Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Έγγραφο της PLO αποκαλύπτει την έλλειψη στρατηγικής και νομιμότητας της ηγεσίας της

του Ali Abunimah, Πηγή: The Electronic Intifada, 11 Μάρτη 2010

Στην συνάντηση κορυφής του περασμένου Σεπτέμβρη στην Νέα Υόρκη μεταξύ του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu και του ηγέτη της Φατάχ Mahmoud Abbas, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα εγκατέλειψε δημόσια την απαίτηση του να σταματήσει το Ισραήλ την κατασκευή εποικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη ως προάγγελο της επανάληψης των διαπραγματεύσεων με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ομπάμα σηματοδότησε ταπεινωτικά την κατάρρευση της δικής του παραπλανητικής ειρηνευτικής προσπάθειας. Στη συνέχεια, ο απεσταλμένος του, George Mitchell, πηγαινοέρχεται αναζητώντας μια φόρμουλα σωτηρίας του προφίλ των ΗΠΑ, μια φόρμουλα που να δίνει την εντύπωση πως ακόμα υπάρχει μια «ειρηνευτική διαδικασία» που ίσως μια μέρα οδηγήσει σε μια λύση δύο-κρατών.

Μετά από μήνες προσπαθειών, οι ΗΠΑ με το καρότο και το μαστίγιο κατάφεραν τον Αμπάς και ορισμένα «μετριοπαθή» Αραβικά κράτη να στηρίξουν «έμμεσες συνομιλίες» μεταξύ Ισραήλ και Αμπάς, παρότι το Ισραήλ κλιμακώνει την εθνοκάθαρση της Ιερουσαλήμ, τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, τον αποκλεισμό της Γάζας και τον καθημερινό κύκλο δολοφονιών και απαγωγών Παλαιστινίων στα κατεχόμενα εδάφη. Ακόμα και το πενιχρό αυτό επίτευγμα των ΗΠΑ αμφισβητείται μετά την προκλητική ανακοίνωση της κυβέρνησης Νετανιάχου, κατά τη διάρκεια επίσκεψης στο Ισραήλ του αντιπροέδρου τον ΗΠΑ Joe Biden, ότι θα κατασκευαστούν επιπλέον 1600 σπίτια αποκλειστικά για Εβραίους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως παρόλα αυτά, η κυβέρνηση Ομπάμα θα πιέσει για μια παρωδία διαπραγματεύσεων. Η εναλλακτική λύση θα ήταν να χρησιμοποιηθούν πραγματικά οι ογκώδεις Αμερικανικές επιχορηγήσεις που λαμβάνει το Ισραήλ, ως μοχλός πίεσης, προκειμένου να χαλιναγωγηθεί η απαράδεκτη συμπεριφορά του Ισραήλ. Αλλά ο Ομπάμα, ούτε πριν ούτε μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν έδειξε την παραμικρή ένδειξη πως σκοπεύει να κάνει κάτι τέτοιο (παρά τις αφελείς και διογκωμένες προσδοκίες που υπήρχαν στον Αραβικό κόσμο και στους κύκλους της βιομηχανίας της ειρηνευτική διαδικασίας) και δεν θα το κάνει τώρα την ώρα που το τρωτό Δημοκρατικό Κόμμα, κατευθύνεται σε ενδιάμεσες εκλογές χωρίς να έχει να παρουσιάσει ουσιαστικά κανένα επίτευγμα στους ψηφοφόρους.

Εν μέσω της καταθλιπτικής αυτής κατάστασης, έρχεται ένα νέο έγγραφο του Saeb Erekat, ανώτερου βοηθού του Αμπάς και «επικεφαλής των διαπραγματευτών» της αμερικανοστήριχτης Παλαιστινιακής Αρχής (ΠΑ) της Ραμάλα. Το έγγραφο, με έκταση μεγαλύτερη από 7000 λέξεις, συντάχθηκε από το Τμήμα Διαπραγματεύσεων της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (NAD-PLO) και φέρει τον άκομψο τίτλο «Η πολιτική κατάσταση υπό το πρίσμα των εξελίξεων με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, την κυβέρνηση του Ισραήλ και το συνεχιζόμενο πραξικόπημα της Χαμάς: Συστάσεις και επιλογές». (Το τμήμα διαπραγματεύσεων της PLO ουσιαστικά διοικείται από το Ινστιτούτο Adam Smith «το κυρίαρχο think tank της ελεύθερης αγοράς της Βρετανίας» και χρηματοδοτείται εξολοκλήρου από Δυτικές κυβερνήσεις).

Με ημερομηνία Δεκέμβρη του 2009, το έγγραφο αναφέρθηκε σε αρκετές Ισραηλινές εφημερίδες στα μέσα Φλεβάρη και διανεμήθηκε σε Ευρωπαίους και άλλους διπλωμάτες ως προειδοποίηση ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν και άλλες επιλογές εκτός από την συνέχιση των ανώφελων διαπραγματεύσεων. Μπορούν, για παράδειγμα, να εγκαταλείψουν την λύση των δύο κρατών και να ζητήσουν ένα κράτος, προειδοποιεί το έγγραφο. Εντούτοις, μια καλύτερη ανάγνωση αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα.

Το έγγραφο είναι κακογραμμένο, επαναλαμβανόμενο και αρκετές φορές μόλις και έχει συνοχή. Σε μια σελίδα γράφει «Τα έγγραφα πιστοποίησης δεν μπορούν να παρουσιαστούν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ και σε άλλους, χωρίς το Παλαιστινιακό έγγραφο. Τα ζητήματα αυτά έχουν σημαντικούς δεσμούς με την βίαιη κατάληψη της Λωρίδας της Γάζας, η οποία δεν μπορεί να αναλυθεί αν εξαιρεθεί η ακριβής κατανόηση των περιφερειακών εξελίξεων και η παρουσίαση των εγγράφων πιστοποίησης». Υπάρχουν πολλά περισσότερα από αυτήν την μπερδεμένη και προφανώς ασυνάρτητη γλώσσα – όλες οι κυβερνήσεις που χρηματοδοτούν τους συγγραφείς του κειμένου, πρέπει να αναρωτιούνται που ξοδεύονται πραγματικά τα χρήματά τους!

Πέρα από αυτό, προκύπτει μια κρίσιμη ανησυχία. Ο Erekat ανησυχεί πολύ πως οι ΗΠΑ θα πιέσουν τον Αμπάς να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις από την αρχή, αντί να τις συνεχίσει από το σημείο στο οποίο σταμάτησαν τον Δεκέμβρη του 2008 με την προηγούμενη κυβέρνηση του Ισραήλ, αυτή του Ehud Olmert. Πράγματι, το έγγραφο προβάλει αυτή την ακρινή απαίτηση όχι λιγότερες από 15 φορές, προειδοποιώντας πως η αποτυχία να ξεκινήσουν από το σημείο εκείνο θα καταστήσει τους Παλαιστίνιους τρωτούς στο «όραμα του Netanyahu» πράγμα που σημαίνει πως οι Παλαιστίνιοι «θα υποχρεωθούν να αποδεχτούν τις Ισραηλινές θέσεις» ειδικά δε, την άρνηση του Ισραήλ να διαπραγματευτεί για την Ιερουσαλήμ, ενώ θα σημάνει επίσης «την αναγνώριση του Ισραήλ ως Εβραϊκού κράτους». Το έγγραφο προειδοποιεί πως «Το ζήτημα των προσφύγων θα εξαιρεθεί από τις διαπραγματεύσεις και οι Παλαιστίνιοι θα χρειαστεί να συμφωνήσουν πως το Ισραήλ θα διατηρήσει τον έλεγχο των Παλαιστινιακών συνοριακών περασμάτων και του Παλαιστινιακού εναέριου χώρου».

Μόνο ξεκινώντας από το σημείο στο οποίο είχαν φτάσει οι διαπραγματεύσεις τον Δεκέμβρη του 2008, φαίνεται πως, θα μπορούσε να ξορκιστεί μια τέτοια καταστροφή! Αλλά στην πραγματικότητα, το έγγραφο εκθέτει λεπτομερώς τι είχε υποθετικά συμφωνηθεί ως τον Δεκέμβρη του 2008 και είναι σαφές πως σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα η ηγεσία Αμπάς είχε ήδη κάνει παραχωρήσεις στις Ισραηλινές απαιτήσεις και σε ζητήματα αρχών και στην πράξη. Ο Αμπάς είχε προτείνει (και το Ισραήλ το είχε απορρίψει) μόνο 15.000 πρόσφυγες το χρόνο να μπορούν να γυρίζουν στα εδάφη από τα οποία είχαν διωχτεί και τα οποία τώρα ανήκουν στο Ισραήλ, για μια περίοδο δέκα ετών. Αυτό ακυρώνει και μάλιστα αποτελεσματικά το δικαίωμα της επιστροφής, και λειτουργεί ως ντε φάκτο αναγνώριση του δικαιώματος «ύπαρξης του Ισραήλ ως Εβραϊκό κράτος» με την παραδοχή ότι η ρατσιστική εξαίρεση των μη-Εβραίων Παλαιστινίων καταργεί το πλεονέκτημα του ανθρώπινου δικαιώματος των προσφύγων να γυρίσουν στις εστίες τους.

Πέρα από αυτό, το έγγραφο του Erekat δεν κάνει καμιά αναφορά στο «δικαίωμα της επιστροφής», το οποίο αποτελεί θεμελιώδες συναινετικό αίτημα των Παλαιστινίων που ζουν μέσα στη χώρα και στη διασπορά, αλλά αναφέρεται αόριστα σε μια «δίκαιη επίλυση» του ζητήματος «σύμφωνα με το ψήφισμα 194 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ». Δεν απαιτεί την εφαρμογή του ψηφίσματος, το οποίο ορίζει πως όποιος πρόσφυγας το επιθυμεί πρέπει να μπορεί να επιστρέψει στην εστία του «όσο το δυνατόν πιο άμεσα». Δεν χρειάζεται να πούμε, πως αυτό που το Ισραήλ θεωρεί «δίκαιη» επίλυση του ζητήματος και στο οποίο θα συμφωνούσε πλήρως είναι πλήρως αντίθετο με τα Παλαιστινιακά δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Πράγματι, ο Όλμερτ είχε «προσφέρει» την επιστροφή 1000 προσφύγων κάθε χρόνο, για περίοδο μιας πενταετίας, πράγμα που αφορά μόνο το 1% του συνολικού αριθμού των προσφύγων.

Όσο αφορά το εδαφικό ζήτημα, το έγγραφο αποκαλύπτει πως ο Αμπάς υποχώρησε στις Ισραηλινές απαιτήσεις για προσάρτηση μεγάλων συγκροτημάτων εποικισμών στην Ιερουσαλήμ και στη Δυτική Όχθη. Από τη στιγμή που έγινε αυτή η παραχώρηση, οι παλικαρισμοί ότι «σύνορα του 1967» αποτελούν απαραβίαστη γραμμή πίσω από την οποία πρέπει να αποσυρθεί το Ισραήλ, στερούνται κάθε νοήματος.

Παρότι δεν υποχωρεί –τουλάχιστον ρητά – σε ένα «αποστρατιωτικοποιημένο κράτος», ο Αμπάς έκδηλα υποχωρεί στο ότι το «κυρίαρχο» Παλαιστινιακό κράτος «θα έχει το δικαίωμα να κατέχει εκείνα τα όπλα που είναι απαραίτητα για την πλήρη ανάληψη των ευθυνών του» αλλά μόνο «σε συνεργασία με ένα τρίτο μέρος». Το τρίτο αυτό μέρος δεν κατονομάζεται, αλλά είναι σχεδόν σίγουρο πως πρόκειται για τις ΗΠΑ, που από την εποχή της διακυβέρνησης Μπους εξόπλισαν και εκπαίδευσαν την πολιτοφυλακή της Παλαιστινιακής Αρχής, υπό την επίβλεψη του στρατηγού Keith Dayton, στο έργο της καταδίωξης των Παλαιστίνιων που αντιστέκονται στην κατοχή. Πολλές φορές οι αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει πως η κατασταλτική αυτή πολιτοφυλακή πρόκειται να αποτελέσει τον πυρήνα των ένοπλων δυνάμεων του μελλοντικού Παλαιστινιακού κράτους.

Δεδομένου ότι σκοπός των διαπραγματεύσεων είναι πιθανώς να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα που να κινείται μεταξύ των αρχικών θέσεων των δύο πλευρών, είναι τρομακτικό να σκεφτεί κανείς πως οι αρχικές θέσεις της Παλαιστινιακής πλευράς είναι αυτές του Αμπάς και του Erekat. Ακόμα κι αν το Ισραήλ πρόκειται να κάνει παραχωρήσεις, που είναι σαφές πως δεν θα είναι σε οποιαδήποτε διαδικασία με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ένα Παλαιστινιακό ψευδοκράτος, ένα Μπατουστάν, ένα κράτος το οποίο αντί να εκπληρώνει τα Παλαιστινιακά δικαιώματα, και ιδιαίτερα το δικαίωμα της επιστροφής, θα υπάρχει μόνο προκειμένου αυτά να αμφισβητούνται.

Η έλλειψη συνοχής αυτής της προσέγγισης τονίζεται περισσότερο από το γεγονός πως το έγγραφο κατηγορεί την κυβέρνηση Ομπάμα ότι υπαναχώρησε από την αρχική της υπόσχεση προς τον Αμπάς ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση θα ξεκινούσε από τα συμφωνηθέντα τον Δεκέμβρη του 2008. Πέρα από το προφανές της προδοσίας στο ζήτημα αυτό και στο ζήτημα του παγώματος των εποικισμών, το έγγραφο Erekat εισηγείται ακόμα πως οι Παλαιστίνιοι «προτρέπουν τις ΗΠΑ να προτείνουν αρχές για μια επίλυση όλου του πυρήνα των ζητημάτων, όπως σύνορα, εποικισμοί, Ιερουσαλήμ, πρόσφυγες, ασφάλεια, υδάτινοι πόροι, κρατούμενοι...κλπ». Αυτή η μανία με τις πάντα άκυρες αμερικάνικες υποσχέσεις θυμίζει το επεισόδιο στο κόμικ όπου ο Τσάρλι Μπράουν συνέχεια τρέχει για να κλωτσήσει την μπάλα που έχει η Λούσυ, η οποία κάθε φορά την τραβάει την τελευταία στιγμή με αποτέλεσμα ο Τσάρλυ να βρίσκεται πεσμένος ανάσκελα. Κάθε φορά η Λούσυ του υπόσχεται πως δεν θα το ξανακάνει και ο Τσάρλυ Μπράνουν την πιστεύει.

Το έγγραφο Erekat περιγράφει τους συλλογισμούς μιας «ηγεσίας» που όχι μόνο έχει χάσει τη νομιμοποίησή της, αλλά δεν τολμά ούτε καν να αναφερθεί στα δικαιώματα του λαού που ισχυρίζεται πως εκπροσωπεί. Είναι γεγονός πως αντιμετωπίζει το λαό και τα δικαιώματά του με απόλυτη περιφρόνηση.

Ενώ επικαλείται την «εθνική ενότητα», το έγγραφο συνεχίζει να προπαγανδίζει το παραμύθι του «πραξικοπήματος» της Χαμάς. Στην πραγματικότητα, η ηγεσία Αμπάς μέσω του πολέμαρχού της Muhammad Dahlan είχε προσπαθήσει, από τότε που η Χαμάς κέρδισε τις εκλογές το 2006, να εξαπολύσει έναν εμφύλιο πόλεμο για να την νικήσει με τη βία, σαν τμήμα ενός σχεδίου που καταστρώθηκε και εκτελέστηκε σε συνεργασία με την τότε υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Condoleezza Rice και εγκρίθηκε από τον πρόεδρο Μπους (περισσότερα σχετικά στο «The Gaza Bombshell», Vanity Fair, Απρίλιος 2008).

Προφανώς, ενήμερο για την παντελή έλλειψη αξιοπιστίας της Παλαιστινιακής Αρχής της Ραμάλα και του ελεγχόμενου από τον Αμπάς σκελετού της PLO, το έγγραφο Erekat εισηγείται εκστρατεία της Παλαιστινιακής Αρχής, στην Παλαιστινιακή διασπορά σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία «για να επιβεβαιωθεί η ενωτική και νόμιμη αντιπροσώπευσή της διασποράς από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO)». Αυτή η στρατηγική που καθοδηγείται από το «Τμήμα Υποθέσεων Εκπατρισμένων της PLO» (λες και οι Παλαιστίνιοι είναι μετανάστες και όχι πρόσφυγες), το «Παλαιστινιακό Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων» και την ίδια τη Φατάχ, έχει στόχο να «προστατεύσει το Παλαιστινιακό ζήτημα από απόπειρες που στοχεύσουν στην προώθηση της διαίρεσης, του διαχωρισμού και του κατακερματισμού και να βρουν μια εναλλακτική λύση για την PLO χειριζόμενες την αντίσταση και τη θρησκεία». Με άλλα λόγια, η ηγεσία Αμπάς θέλει να εξάγει τον εμφύλιο πόλεμο της και στη διασπορά. Πράγματι, έχουμε ήδη δει το ξεκίνημα της προσπάθειας αυτής με την απόπειρα έναρξης του ελεγχόμενου από τον Αμπάς «Παλαιστινιακού Δικτύου» που στοχεύει να διχάσει και να ενσωματώσει του Παλαιστίνιους ακτιβιστές (USPCN: “Palestine Network’ is a PA attempt to divide the Palestinian People and surrender their rights”, 20 Νοέμβρη 2009).

Πουθενά, φυσικά, το έγγραφο Erekat δεν εισηγείται πραγματικά, την αναγέννηση και τον εκδημοκρατισμό της PLO και την ουσιαστική συμμετοχή σε αυτήν των Παλαιστινίων των οποίων εδώ και τόσο καιρό οι φωνές έχουν αποκλειστεί από τη διεφθαρμένη και καταπιεστική κλίκα του Όσλο. Δεν αναγνωρίζει, ούτε αναφέρει καν την εντεινόμενη καμπάνια για BDS (μποϊκοτάζ, αποεπένδυση, κυρώσεις) που εκπορεύεται από την Παλαιστινιακή κοινωνία των πολιτών και ανησυχεί το Ισραήλ πολύ περισσότερο από τα γαυγίσματα του Erekat, ενώ αναφέρει τη λύση του ενός κράτους μόνο περαστικά χωρίς την τεκμηρίωση και τη σοβαρή δουλειά που έχει ήδη γίνει για την ανάπτυξη και τη διάδοσή της.

Το γεγονός δεν μας εκπλήσσει. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αναγνώριση του γεγονότος πως η μυθοπλασία των διαμεσολαβούμενων από τις ΗΠΑ διαπραγματεύσεων έχει τελειώσει, πως εκείνοι που ενέργησαν σε αυτήν και επωφελήθηκαν από αυτήν τόσον καιρό, έχουν ήδη κάνει όση ζημιά μπορούσαν να κάνουν στον Παλαιστινιακό λαό και τα δικαιώματά του και θα πρέπει να φύγουν από το προσκήνιο.

Download the NAD-PLO's report [PDF]