Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Η ένοπλη σύρραξη στη Λωρίδα της Γάζας (Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009) και η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας

Το κείμενο που ακολουθεί επεξηγεί νομικά και διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν την έκθεση Goldstone για τα εγκλήματα πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας τον περασμένο χειμώνα. Η επίσημη αυτή έκθεση του ΟΗΕ, αναφέρεται και στις παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου στα υπόλοιπα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη. Το κείμενο περιγράφει την πορεία της Έκθεσης μέχρι σήμερα, τις προοπτικές της, το ζήτημα της οικουμενικής δικαιοδοσίας και τη μέχρι σήμερα εμπειρία από τη χρήση της. Επιπλέον αναφέρεται στο νεότευκτο δόγμα της "ευθύνης προστασίας", τη σημασία του για τις υποχρεώσεις της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της απέναντι σε σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, καθώς και τη δυνατότητα δικαστικής εφαρμογής του.

Βασιλική Σαράντη*

(Νομικός ΜΔΕ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Υποψ. Δρ. Διεθνούς Δικαίου Ερευνήτρια Ευρωπαϊκού Κέντρου Έρευνας και Κατάρτισης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ανθρωπιστικής Δράσης).

i) Τα πορίσματα της “Έκθεσης Goldstone”

H διάρκειας τριών εβδομάδων ένοπλη σύρραξη στη Λωρίδα της Γάζας (27 Δεκεμβρίου 2008-18 Ιανουαρίου 2009) – που εκδηλώθηκε με βομβαρδισμούς από αέρος και εδαφικές επιχειρήσεις των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων (γνωστή ως επιχείρηση «Συμπαγές Μολύβι»)και ρίψη ρουκετών στις παραμεθόριες πόλεις του Ισραήλ, Ashkelon και Sderot, από την πλευρά της Χαμάς – είχε έναν απολογισμό 1.000 νεκρών, 5.000 τραυματιών, 30.000 εκτοπισμένων και την επιδείνωση της ήδη σοβαρής ανθρωπιστικής κρίσης που πλήττει τον Παλαιστινιακό θύλακα από τότε που το Ισραήλ επέβαλε τον ασφυκτικό αποκλεισμό, την επαύριο της εκλογικής νίκης της Χαμάς το 2006 (1)

Το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, σε έκτακτη σύνοδό του που συγκάλεσε 9-12 Ιανουαρίου 2009, μεσούσης της ένοπλης σύρραξης, αποφάσισε μεταξύ άλλων τη σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής έρευνας για τη διαπίστωση των παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου από την κατέχουσα δύναμη, το Ισραήλ, κατά όλου του Παλαιστινιακού λαού στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη (Δυτική Όχθη και Λωρίδα της Γάζας), ιδιαίτερα στη δεύτερη που υπήρξε και το θέατρο των αιματηρών επιχειρήσεων (2)

Η Επιτροπή Έρευνας για τη σύρραξη στη Γάζα (UN Fact-finding mission on the Gaza conflict) είναι η τρίτη κατά σειρά που συστήνεται από το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για να διερευνήσει παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε συρράξεις στις οποίες εμπλέκεται το Ισραήλ. Η πρώτη αφορούσε την ένοπλη σύρραξη στον Λίβανο, τον Αύγουστο 2006 (3), και η δεύτερη τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στο Beit Hanoun, στα βόρεια της Λωρίδας της Γάζας, στις 8 Νοεμβρίου 2006 (4). Το Ισραήλ έχει μια πάγια τακτική μη αποδοχής αυτών των αποφάσεων και των επιτροπών που συστήνονται, με το αιτιολογικό ότι εντέλλονται να διερευνήσουν μόνο τις παραβιάσεις που διαπράττει το Ισραήλ και όχι το άλλο μέρος στη σύρραξη (η Χαμάς εν προκειμένω, η Χεζμπολλάχ στην περίπτωση του Λιβάνου). Ωστόσο, η άρνησή του καταλήγει να είναι προσχηματική, καθώς και οι τρεις επιτροπές που συστάθηκαν με διαφορετικές αφορμές, ζήτησαν τη συνεργασία του Ισραήλ για τη διαπίστωση παραβιάσεων της άλλης πλευράς, παρότι κάτι τέτοιο δεν περιλαμβανόταν ρητά στην εντολή τους.

Η Επιτροπή έρευνας για τη σύρραξη στη Γάζα, με πρόεδρο τον Richard Goldstone, πρώην Εισαγγελέα στα ad hocΔιεθνή Ποινικά Δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα β(5), πραγματοποίησε δύο επιτόπιες έρευνες στην περιοχή, διάρκειας μιας εβδομάδας, τον Μάιο και Ιούνιο 2009 – μέσω του περάσματος της Rafah από την Αίγυπτο, αφού το Ισραήλ αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του για τη διέλευση μέσω του περάσματος Erez – συναντήθηκε με αξιωματούχους της Παλαιστινιακής Αρχής στο Αμμάν, τον Ιούλιο 2009, ενώ η γραμματεία της Επιτροπής πραγματοποίησε επιτόπιες έρευνες στη Γάζα στο διάστημα μεταξύ 22 Μαΐου και 4 Ιουλίου 2009. Η Επιτροπή ζήτησε από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλλουν σχετικές πληροφορίες και τεκμηρίωση που θα τη βοηθούσαν στην εκτέλεση της αποστολής της, διεξήγαγε δημόσιες ακροάσεις στη Γάζα και τη Γενεύη, αλλά δεν κατόρθωσε να επιτύχει για άλλη μια φορά τη συνεργασία της κυβέρνησης του Ισραήλ. Τον Σεπτέμβριο 2009 κατέθεσε ενώπιον του Συμβουλίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου την έκθεσή της (6).

Στις 452 σελίδες της έκθεσης, η Επιτροπή διαπίστωσε πλείστες παραβιάσεις των διεθνών κανόνων που διέπουν τις ένοπλες συρράξεις, αλλά και διατάξεων του διεθνούς δικαίου δικαιωμάτων του ανθρώπου και από τις δύο πλευρές.

Σ’ ότι αφορά το Ισραήλ καταλογίζει, μεταξύ άλλων:

  • επιθέσεις στην κρατική υποδομή της Λωρίδας της Γάζας
  • στοχοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων
  • επιθέσεις σε εγκαταστάσεις των Ην. Εθνών (π.χ. εναντίον του σχολείου της UNRWA στην πόλη της Γάζας)
  • βομβαρδισμούς νοσοκομείων και ιατρικών εγκαταστάσεων (π.χ. εναντίον των νοσοκομείων Al-Quds και Tal el-Hawa στην πόλη της Γάζας)
  • τον βομβαρδισμό του δρόμου al-Fakhura κοντά στο στρατόπεδο Jabaliyah
  • επιθέσεις σε αμάχους (π.χ. εναντίον της οικογένειας al-Zamouni στη Zeytoun)
  • επιθέσεις σε χώρους λατρείας
  • χρήση απαγορευμένων όπλων (π.χ. λευκού φωσφόρου)
  • καταστροφή της βιομηχανικής και γεωργικής υποδομής της Λωρίδας της Γάζας
  • επιθέσεις σε εγκαταστάσεις νερού και επεξεργασίας λυμάτων
  • χρησιμοποίηση Παλαιστινίων αμάχων ως ανθρώπινων ασπίδων για τη διεξαγωγή κατ’ οίκον ερευνών, κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης, όταν ξεκίνησαν οι από εδάφους επιχειρήσεις στο βόρειο τμήμα της περιοχής
  • η έκθεση περιέχει εκτεταμένες πληροφορίες και για την κατάσταση στην Δυτική Όχθη, χρήση βίας εναντίον διαδηλωτών από την ισραηλινή αστυνομία, παρατεταμένες και αυθαίρετες κρατήσεις, κακομεταχείριση κλπ.
  • τέλος, η Επιτροπή έκανε εκτεταμένη αναφορά στις συνέπειες του αποκλεισμού, που είχε επιβάλλει το Ισραήλ τους προηγούμενους μήνες, σε όλους τους τομείς της ζωής των Παλαιστινίων από την πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη μέχρι την πρόσβαση στην τροφή, στην εκπαίδευση κλπ.

Σ’ ότι αφορά τις παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διέπραξαν οι ένοπλες παλαιστινιακές ομάδες (7), μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι εξής πράξεις:

  • παραβίαση της υποχρέωσης προστασίας του άμαχου πληθυσμού από τις συνέπειες των επιθέσεων (π.χ. χρήση τόπων λατρείας για την εξαπόλυση επιθέσεων ή για την αποθήκευση όπλων, διεξαγωγή επιθέσεων από αστικές περιοχές ή από σημεία που βρίσκονται πολύ κοντά σε προστατευμένους χώρους ή από ιατρικές εγκαταστάσεις, ανάμειξη με τον άμαχο πληθυσμό για την προστασία των μαχητών από επιθέσεις κλπ.)
  • εκτόξευση ρουκετών εναντίον πολιτικών στόχων και αμάχων στο Νότιο Ισραήλ
  • επιθέσεις της Χαμάς εναντίον υποστηρικτών της Fatah
  • στοχοποίηση υποστηρικτών της Χαμάς από την Παλαιστινιακή Αρχή στη Δυτική Όχθη.

Όλες οι παραπάνω πράξεις συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης 1949 για την προστασία των αμάχων σε καιρό πολέμου (του πλέον οικουμενικά αποδεκτού κειμένου) (8), του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου 1977 για την προστασία των θυμάτων των διεθνών ενόπλων συρράξεων (9), των Κανονισμών της Χάγης 1907, των εθιμικών κανόνων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, αλλά και διεθνών κειμένων για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού κλπ.). Επίσης, συνιστούν εγκλήματα πολέμου, σύμφωνα με το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ενώ ο συνεχιζόμενος αποκλεισμός της Λωρίδας της Γάζας εμπίπτει στην έννοια των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.

ii) Το follow-up της έκθεσης στα όργανα των Ην. Εθνών

Η Έκθεση περιέχει σειρά συστάσεων προς τα όργανα των Ην. Εθνών (Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Γενική Συνέλευση, Γενικό Γραμματέα και Συμβούλιο Ασφαλείας), το Ισραήλ, τις αρμόδιες παλαιστινιακές αρχές και τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της. Έτσι, η Επιτροπή ζητά, μεταξύ άλλων, από το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να καταθέσει την έκθεση ενώπιον της Γεν. Συνέλευσης για περαιτέρω αξιολόγηση, από τον Γεν. Γραμματέα να τη θέσει υπόψη του Συμβουλίου Ασφαλείας, σύμφωνα με το άρθρο 99 Χάρτη ΗΕ, από το Συμβούλιο Ασφαλείας να την παραπέμψει στον Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κλπ.

Αναλυτικότερα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι υπό τις παρούσες συνθήκες είναι πολύ δύσκολο να διερευνηθούν τα εγκλήματα και να επιτευχθεί η τιμωρία των ενόχων εντός του Ισραήλ (10) και, ακόμη λιγότερο, της Λωρίδας της Γάζας. Κατά συνέπεια, συστήνει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, δρώντας υπό το άρθρο 40 του Χάρτη ΗΕ, να θέσει υπό τον έλεγχό του τις όποιες προσπάθειες γίνουν σε εσωτερικό επίπεδο για τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών στους ιθύνοντες των επιχειρήσεων. Η σχετική δράση του Ισραήλ και των αρχών της Λωρίδας της Γάζας πρέπει να υπαχθεί στον έλεγχο Ανεξάρτητης Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων που θα συστήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Σε περίπτωση που το Ισραήλ δεν προχωρήσει σε αποτελεσματικές έρευνες, τότε το Συμβούλιο Ασφαλείας, δρώντας υπό το Κεφάλαιο II του Χάρτη ΗΕ (που εξουσιοδοτεί τη λήψη εξαναγκαστικών μέτρων), οφείλει να διαβιβάσει την υπόθεση στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (βλ. και αρθ. 13β Καταστατικού ΔΠΔ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Παλαιστινιακή Αρχή έχει ήδη υποβάλει αίτημα ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την εκκίνηση διαδικασιών κατά των ισραηλινών πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων που είχαν την ευθύνη της επιχείρησης (βλ. αρθ. 12 §3 Καταστατικού ΔΠΔ). Ωστόσο, οποιαδήποτε σχετική δράση του Εισαγγελέα προσκρούει στο ότι το Ισραήλ δεν έχει επικυρώσει το Καταστατικό του ΔΠΔ. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Επιτροπή επιζητά την ενεργοποίηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, το οποίο μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση, ανεξάρτητα από τη συναίνεση των ενδιαφερομένων μερών.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Επιτροπή ζητά από τα κράτη να ξεκινήσουν έρευνες στα εθνικά δικαστήρια χρησιμοποιώντας την οικουμενική δικαιοδοσία.

Σ’ ότι αφορά τα δύο μέρη στη σύρραξη, η Επιτροπή ζητά από το Ισραήλ να άρει τον αποκλεισμό, να ελέγξει τους κανόνες εμπλοκής των ενόπλων δυνάμεών του, να κάνει moratorium στη χρήση ορισμένων όπλων που δεν απαγορεύονται ρητά αλλά παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και από τις παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον αμάχων, να απελευθερώσουν τον δεκανέα Gilad Shalit και μέχρι να γίνει αυτό να τον μεταχειριστούν ως αιχμάλωτο πολέμου και να επιτρέψουν επισκέψεις της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού.

Αν και αρχικά το Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε αναβάλλει την υιοθέτηση ενός σχεδίου ψηφίσματος με το οποίο θα στήριζε όλες τις συστάσεις της Επιτροπής μέχρι τη Σύνοδο του Μαρτίου 2010, ωστόσο στα μέσα Οκτωβρίου υιοθέτησε απόφαση – με 25 ψήφους υπέρ, έξι κατά και 11 αποχές – όχι μόνο υποστηρίζοντας τις συστάσεις της Επιτροπής, αλλά και συστήνοντας στη Γεν. Συνέλευση να εξετάσει την έκθεση κατά τη διάρκεια της 64ης Συνόδου της (11)

Η Γενική Συνέλευση των Ην. Εθνών στήριξε κι αυτή με τη σειρά της τα πορίσματα της Έκθεσης, με απόφαση(12) που υπερψηφίστηκε από 114 κράτη μέλη του διεθνούς οργανισμού (13), καταψηφίστηκε από 18 (14), ενώ 44 κράτη μέλη απείχαν (μεταξύ των οποίων, δυστυχώς, και η Ελλάδα) (15).

Η απόφαση της Γεν. Συνέλευσης καλεί τόσο το Ισραήλ όσο και την Παλαιστίνη «να διεξάγουν έρευνες που θα είναι ανεξάρτητες, αξιόπιστες και σύμφωνες με τα διεθνή standards», ζητά από τον Γεν. Γραμματέα Ην. Εθνών να διαβιβάσει την έκθεση στο Συμβούλιο Ασφαλείας για περαιτέρω αξιολόγηση και συστήνει στην ελβετική κυβέρνηση, που είναι ο θεματοφύλακας της 4ης Σύμβασης της Γενεύης για την Προστασία των Αμάχων σε ένοπλες συρράξεις, «να συγκαλέσει διάσκεψη των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών για την εξεύρεση μέτρων που θα διασφαλίσουν την εφαρμογή της Σύμβασης στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και να διασφαλίσει τον σεβασμό της σύμφωνα με το κοινό άρθρο 1 των Συμβάσεων της Γενεύης». Η απόφαση αυτή δεν θίγει άλλες συστάσεις της Επιτροπής, όπως για παράδειγμα τη σύγκλιση διάσκεψης για την εξέταση της νομιμότητας ορισμένων όπλων [π.χ. του λευκού φωσφόρου, των flechettes (μυτερά βλήματα χάλυβα), άλλων βαρέων μετάλλων κλπ.].

Ο αντιπρόσωπος της Παλαιστινιακής Αρχής, που έχει καθεστώς Μόνιμου Παρατηρητή στη Γεν. Συνέλευση, δήλωσε ότι πρόκειται «για μια πολύ σημαντική στιγμή στην ιστορία της Γεν. Συνέλευσης για την καταπολέμηση της ατιμωρησίας και τον καταλογισμό των ευθυνών». Η απόφαση αντιμετώπισε ισχυρές αντιδράσεις τόσο από το Ισραήλ όσο και από τις ΗΠΑ. Ο αντιπρόσωπος του Ισραήλ τόνισε ότι «η απόφαση αυτή χλευάζει την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν δημοκρατικά κράτη, όπως το Ισραήλ, όταν αντιμετωπίζουν τρομοκρατικούς κινδύνους». Από την άλλη πλευρά, ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ χαρακτήρισε την απόφαση «μη εποικοδομητική» και «περιττή». Εξάλλου, η Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ υιοθέτησε μη δεσμευτικό ψήφισμα ζητώντας από τον Πρόεδρο και την Υπουργό Εξωτερικών να αντιταχθούν κατηγορηματικά σε οποιαδήποτε στήριξη ή περαιτέρω εξέταση σε διεθνή fora της Έκθεσης. Το ψήφισμα αυτό δυσχεραίνει τις διαδικασίες ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπου οι ΗΠΑ, ως μόνιμο μέλος, έχουν τη δυνατότητα άσκησης veto κατά της παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ή κατά της υιοθέτησης οποιασδήποτε δεσμευτικής απόφασης σχετικά με την εφαρμογή των πορισμάτων της «έκθεσης Goldstone».

iii) Το ζήτημα της οικουμενικής δικαιοδοσίας

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της Έκθεσης είναι το αίτημα που διατυπώνεται προς τα μέλη της διεθνούς κοινότητας να εκκινήσουν ποινικές διαδικασίες ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων ασκώντας, όπου υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, την οικουμενική τους δικαιοδοσία.

Η αρχή της οικουμενικής δικαιοδοσίας κατοχυρώνεται ρητά στις τέσσερις Συμβάσεις της Γενεύης 1949 (κοινά άρθρα 49, 50, 129, 146), καθώς και στο άρθρο 85 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου 1977. Σύμφωνα μ’ αυτές τις διατάξεις, τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να λάβουν όλα τα απαραίτητα νομοθετικά μέτρα για την ποινικοποίηση των σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, καθώς επίσης και να αναζητούν και να παραπέμπουν ενώπιον των δικαστηρίων τους τα πρόσωπα που κατηγορούνται για τις παραβιάσεις αυτές ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους.

Αν και η αρχή της οικουμενικής δικαιοδοσίας είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της ατιμωρησίας που προβλέπεται ρητά στις Συμβάσεις της Γενεύης 1949 και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο 1977(16), ωστόσο στην πράξη είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Οι περισσότερες χώρες που είχαν νομοθεσίες απόλυτης οικουμενικής δικαιοδοσίας (δηλαδή άσκηση ποινικής δίωξης χωρίς να υπάρχει καμία σύνδεση με το δράστη, το θύμα ή τον τόπο του εγκλήματος) τις περιόρισαν προς μια πιο σχετική προσέγγιση.

Η αρχή έγινε με τη σχετική νομοθεσία του Βελγίου, που εγκαθίδρυσε την οικουμενική του δικαιοδοσία για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας με νόμο που ψηφίστηκε το 1993 και τροποποιήθηκε το 1999. Βάσει της ενλόγω νομοθεσίας, προχώρησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του Abdulaye Yerodia Ndombasi, πρώην Υπουργού Εξωτερικών του Κονγκό για τη σφαγή πολιτών της χώρας που ανήκαν στη φυλή Τούτσι. Το ένταλμα σύλληψης δεν εκτελέστηκε ποτέ και η υπόθεση κατέληξε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, μετά από προσφυγή του Κονγκό κατά του Βελγίου, που έκρινε το ένταλμα παράνομο γιατί παραβίαζε την ασυλία του Yerodia (17). Κατόπιν τούτων, το Βέλγιο τροποποίησε την επίμαχη νομοθεσία του το 2003 περιορίζοντας την οικουμενική δικαιοδοσία των δικαστηρίων του και απαιτώντας πλέον την ύπαρξη κάποιου δεσμού με το Βέλγιο για την άσκησή της (τόπος τέλεσης εγκλήματος – υπηκοότητα θύτη ή θύματος).

Μετά την ουσιαστική «αδρανοποίηση» των δικαστηρίων του Βελγίου, η ισπανική δικαιοσύνη «πήρε τα ηνία» σε υποθέσεις που αφορούσαν εφαρμογή της οικουμενικής δικαιοδοσίας, και μάλιστα σε μια υπόθεση που σχετίζεται με παλαιότερες επιθέσεις ισραηλινών στη Λωρίδα της Γάζας. Έτσι, αρχικά, στις 29.1.2009 έκρινε παραδεκτή την προσφυγή που κατατέθηκε από το Παλαιστινιακό Κέντρο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά του πρώην Υπουργού Αμύνης του Ισραήλ Benjamin Ben-Eliezer και έξι ακόμη υψηλόβαθμων στρατιωτικών για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας κατά τον βομβαρδισμό συνοικίας της Γάζας το 2002. Ο βομβαρδισμός ήταν η εφαρμογή στην πράξη της θεωρίας των «στοχευμένων δολοφονιών», που επικαλούνται οι ισραηλινές αρχές ως επιχείρημα για τις εφορμήσεις τους, και είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του ηγέτη της Χαμάς Selah Shehadeh και 14 ακόμη αμάχων, στην πλειοψηφία τους παιδιά και βρέφη.

Ο Ισπανός δικαστής Fernando Andreu διαπίστωσε ότι τα γεγονότα παρουσίαζαν «ενδείξεις για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», καθώς αφορούσαν συνειδητή επίθεση κατά του άμαχου πληθυσμού, τη στιγμή που αποκλειστικός στόχος ήταν η δολοφονία ενός μόλις ατόμου. Χαρακτηρίζοντας την επίθεση «ξεκάθαρα δυσανάλογη και υπερβολική» ο δικαστής επισήμανε ότι το Ισραήλ δεν ήταν δυνατό να αγνοεί τις «πιθανές συνέπειες» της ρίψης βομβών σε κατοικημένες περιοχές.

Δυστυχώς, μετά από ποικίλες πιέσεις, η Audiencia Nacional, το ανώτατο ποινικό δικαστήριο της Ισπανίας, αποφάσισε, στις 30 Ιουνίου 2009, να θέσει στο αρχείο την υπόθεση. Παράλληλα, το ισπανικό κοινοβούλιο αποφάσισε τον περιορισμό της οικουμενικής δικαιοδοσίας των ισπανικών δικαστηρίων, μόνο στις περιπτώσεις που οι εγκληματικές πράξεις έχουν ως θύματα Ισπανούς ή οι δράστες των οποίων βρίσκονται σε ισπανικό έδαφος.

Παρόμοια τύχη είχε υπόθεση ενώπιον των νορβηγικών δικαστηρίων. Έξι νορβηγοί δικηγόροι στράφηκαν, τον Απρίλιο 2009, κατά του Ehud Olmert και εννέα άλλων αξιωματούχων για τη στρατιωτική επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας, βάσει της νομοθεσίας περί οικουμενικής δικαιοδοσίας της χώρας. Ωστόσο, το γραφείο του Εισαγγελέα ανακοίνωσε ότι δεν θα ασκηθούν διώξεις, γιατί κανείς από όσους εμπλέκονται στην υπόθεση δεν έχει οποιαδήποτε σύνδεση με τη Νορβηγία, υιοθετώντας έτσι μια πιο σχετική προσέγγιση στην άσκηση της οικουμενικής δικαιοδοσίας.

iv) Η ευθύνη προστασίας υποχρέωση των κρατών, αλλά όχι αγώγιμο δικαίωμα;

Τα εγκλήματα πολέμου και τα εγκλήματα της ανθρωπότητας στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη δεν μπορεί παρά να αφορούν τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της. Σύμφωνα με το κοινό άρθρο 1 των Συμβάσεων της Γενεύης 1949, τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να σεβαστούν και να διασφαλίσουν τον σεβασμό των συμβάσεων σε κάθε περίπτωση. Επίσης, σύμφωνα με το Καταληκτικό Κείμενο της Συνόδου Κορυφής των Ην. Εθνών το 200518, η διεθνής κοινότητα, μέσω των Ην. Εθνών, έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα διπλωματικά, ανθρωπιστικά και άλλα ειρηνικά μέσα, προκειμένου να προστατεύσει τα άτομα από γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου, εθνοκαθάρσεις και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (ένα δόγμα που είναι γνωστό ως «ευθύνη προστασίας»).

Στο πλαίσιο αυτό, το βρετανικό Divisional Court ήρθε αντιμέτωπο με μια αρκετά πρωτότυπη προσφυγή από την παλαιστινιακή ΜΚΟ Al Haq. Στρεφόμενη κατά του βρετανού Υπουργού Εξωτερικών, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η βρετανική κυβέρνηση παραβίασε τις διεθνείς υποχρεώσεις της, τόσο αναφορικά με τις πράξεις του Ισραήλ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής επιχείρησης στη Γάζα, όσο και αναφορικά με την οικοδόμηση του τείχους στη Δυτική Όχθη. Σ’ ότι αφορά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τις σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διέπραξε το Ισραήλ, όπως είχαν διαπιστωθεί από σχετικές έρευνες ΜΚΟ (η έκθεση της Επιτροπής Έρευνας των Ην. Εθνών δεν είχε τότε ακόμη εκδοθεί).

Αναφορικά με την οικοδόμηση του τείχους, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης του παλαιστινιακού λαού, καθώς και στην §159 της Γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου για τις έννομες συνέπειες της οικοδόμησης του Τείχους στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, που αναφέρει ότι: «όλα τα Κράτη έχουν την υποχρέωση να μην αναγνωρίσουν την παράνομη κατάσταση που δημιουργείται από την οικοδόμηση του τείχους … και να μην συνδράμουν στη διατήρηση αυτής της κατάστασης»(19).

Η ευθύνη του Ηνωμένου Βασιλείου θεμελιώνεται, κατά την προσφεύγουσα, στην εν γένει βρετανική φιλοϊσραϊλινή – υλικά και ηθικά – πολιτική, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση των κρατών, εθιμικού δικαίου, να μην αναγνωρίζουν ως νόμιμη μία κατάσταση που δημιουργείται από σοβαρή παραβίαση του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου, ούτε να παρέχουν βοήθεια ή συνδρομή για τη διατήρηση αυτής της κατάστασης (βλ. και άρθρο 41 των Άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για τη Διεθνή Ευθύνη των Κρατών). Έτσι, η προσφεύγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η βρετανική κυβέρνηση:

  • να αποκηρύξει δημοσίως, τόσο τις πράξεις του Ισραήλ κατά την επιχείρηση στη Λωρίδα της Γάζας, όσο και την οικοδόμηση του τείχους στη Δυτική Όχθη
  • να αναστείλει όλες τις στρατιωτικές προμήθειες προς το Ισραήλ
  • να αναστείλει την οικονομική και πολιτική συνδρομή που δίνεται σε βρετανικές εταιρείες που εξάγουν στρατιωτικό εξοπλισμό και τεχνογνωσία προς το Ισραήλ
  • να ζητήσει από την Ε.Ε. την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ε.Ε.-Ισραήλ, βάσει του άρθρου 79 ΣυνθΕΚ (αίτημα που είχε ήδη διατυπωθεί και από ορισμένους ευρωβουλευτές κατά την περίοδο των βομβαρδισμών στη Γάζα)
  • να προωθήσει τη σύγκλιση διάσκεψης για την αντιμετώπιση των ισραηλινών σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου

Δεχόμενη ότι υπάρχουν όρια στην έκταση στην οποία τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να κατευθύνουν τη διεξαγωγή της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση, η προσφεύγουσα καταθέτει, ακόμη, συγκεκριμένες προτάσεις: άσκηση οικουμενικής δικαιοδοσίας για την προσαγωγή ή έκδοση των υπευθύνων για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, άσκηση διπλωματικής πίεσης προς το Ισραήλ, προώθηση μέτρων στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ην. Εθνών στο πλαίσιο του Κεφ. VII του Χάρτη ΗΕ, επιβολή νόμιμων κυρώσεων κλπ.

Το μέγιστο ζήτημα που ανέκυψε ενώπιον του βρετανικού δικαστηρίου υπήρξε η αρμοδιότητα εν γένει των εσωτερικών δικαστηρίων να ασχοληθούν με τέτοια ζητήματα. Έτσι, στην από 27 Ιουλίου 2009 απόφασή του20, το δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να υπαχθούν σε δικαιοδοτική εκτίμηση. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι αποκλειστικά, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, αρμοδιότητα της εκτελεστικής και όχι της δικαστικής εξουσίας. Κατόπιν τούτου, η εκτελεστική λειτουργία λογοδοτεί στο κοινοβούλιο, στην κοινή γνώμη και βέβαια στο εκλογικό σώμα, που θα επικροτήσει ή θα απορρίψει την ασκηθείσα πολιτική. Επιπλέον, κατά το δικαστήριο, η προσφεύγουσα δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο δικαίωμα, ενώ οι αιτιάσεις αφορούν σε τελευταία ανάλυση παραβιάσεις του Ισραήλ και όχι του Ην. Βασιλείου, για τις οποίες, μάλιστα, δεν έχει διεξαχθεί επίσημη έρευνα. Κανείς δεν μπορεί να διαβλέψει ποιά θα ήταν η κατάληξη αυτού του επιχειρήματος, αν οι δικαστές είχαν τότε στη διάθεσή τους την έκθεση και τις σχετικές συστάσεις της Επιτροπής των Ην. Εθνών.

v) Συμπερασματικά

Δεδομένου ότι η διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας εντός του Ισραήλ και της Παλαιστίνης είναι δύσκολη έως απίθανη και η δίωξη των υπευθύνων ενώπιον των δικαστηρίων άλλων κρατών προσκρούει στο «πολιτικό κόστος» που αρνούνται να αναλάβουν οι κυβερνήσεις, η δράση του Συμβουλίου Ασφαλείας και η ενεργοποίηση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για να λήξει η ατιμωρησία και να εδραιωθούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν την ειρήνευση στην περιοχή παρουσιάζονται ως μονόδρομος. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της, ειδικά από τη στιγμή που έχει διεξαχθεί επίσημη έρευνα στα περιστατικά από ανεξάρτητη επιτροπή των Ην. Εθνών. Τα νομικά όπλα υπάρχουν. Απομένει η πολιτική βούληση.

Σημειώσεις

(1) Για την ανθρωπιστική κρίση στη Λωρίδα της Γάζας κατά τη διάρκεια του αποκλεισμού, βλ. Τετράδια δικαιωμάτων του ανθρώπου, ανθρωπιστικού δικαίου και ανθρωπιστικής δράσης, αρ. 7-8, Ιανουάριος-Απρίλιος 2008, σελ. 42-43, στην ιστοσελίδα http://des.panteion.gr/7_8_tetradia_ekekdaad_13_6_08.pdf

(2) Βλ. UN doc. A/HRC/S-9/L.1, 12.1.2009, §14.

(3) Επιτροπή Έρευνας για τον Λίβανο (Commission of Inquiry on Lebanon), βλ. τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, UN doc. S-2/1, 11.8.2006. Για την έκθεση της επιτροπής βλ. UN doc. A/HRC/3/2, 23.11.2006.

(4) High level fact-finding mission to Beit Hanoun, βλ. UN doc. S/3/1, 15.11.2006. Η τελική έκθεση της Επιτροπής (UN doc. A/HRC/9/26, 1.9.2008) κατατέθηκε μόλις τον Σεπτέμβριο 2008, αφού οι επανειλημμένες προσπάθειες των μελών της να επισκεφθούν την περιοχή, συνάντησαν τη σθεναρή αντίδραση των ισραηλινών αρχών. Η επιτόπια επίσκεψη πραγματοποιήθηκε τον Μάιο 2008 μέσω του περάσματος Rafah, στα σύνορα με την Αίγυπτο.

(5) Τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής είναι η Christine Chinkin, Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου στο London School of Economics, η Hina Jilani, πρώην Ειδική Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα Ην. Εθνών για τους υπερασπιστές δικαιωμάτων του ανθρώπου και ο Στρατηγός Desmond Travers, πρώην αξιωματικός των ενόπλων δυνάμεων της Ιρλανδίας.

(6) Βλ. Report of the United Nations Fact Finding Mission on the Gaza Conflict, U.N. Doc. A/HRC/12/48, 25.9.2009, στην ιστοσελίδα http://www2.ohchr.org/english/bodies/hrcouncil/docs/12session/A-HRC-12-48.pdf. Για μία σύντομη ανάλυσή της βλ. Kaye D., The “Goldstone report”, ASIL Insights, Oct. 2009, στην ιστοσελίδα http://www.asil.org/insights091001.cfm

(7) Πρόκειται κυρίως για τις Ταξιαρχίες al-Qassam και άλλες παλαιστινιακές ομάδες (π.χ. τις Ταξιαρχίες των Μαρτύρων του Al-Aqsa) που έχουν χαλαρούς συνδέσμους με τη Fatah.

(8) 194 κράτη την έχουν επικυρώσει, μεταξύ αυτών και το Ισραήλ.

(9) Το Ισραήλ δεν είναι μεταξύ των 169 κρατών που το έχουν επικυρώσει, ωστόσο δεσμεύεται από αυτό, στο μέτρο που αποκρυσταλλώνει εθιμικό διεθνές δίκαιο.

(10) Είναι χαρακτηριστικό ότι το Υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ προέβη σε δική του έρευνα για την επιχείρηση στη Γάζα, στην οποία δεν καταλογίζει καμία ευθύνη για παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των επιχειρήσεων. Η σχετική έκθεση, “Operation in Gaza: factual and legal aspects”, δημοσιεύτηκε στις 29.7.2009. Για έναν πρώτο σχολιασμό βλ. Τετράδια δικαιωμάτων του ανθρώπου, ανθρωπιστικού δικαίου και ανθρωπιστικής δράσης, αρ. 15-16, Μάιος-Αύγουστος 2009, σελ. 38-45, http://des.panteion.gr/indexel.html.

(11) Βλ. U.N. Doc. A/HRC/RES/S-12/1, 21.10.2009, http://www.un.org/Docs/journal/asp/ws.asp?m=A/HRC/RES/S-12/1.

(12) Για το κείμενο βλ. UN doc. A/64/L.11, 2.11.2009.

(13) Αφγανιστάν, Αλβανία, Αλγερία, Ανγκόλα, Αντίγουα και Μπαρμπούδα, Αργεντινή, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Μπαχάμες, Μπαχρέιν, Μπανγκλαντές, Μπαρμπάδος, Λευκορωσία, Μπελίζ, Μπενίν, Βολιβία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Μποτσουάνα, Βραζιλία, Μπρουνέι, Καμπότζη, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, Τσαντ, Χιλή, Κίνα, Κομόρος, Κονγκό, Κούβα, Κύπρος, Βόρεια Κορέα, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Τζιμπουτί, Ντομίνικα, Δομινικανή Δημοκρατία, Εκουαδόρ, Αίγυπτος, Ελ Σαλβαδόρ, Ερυθραία, Γκαμπόν, Γκάμπια, Γκάνα, Γρενάδα, Γουατεμάλα, Γουινέα, Γουινέα-Μπισσάου, Γουιάνα, Αϊτή, Ινδία, Ινδονησία, Ιράν, Ιράκ, Ιρλανδία, Τζαμάικα, Ιορδανία, Καζακστάν, Κουβέιτ, Λάος, Λίβανος, Λεσότο, Λιβύη, Μαλάουι, Μαλαισία, Μαλδίβες, Μάλι, Μάλτα, Μαυριτανία, Μαυρίκιος, Μεξικό, Μογγολία, Μαρόκο, Μοζαμβίκη, Μιανμάρ, Ναμίμπια, Νεπάλ, Νικαράγουα, Νίγηρας, Νιγηρία, Ομάν, Πακιστάν, Παραγουάη, Φιλιππίνες, Πορτογαλία, Κατάρ, Αγία Λουκία, Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες, Σαουδική Αραβία, Σενεγάλη, Σερβία, Σιέρρα Λεόνε, Σιγκαπούρη, Σλοβενία, νησιά Σολομόντα, Σομαλία, Νότιος Αφρική, Σρι Λάνκα, Σουδάν, Σουρινάμ, Ελβετία, Συρία, Τατζικιστάν, Ταϊλάνδη, Ανατ. Τιμόρ, Τρινιντάντ και Τομπάγκο, Τυνησία, Τουρκία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Τανζανία, Ουζμπεκιστάν, Βενεζουέλα, Βιετνάμ, Υεμένη, Ζάμπια, Ζιμπάμπουε

(14) Αυστραλία, Καναδάς, Τσεχία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ισραήλ, Ιταλία, νησιά Μάρσαλ, Μικρονησία, Ναούρου, Ολλανδία, Παλάου, Παναμάς, Πολωνία, Σλοβακία, ΠΓΔΜ, Ουκρανία, ΗΠΑ.

(15) Ανδόρρα, Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Μπουρκίνα Φάσο, Μπουρούντι, Καμερούν, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Κροατία, Δανία, Εσθονία, Αιθιοπία, Φίτζι, Φινλανδία, Γαλλία, Γεωργία, Ελλάδα, Ισλανδία, Ιαπωνία, Κένυα, Λεττονία, Λιβερία, Λιχτενστάιν, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μονακό, Μαυροβούνιο, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Παπούα Νέα Γουινέα, Κορέα, Μολδαβία, Ρουμανία, Ρωσία, Σαμόα, Άγιος Μαρίνος, Ισπανία, Σουαζιλάνδη, Σουηδία, Τόγκα, Ουγκάντα, Ην. Βασίλειο, Ουρουγουάη.

(16) Τα ενλόγω κείμενα δεν προβλέπουν την ίδρυση διεθνών ποινικών δικαιοδοτικών μηχανισμών. Το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου υιοθετήθηκε το 1998 από διεθνή διάσκεψη, ενώ τα δύο ad hoc διεθνή Ποινικά Δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα ιδρύθηκαν με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας Ην. Εθνών (αρ. 827/1993 και 955/1994 αντίστοιχα).

(17) Βλ. υπόθεση Ένταλμα σύλληψης της 11.4.2000 (Κονγκό/Βελγίου), αποφ. 14.2.2002, I.C.J. Reports 2002, p. 3, στην ιστοσελίδα http://www.icj-cij.org/docket/files/121/8126.pdf

(18) Βλ. UN doc. A/RES/60/1, 24.10.2005, §§138-139, http://daccess-dds-ny.un.org/doc/UNDOC/GEN/N05/487/60/PDF/N0548760.pdf?OpenElement.

(19) Βλ. http://www.icj-cij.org/docket/files/131/1671.pdf

(20) Case No: C0/1739/2009, στην ιστοσελίδα http://www.alhaq.org/pdfs/Al-Haq%20v%20UK%20Judgment.pdf