Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ποια είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ισραηλινή κατοχή του 1967 και του 1948;

Πηγή: mondoweiss.net19 Ιανουαρίου 2016

Ποια είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην Ισραηλινή κατοχή του 1967 και του 1948; Εν συντομία, η διαφορά είναι ότι η πρώτη τάραξε τον σιωνισμό λίγο παραπάνω. Όχι για ηθικούς λόγους, αλλά για εθνικιστικούς.
Το 1948 ήταν κατοχή. Παρόλο που το Ισραήλ, λίγο πριν την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ξεκαθάρισε, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, ότι θα παρέμενε στο σχέδιο διχοτόμησης 181 του ΟΗΕ, επεκτάθηκε στις περιοχές που είχαν δοθεί στην αραβική πλευρά – και όλες οι μάχες έγιναν σε εκείνες τις περιοχές. Η κατοχή των σύνθετων εκείνων περιοχών, είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή στρατιωτικής διοίκησης για τα επόμενα 19 χρόνια- μόνο για τους Παλαιστίνιους πολίτες.
Αν και το Ισραήλ είχε κάνει σαφές ότι δεν θα αποσυρόταν από τις σύνθετες περιοχές, έγινε μέλος του ΟΗΕ το 1949 παρά την ήδη κατάφορη παραβίαση των ψηφισμάτων του οργανισμού. Ενώ η Αγγλία για παράδειγμα εξέφρασε μεγάλη ανησυχία για την είσοδο ενός τέτοιου κράτους, άλλες χώρες εξέφρασαν την «ελπίδα» ότι η συμμετοχή θα ενθάρρυνε το Ισραήλ να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των ψηφισμάτων. Δεν μπορούσαν να είχαν πέσει περισσότερο έξω.
Η κατοχή του 1948 δεν διατάραξε τον σιωνισμό τόσο πολύ για δύο λόγους:
1) Υπήρχε μια πλατιά συναίνεση, που εκφραζόταν εμφατικά από τον Μπεν Γκουριόν (κυρίως στις «εσωτερικές» βρώμικες συζητήσεις) ότι οι περιοχές που ανατέθηκαν με το ψήφισμα 181 του ΟΗΕ (που έδινε το 55% της Παλαιστίνης στο ένα τρίτο του πληθυσμού) ήταν πολύ περιορισμένες.
2) Η μεγάλη πλειοψηφία του παλαιστινιακού πληθυσμού είχε ήδη υποστεί εθνοκάθαρση – περίπου το 80% (750.000 με 900.000). Έτσι η εναπομένουσα μειοψηφία ήταν ένα «ανεκτό» μέγεθος, αν και κάτω από στρατιωτικό νόμο.
Ο σιωνισμός διέδωσε την προπαγάνδα θυματοποίησης πολύ αποτελεσματικά, ισχυριζόμενος ότι ήταν «πόλεμος αυτοάμυνας», «παλεύουμε για την ύπαρξή μας» και μιας και το ολοκαύτωμα ήταν ακόμα φρέσκο, η «δύση» ήταν ανοιχτή να δεχτεί αυτή την λογική.
Η στρατιωτική διοίκηση φαίνεται να σταμάτησε το 1966 κυρίως για «ηθικές» ανησυχίες (μεγάλο θέμα: το να έχεις τον πληθυσμό σου κάτω από στρατιωτική διοίκηση είναι μια άμυαλη μορφή ηθικής διαφθοράς), έχοντας όμως αποδεχτεί το γεγονός ότι η ύπαρξη της μειοψηφίας ήταν διαχειρίσιμο ζήτημα.
Όταν έφτασε το 1967, αρχικά οι Ισραηλινοί είχαν την ίδια εκστατική αίσθηση «απελευθέρωσης» από τους εδαφικούς περιορισμούς της διαχωριστικής γραμμής του 1949 (ο «αριστερός» ισραηλινός πρέσβης Άμπα Εμπάν την σύγκρινε με το Άουσβιτς, από όπου και ο κοινός όρος «σύνορα του Άουσβιτς») όπως και μεταβίβασης της αποτροπής πολέμου στα περιβάλλοντα κράτη. Η ιδέα υποχώρησης από τις κατεχόμενες περιοχές ήταν πολύ, πολύ μακριά από την σκέψη της κυρίαρχης αριστερής ηγεσίας.
Τα εγκλήματα του πολέμου του 1967 –συμπεριλαμβανομένων των συνοπτικών εκτελέσεων κρατουμένων πολέμου, η επίθεση σε σκάφος των ΗΠΑ και η περαιτέρω εθνοκάθαρση- είναι λιγότερα γνωστά από τα εγκλήματα του 1948, επειδή τα έγγραφα του 1948 έχουν αποχαρακτηριστεί, αλλά για τα έγγραφα του 1967 επεκτάθηκε ο χαρακτηρισμός τους ως απόρρητα για άλλα είκοσι χρόνια.
Για τους περισσότερους Ισραηλινούς, η κατοχή του 1967 ξεκίνησε ως μια αποδεκτή, ακόμα και ευχάριστη, επιτυχία. Οι φωνές ενάντια στην κατοχή του 1967 δεν ήταν ηθικές στον πυρήνα τους. Η πρόθεση να κρατηθούν εκείνες οι περιοχές χωρίς πιθανά την αποτελεσματική εθνοκάθαρση και χωρίς να προκληθεί διεθνής κατακραυγή, αφήνοντας στο Ισραήλ τον έλεγχο μιας μεγάλης παλαιστινιακής περιοχής, πραγματοποιούταν. Εξάλλου, δεν ήταν το 1948- το Ισραήλ είχε ήδη ιδρυθεί. Εκτός των άλλων, ο σύντομος πόλεμος του 1967 δεν έδωσε τον ίδιο χρόνο για εκτενή εθνοκάθαρση, όπως είχε δώσει το 1948.
Τα «ηθικά» επιχειρήματα για την αδιαμφισβήτητη βία μιας τέτοιας υποταγής (συνοδευόμενης από την άνευ λόγου βαρβαρότητα των στρατιωτών), ισοδυναμούσε, κι ακόμα ισοδυναμεί, με το γνωστό «πυροβολισμοί και κλάματα». Το «ηθικό» αυτό επιχείρημα, συνοδευόμενο με το «η κατοχή καταστρέφει το ηθικό ποιόν μας», ανταγωνίστηκε την έμφυτη ηθικά διεφθαρμένη ιδεολογία της οιονεί εθνικής αποκλειστικότητας (γνωστή ως σιωνισμό) που κρατήθηκε ως ιερή από αυτούς τους ίδιους «ηθικολόγους». Αντιπροσωπεύει μια τυπικά κληροδοτούμενη αντίφαση του φιλελεύθερου σιωνισμού, όπου η «ανθρώπινη» ηθική που εφαρμόζεται σε μια περίπτωση, ακυρώνεται από την διεφθαρμένη ηθική πλευρά του άλλου.
Η διπλή ηθική δεν είναι στην πραγματικότητα μόνο αντιφατική, αλλά και λάθος στην φαινομενική της «ισορροπία». Δεν υπάρχει ισορροπία. Απλά το εθνικό συμφέρον υπερέχει του «ανθρωπιστικού». Τελικά, η σιωνιστική ιδεολογία είναι «εμείς εναντίον αυτών». Ο τρόπος που καταφέρνουν οι σιωνιστές φιλελεύθεροι να δέσουν τον σιωνισμό με το «ανθρωπιστικό ενδιαφέρον» (προς τους ίδιους όπως και προς τους άλλους), είναι με το να υποστηρίξουν το εθνικό «πλεονέκτημα» που θα κέρδιζαν αν υιοθετούσαν το «ανθρωπιστικό» ενδιαφέρον – που εξακολουθεί όμως να είναι κάτι «έξτρα» στο εθνικιστικό πλεονέκτημα. Έτσι ο κυρίαρχος αριστερός σιωνισμός υποστηρίζει την «λύση των δύο κρατών» για το δημογραφικό αποτέλεσμα που θα έδινε στο κράτος. Με μια δόση συναισθηματικής «ανθρωπιάς» και κλαίγοντας με το «τι μας αναγκάζει η κατοχή να κάνουμε», τείνουν επίσης να «κατηγορούν τους Άραβες» για να «μην χάσουν την ευκαιρία να χάσουν την ευκαιρία», όπως είπε ο Έμπαν. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ κατηγόρησε επίσης τους Άραβες το 2000 για την δήθεν διαστρέβλωση της γενναιόδωρης προσφοράς του προς τον Γιασέρ Αραφάτ, του οποίου η «άρνηση» απέδειξε πως «δεν υπάρχει κανείς για να μιλήσουμε».
Από εκείνο το σημείο και μετά, η ισραηλινή αριστερά έστριψε αισθητά προς τα δεξιά. Η αριστερά θα κλαίει για την χαμένη «ευκαιρία» και με τον καιρό θα προσαρμοστεί στην «πραγματικότητα, που τους επιβάλλεται», από τις περιστάσεις.
Μετά υπάρχουν εκείνοι που είναι στην άκρα δεξιά που απλά δεν έχουν τέτοια ηθικά κολλήματα. Ο στόχος τους είναι πιο άμεσος, υπό την έννοια να τα κρατήσουν όλα και να κάνουν τον κόσμο συνένοχο με κάθε τρόπο. Το παιχνίδι που ορκίστηκαν να παίξουν, ενώ κρατούν θέσεις κλειδιά στην εξουσία (όπως ο Νεντανιάχου) για να κρατήσουν το σόου με τις μαριονέτες του «φιλελευθερισμού» σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, είναι μια περιστασιακή αναφορά της «πρόθεσης» ή της «θέλησης» να σταματήσει η κατοχή, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ορκίζονται ότι θα διατηρήσουν την κατοχή.
Για κάθε λόγο, η λεγόμενη «λύση των δύο κρατών» είναι ένα παραπέτασμα καπνού της αριστεράς (η οποία ξεκίνησε και επέκτεινε σθεναρά την εποικιστική δραστηριότητα στα χρόνια διακυβέρνησής της) και της δεξιάς. Κανείς δεν την πιστεύει στα αλήθεια.
Με τον καιρό, σχεδόν όλοι οι σιωνιστές θέλουν τα διατηρήσουν το status quo και περιμένουν την στιγμή που ο κόσμος θα σταματήσει τελικά τις «εχθρικές» απαιτήσεις του. Εξάλλου, «δεν είναι στην πραγματικότητα λάθος του Ισραήλ» και «πρέπει να είμαστε ρεαλιστές»…
Το Ισραήλ δεν θέλει να μιλάει τόσο πολύ για «κατοχή». Ο αρχηγός της αριστεράς Yitzhak Herzog μαλώνει τον δημοσιογ΄ραφο Gideon Levy για την εμμονή του με την κατοχή. Και πλέον μια νέα συζήτηση κερδίζει έδαφος στο Ισραήλ: οι καινούριοι έποικοι δεν είναι τόσο κακοί, είναι κυρίως φυσιολογικοί άνθρωποι όπως εσύ κι εγώ.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους έποικους του 1967 και του 1948. Με τον καιρό, ο κόσμος ίσως αρχίσει να τους βλέπει σαν «θέμα του Ισραήλ», ένα αποικιοκρατικό κράτος γιατί «δεν είχε άλλη επιλογή».
Η συνέπεια μιας τέτοιας αντίληψης βέβαια είναι φυσικά ότι το Ισραήλ είναι ένα κράτος απαρτχάιντ. Όσοι προσβλέπουν στο να διατηρήσουν το φιλελεύθερο προφίλ του παρά αυτό το καταραμένο γεγονός. τείνουν να προωθούν την ιδέα ότι είναι «προσωρινό».
Προσωρινό; Με αυτό τον τρόπο δραστηριοποιείται ο σιωνισμός από όταν έφτιαξε τους προ-κρατικούς με «φράχτες και πύργους» εποικισμούς: δημιουργεί «γεγονότα επί του εδάφους» και χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μέσα προπαγάνδας και εξαναγκασμού είναι απαραίτητα για να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα.