Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Πέρα από την βία και την μη βία: Η αντίσταση σαν κουλτούρα

Του Ramzy Baroud

Πηγή: palestinechronicle.com 15/7/2010

Η αντίσταση δεν είναι ένα μάτσο από ένοπλους άντρες που έχουν την τάση να προκαλούν τον όλεθρο. Δεν είναι ένας πυρήνας τρομοκρατών που εφευρίσκουν τρόπους να ανατινάζουν κτίρια. Η πραγματική αντίσταση είναι κουλτούρα. Είναι η συλλογική απάντηση στην καταπίεση.

Το να καταλάβουμε όμως την πραγματική φύση της αντίστασης, δεν είναι εύκολο. Κανένα ειδησεογραφικό δελτίο δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι, σαν άνθρωποι, αντιστέκονται. Αλλά ακόμα και αν υπήρχε μια τέτοια ενδελεχή έρευνα, τα δελτία πιθανότατα να μην ήθελαν να την προβάλλουν, γιατί θα σήμαινε άμεση σύγκρουση με τις συμβατικές ερμηνείες της βίαιης και μη βίαιης αντίστασης. Στην ιστορία του Αφγανιστάν πρέπει να χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα: Αλ Κάιντα και Ταλιμπαν. Ο Λίβανος πρέπει να παρουσιάζεται με όρους που να επισκιάζουν την Χεζμπολάχ. Η Χαμάς της Παλαιστίνης θα πρέπει πάντα να φαίνεται σαν την παραστρατιωτική οργάνωση που έχει ορκιστεί να καταστρέψει το εβραϊκό κράτος. Οποιαδήποτε προσπάθεια που προσφέρει μια εναλλακτική ανάγνωση, ισοδυναμεί με ένδειξη συμπάθειας στους τρομοκράτες και στην δικαιολογημένη βία.

Η εσκεμμένη συγχώνευση και κατάχρηση της ορολογίας, καθιστά αδύνατη την κατανόηση και κατά συνέπεια την πραγματική επίλυση των αιματηρών συγκρούσεων.

Ακόμα και αυτοί που συστηματικά υποστηρίζουν τα επαναστατικά έθνη, πέφτουν συχνά σε σύγχυση. Οι ακτιβιστές της Δύσης τείνουν να ακολουθούν έναν ακαδημαϊκό τρόπο κατανόησης για το τι συμβαίνει στην Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Λίβανο και το Αφγανιστάν. Γι’ αυτό και διαιωνίζονται συγκεκριμένες ιδέες: οι βόμβες αυτοκτονίας είναι κακό, η μη βίαιη αντίσταση είναι καλό. Οι ρουκέτες της Χαμάς είναι κακό, οι σφεντόνες καλό. Η ένοπλη αντίσταση είναι κακό, οι ολονυχτίες έξω από τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού καλό. Πολλοί ακτιβιστές θα αναφέρουν τον Martin Luther King Jr, αλλά όχι τον Malcolm X. Θα έχουν μια επιλεκτική αντίληψη για τον Gandhi, ποτέ όμως για τον Guevara. Αυτή η υποτιθέμενη «στρατηγική» λόγου έχει στερήσει πολλά από αυτό που θα μπορούσε να ήταν μια γνήσια κατανόηση της αντίστασης-σαν αντίληψη και κουλτούρα.

Η αντίσταση σαν κουλτούρα είναι χαμένη ανάμεσα στην απλουστευμένη και συντηρητική αντίληψη της επανάστασης ως κάτι βίαιο και τρομοκρατικό και την «εναλλακτική» φθορά μιας εμπνευσμένης και επιβεβλημένης πολιτιστικής εμπειρίας. Και οι δύο ορισμοί προσφέρουν μόνο μια στενή περιγραφή. Προσπαθούν να δώσουν στην κουλτούρα της αντίστασης την έννοια της άμυνας. Γι’ αυτό ακούμε συνέχεια τις ίδιες δηλώσεις: όχι, δεν είμαστε τρομοκράτες, όχι, δεν είμαστε βίαιοι, όχι, η Χαμάς δεν συνδέεται με την Αλ Κάιντα, όχι, η Χεζμπολάχ δεν είναι πράκτορας του Ιράν. Κατά ειρωνικό τρόπο, Ισραηλινοί συγγραφείς, διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί παραδέχονται πολύ λιγότερα πράγματα από ότι οι Παλαιστίνιοι ομόλογοι τους, παρόλο που οι πρώτοι τείνουν να υπερασπίζονται την επιθετικότητα και οι τελευταίοι υπερασπίζονται –ή τουλάχιστον προσπαθούν να εξηγήσουν- την αντίσταση στην επίθεση. Ειρωνικό είναι επίσης το γεγονός ότι αντί να προσπαθούν να καταλάβουν γιατί ο κόσμος αντιστέκεται, ψάχνουν να βρουν τρόπους να καταστείλουν την αντίσταση τους.

Όσον αφορά την αντίσταση ως κουλτούρα, θα παραπέμψω στην διευκρίνιση του Edward Said για την κουλτούρα σαν «έναν τρόπο μάχης ενάντια στην εξάλειψη και τον αφανισμό». Όταν οι πολιτισμοί αντιστέκονται, δεν σχεδιάζουν για να κάνουν πολιτική. Ούτε βιαιοπραγούν με σαδιστικό τρόπο. Οι αποφάσεις τους για το αν θα μπλεχτούν σε ένοπλη μάχη ή θα ακολουθήσουν μη-βίαιες μεθόδους, για το αν θα στοχοποιήσουν άμαχο πληθυσμό ή όχι, αν συνωμοτήσουν με ξένα στοιχεία ή όχι, είναι καθαρά θέμα στρατηγικής και δεν έχει άμεση σχέση με την έννοια της αντίστασης. Το να τα μπερδεύουμε αυτά τα δύο αποτελεί χειραγώγηση ή είναι σκέτη άγνοια.

Αν η αντίσταση είναι «η πράξη με την οποία εναντιωνόμαστε σε κάτι που δεν εγκρίνουμε ή διαφωνούμε», τότε η κουλτούρα της αντίστασης είναι αυτό που συμβαίνει όταν ένας ολόκληρος πολιτισμός φτάνει στην συλλογική απόφαση να αντιταχθεί στο εριστικό στοιχείο – συχνά σε μια ξένη κατοχή. Η απόφαση δεν είναι κάτι που υπολογίζεται. Προκύπτει μέσα από μια μεγάλη διαδικασία, στην οποία η επίγνωση του εαυτού μας, η διεκδίκηση, η παράδοση, οι συλλογικές εμπειρίες, τα σύμβολά και πολλοί άλλοι παράγοντες επεμβαίνουν με συγκεκριμένους τρόπους. Ίσως είναι κάτι καινούριο που προστίθεται στις περασμένες εμπειρίες του πολιτισμού και είναι μια εσωτερική διαδικασία.

Είναι κάτι σαν την χημική αντίδραση, αλλά πιο πολύπλοκο μιας και δεν είναι εύκολο να διαχωρίσεις συγκεκριμένα στοιχεία. Γι’ αυτό και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί πλήρως και στην περίπτωση ενός στρατού που έχει εισβάλει, δεν είναι εύκολο να κατασταλεί. Με αυτό τον τρόπο, προσπάθησα να εξηγήσω την πρώτη εξέγερση των Παλαιστινίων το 1987, την οποία βίωσα σε όλο της το μεγαλείο στην Γάζα:

«Δεν είναι εύκολο να απομονώσουμε συγκεκριμένες ημερομηνίες και γεγονότα που πυροδοτούν την λαϊκή εξέγερση. Η γνήσια μαζική επανάσταση δεν μπορεί να εκλογικευτεί μέσα από την ευθεία γραμμή της λογικής που τέμνει τον χρόνο και τον χώρο. Πρόκειται περισσότερο για το αποκορύφωμα των εμπειριών που ενώνουν το ατομικό με το συλλογικό, την συνείδηση με το ασυνείδητο, τις σχέσεις με το άμεσο και έμμεσο περιβάλλον, που όλα αυτά συγκρούονται και εκρήγνυνται με μια μανία που δεν μπορεί να καταπιεστεί» (Ο πατέρας μου ήταν ένας αγωνιστής της ελευθερίας: η ανείπωτη ιστορία της Γάζας).

Οι ξένοι κατακτητές τείνουν να πολεμούν την λαϊκή αντίσταση με διάφορα μέσα. Ένα από αυτά είναι η υπέρμετρη βία που έχει ως σκοπό να αποπροσανατολίσει, να καταστρέψει και να ξαναχτίσει ένα έθνος με την μορφή που αυτοί επιθυμούν (διαβάστε το βιβλίο της Naomi Klein, The Shock Doctrine). Μια άλλη στρατηγική είναι να αποδυναμώσουν τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν σε έναν πολιτισμό την μοναδικότητα της ταυτότητας του και εσωτερική δύναμη. Το πρώτο απαιτεί όπλα, το δεύτερο επιτυγχάνεται με ήπιες μορφές ελέγχου. Πολλά «τριτοκοσμικά» έθνη που έχουν απολέσει την κυριαρχία και την ανεξαρτησία του, ίσως βρίσκονται στην πραγματικότητα σε πιο δεινή θέση, εξαιτίας του κατακερματισμένου και εξασθενισμένου πολιτισμού τους –λόγω της παγκοσμιοποίησης για παράδειγμα- και δεν είναι σε θέση να καταλάβουν την έκταση της τραγωδίας και της εξάρτησης τους. Άλλα έθνη, που μπορεί να βρίσκονται υπό κατοχή, συνήθως παρουσιάζουν μια κουλτούρα αντίστασης που είναι δύσκολο για τους κατακτητές τους να επιτύχουν τους επιθυμητούς στόχους τους.

Στην Γάζα, στην Παλαιστίνη, ενώ τα ΜΜΕ μιλούν ατελείωτα για τις ρουκέτες και την ασφάλεια των Ισραηλινών και αντιμάχονται για το ποιος φταίει για τον αποκλεισμό της Γάζας, κανένα δεν αναφέρεται στα παιδιά που μένουν στις σκηνές, στα ερείπια των σπιτιών τους που καταστράφηκαν την τελευταία ισραηλινή επίθεση. Αυτά τα παιδιά συμμετέχουν στην ίδια κουλτούρα αντίστασης που η Γάζα είδε τα τελευταία 60 χρόνια. Στα τετράδια τους ζωγραφίζουν αγωνιστές με όπλα, παιδιά με σφεντόνες, γυναίκες με σημαίες, ισραηλινά τανκς και πολεμικά αεροπλάνα, τάφους με την λέξη «μάρτυρας» γραμμένη επάνω και κατεστραμμένα σπίτια. Η λέξη «νίκη» χρησιμοποιείται πολύ συχνά.

Όταν ήμουν στο Ιράκ, είδα την τοπική έκδοση αυτών των παιδικών ζωγραφιών. Και μπορεί να μην έχω δει ακόμα τις ζωγραφιές στα παιδικά τετράδια των Αφγανών, αλλά μπορώ εύκολα να φανταστώ το περιεχόμενο τους.