην Παλαιστίνη. Επιπλέον, παρά τις διατάξεις της συμφωνίας, το Ισραήλ συνεχίζει να παρακρατεί τις επιστροφές φόρων της Παλαιστίνης για να τιμωρήσει το σύνολο των Παλαιστινίων που αντιστέκονται στην ισραηλινή κατοχή.
Σε μια μελέτη του Alternative Information Center και του ιδρύματος KAV, φαίνεται ότι το Ισραήλ επίσης κλέβει χρήματα από τους παλαιστίνιους εργάτες στα κατεχόμενα εδάφη που δουλεύουν στο Ισραήλ. Το Ισραήλ παρακρατεί χρήματα από την μισθοδοσία των εργατών προκειμένου να τους παρέχουν κοινωνική ασφάλεια, ισοδύναμη των ισραηλινών εργατών. Στην πράξη όμως, τα περισσότερα χρήματα που παρακρατούνται καταλήγουν στο Ισραηλινό Υπουργείο Οικονομίας και στον Ισραηλινό Εμπορικό Σύλλογο. Συγκεκριμένα το 92% των παρακρατούμενων χρημάτων για Εθνική Ασφάλισή λόγω ηλικίας, ανικανότητας, ανεργίας και ανήλικων τέκνων έχουν μεταφερθεί στο ισραηλινό Υπουργείο Οικονομίας. Οι λίγοι παλαιστίνιοι εργάτες που πράγματι πήραν εθνική σύνταξη ήταν εκείνοι που είχαν εργατικά ατυχήματα ή έχασαν την δουλειά τους λόγω χρεοκοπίας των εργοδοτών τους. Η μελέτη καταλήγει ότι το συνολικό ποσό που χρωστάει το Ισραήλ στους παλαιστίνιους εργάτες για το διάστημα 1970-2009, μαζί με τους τόκους ανέρχεται στα 8 δις δολάρια.
Το εγκληματικό χρέος του Ισραήλ προς τους Παλαιστίνιους τονίζει το δομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η παλαιστινιακή οικονομία, παρά τα πολυάριθμο στρατηγικά και υποτιθέμενα «βιώσιμα» αναπτυξιακά σχέδια που έχουν ξεκινήσει από την γέννηση της ΠΑ. Έως τώρα, το μόνο αποτέλεσμα που έχουν φέρει αυτές οι προσπάθειες είναι η μείωση των μισθών και της ποιότητας ζωής των Παλαιστινίων, λόγω των παραφουσκωμένων εξόδων που συνοδεύουν την αυξημένη ανεργία.
Σύμφωνα με την Παλαιστινιακή Στατιστική Υπηρεσία, το ΑΕΠ της Παλαιστίνης μειώθηκε το 2014 κατά 2,5% και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 5%. Ο συνολικός αριθμός των Παλαιστίνιων εργαζομένων στην τοπική αγορά παρέμεινε σταθερός, παρά την φυσική αύξηση του πληθυσμού. Ο δείκτης ανεργίας ανέβηκε στο 27% από 24% που ήταν το 2013.
Η θλιβερή κατάσταση της παλαιστινιακής οικονομίας είναι άμεσο αποτέλεσμα της ιστορικής και πολιτικής διαδικασίας που επέτρεψε στο Ισραήλ να προσαρτήσει την Παλαιστίνη και την οικονομία της. Η ολοκληρωτική απορρόφηση της παλαιστινιακής οικονομίας είναι μια διαρκής διαδικασίας ελέγχου των φυσικών πόρων, υποτάσσοντας τις παλαιστινιακές επιχειρήσεις στα πρότυπα της ισραηλινής αγοράς, και εκμετάλλευσης του παλαιστινιακού εργατικού δυναμικού στην ισραηλινή μαύρη αγορά. Οι μηχανισμοί αυτοί συνδυάζονται με τον ισραηλινό έλεγχο του εμπορίου και της φορολόγησης.
Για να αλλάξει η τραγική κατάσταση της παλαιστινιακής οικονομίας και των πολιτικών που οδηγούν στην αποδυνάμωσή της, χρειάζεται μια ριζοσπαστική παλαιστινιακή οικονομική στρατηγική που θα είναι μέρος της εθνικής, πολιτικής και κοινωνικής απελευθερωτικής διαδικασίας. Ο παλαιστινιακός λαός πρέπει να εστιάσει στην σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης και να βρει τρόπους αντίστασης εντός της παλαιστινιακής οικονομικής στρατηγικής. Κάτι τέτοιο απαιτεί να αξιοποιηθούν όλες οι πιθανές δυνατότητες: να πολεμηθεί η διαφθορά, να δυναμώσει η κοινωνική αλληλεγγύη, να γίνει σωστή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού και των φυσικών πόρων και να εδραιωθεί ένας υγιείς δημόσιος τομέας. Αυτές πρέπει να είναι οι πρωταρχικές κινήσεις ενός τέτοιου κινήματος. Πρέπει να αντισταθούμε σε οποιαδήποτε προσπάθεια που γίνεται για να υποταχθούν οι βασικές ανάγκες του λαού στο έλεος της αδίστακτης αγοράς που ορίζει η ισραηλινή νεοφιλελεύθερη οικονομία.