Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

Ο Αγώνας των Παλαιστινίων Εργατών στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα

11 Φλεβάρη 2007
Παλαιστινιακή Καμπάνια Λαϊκής Βάσης Ενάντια στο Τείχος Απαρτχάιντ:
Ο αγώνας των Παλαιστινίων Εργατών στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα
Γιατί ζητάμε Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων & Κυρώσεις
Μετάφραση: Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό λαό ΙΝΤΙΦΑΝΤΑ
1. Η Σημερινή Κατάσταση των Εργατών
Σήμερα, η κατασκευή του Τείχους απαρτχάιντ, η εξακολούθηση των στρατιωτικών επιθέσεων, ο εποικισμός των εδαφών μας, που συντέλεσαν στην εκτόξευση στα ύψη της ανεργίας, η πολιορκία που έχει επιβληθεί από την Ισραηλινή Κατοχή εδώ και 6 χρόνια και οι διεθνείς κυρώσεις που μας επιβλήθηκαν εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο έχουν φέρει την οικονομία μας στο χείλος της κατάρρευσης. Για να δώσουμε μια εικόνα της καταστροφής που έχει επιφέρει η Κατοχή στην οικονομία μας, παρακαλώ αναλογιστείτε ότι από το Φθινόπωρο του 2001:
- 432 βιομηχανικά εργοστάσια καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές ζημιές
- 9.735 μικρά καταστήματα και κιόσκια μικροπωλητών καταστράφηκαν
- Το εθνικό και διεθνές εμπόριο έχει γίνει σχεδόν αδύνατο λόγω του γενικού αποκλεισμού, με περίπου 500 σημεία ελέγχου και αποκλεισμούς δρόμων στη Δυτική Όχθη, με την κατασκευή τριών οχυρωμένων «συνοριακών σταθμών» που κόβουν ουσιαστικά τη Δυτική Όχθη σε τρία Μπατουστάν και την ολοκληρωτικά απομόνωση της Λωρίδας της Γάζας
- Η κατασκευή του Τείχους προσαρτά ντε φάκτο περίπου το 47% της Δυτικής Όχθης, απομονώνοντας κοινότητες σε Μπατουστάν, γκέτο και «στρατιωτικές ζώνες», κάνοντας έτσι αδύνατη την αγροτική καλλιέργεια.
Αυτό είχε δραματικές συνέπειες στις ήδη επισφαλείς και καταπιεστικές συνθήκες εργασίας και ζωής της Παλαιστινιακής εργατικής δύναμης:
- Η ανεργία αυξήθηκε από 5% πριν το 1993 και 10% το 1999 σε ~50% το 2006, αφήνοντας άνεργους περίπου 350.000 εργαζόμενους
- Πάνω από το 62,6% των παλαιστινίων οικογενειών έχασαν παραπάνω από το μισό τους εισόδημα (61,3% στη Δυτική Όχθη και 65,6% στη Λωρίδα της Γάζας) από την αρχή της Ιντιφάντα. Αυτό επιβαρύνει τη δραματική πτώση του κατά κεφαλήν εισοδήματος κατά την περίοδο του Όσλο
- 50% των οικογενειών (και επομένως 70,6% του συνολικού πληθυσμού) στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας ζουν κάτω από το όριο φτώχειας των 2 δολαρίων ανά ημέρα
Οι συνθήκες εργασίας βασίζονται στη βαριά εκμετάλλευση χωρίς σχεδόν καμία ασφάλεια. Όλο και περισσότερο οι μοναδικές εργασιακές επιλογές των Παλαιστινίων εργατών είναι σε ισραηλινές εταιρείες που συνεργάζονται με την Κατοχή και τις ρατσιστικές και απάνθρωπες πολιτικές καταπίεσης- Κατά μέσο όρο οι ώρες εργασίας εβδομαδιαίως το 2004 για τους Παλαιστίνιους που εργάζονταν σε ισραηλινές εταιρείες ήταν 46
- Ενώ οι Παλαιστίνιοι εργάτες θα έπρεπε να καλύπτονται από τις ισραηλινές συλλογικές συμβάσεις, οι ισραηλινοί εργοδότες εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι αυτή η νομοθεσία ουδέποτε εφαρμόζεται προς όφελος των Παλαιστινίων και έτσι η πλειοψηφία των Παλαιστινίων εργατών αποστερούνται τον πλήρη μισθό τους και/ή τις παροχές τους.
Σύμφωνα τόσο με το εγχώριο (ισραηλινό και παλαιστινιακό) όσο και με το διεθνές δίκαιο, η ευθύνη παροχής κατάλληλων εργασιακών ευκαιριών ανήκει στην Κατοχή, από τη στιγμή που το Ισραήλ ελέγχει τα μέσα και τα σύνορα ολόκληρης της περιοχής.
2. Η Ιστορία της Οργάνωσης των Παλαιστινίων Εργατών
Τα παλαιστινιακά συνδικάτα αγωνίζονται για τα δικαιώματα των εργατών και των Παλαιστινίων από τη δεκαετία του 1920 όταν ιδρύθηκε η Παλαιστινιακή Κοινωνία Αράβων Εργατών στη Χάιφα. Η δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, εξαναγκάζοντας το ένα τρίτο του παλαιστινιακού λαού να γίνει πρόσφυγας, ήταν καίριο πλήγμα και για την εργατική δράση. Μόλις το 1965 ένα καινούργιο παλαιστινιακό εργατικό συνδικάτο ιδρύθηκε στην Πόλη της Γάζας, το Γενικό Συνδικάτο Παλαιστινίων Εργατών (GUPW). Δεδομένου ότι ο παλαιστινιακός λαός είναι διασκορπισμένος σε ολόκληρο τον κόσμο, το συνδικάτο είχε ως στόχο την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων των Παλαιστινίων παντού και συνεχώς έστηνε παραρτήματα σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Το συνδικαλιστικό κίνημα μέσα στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα άρχισε να αναπτύσσεται μόνο τη δεκαετία του 1970 και έπρεπε να βρει μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στον ταξικό και τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Οι διάφορες οργανώσεις του παλαιστινιακού πατριωτικού κινήματος δημιούργησαν συνδικάτα-παραρτήματα ως οργανώσεις βιτρίνας και άρχισαν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, το υπό την ηγεσίία της Φατάχ Γενικό Συνδικάτο της Παλαιστινιακής Επαγγελματικής Εργατικής Ένωσης σταδιακά κυριάρχησε στις εργασιακές ευκαιρίες. Στη δεκαετία του ’80 η Κατοχή ανάγκασε τον παλαιστινιακό συνδικαλισμό να βγει στην παρανομία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπό την πίεση της ΟΑΠ, το παλαιστινιακό συνδικαλιστικό κίνημα της Δυτικής Όχθης και της Γάζας ενώθηκε και μέχρι το 1993 είχε σχηματιστεί η Παλαιστινιακή Γενική Ομοσπονδία Συνδικάτων (PGFTU) – θεωρητικά ένα παράρτημα της GUPW – για να εκπροσωπεί την Παλαιστινιακή Εθνική Αρχή και τις συμφωνίες του Όσλο μέσα στο εργατικό κίνημα.
Η Χισταντρούτ, η οποία μέχρι τότε χρησιμοποιούσε την επιρροή της μέσα στο διεθνές εργατικό κίνημα για να κρατάει απομονωμένα τα παλαιστινιακά συνδικάτα, είδε στην PGFTU έναν καλό συνεργάτη για τις πολιτικές της και άνοιξε το δρόμο για τη διεθνή αναγνώριση του νεοπαγούς σώματος, παρακάμπτοντας όλα τα υπόλοιπα παλαιστινιακά συνδικαλιστικά σώματα.
3. Ρατσιστικό Κεφάλαιο και Αγορά Εργασίας υπό Κατοχή
Από τη στιγμή της δημιουργίας της η Κατοχή απαλλοτρίωσε από τους Παλαιστινίους ένα σημαντικό τμήμα των πλουτοπαραγωγικών πηγών που ήταν αναγκαίες για τον πόλεμό της εναντίον μας και τον εποικισμό των εδαφών μας. Πέρα από τα οικονομικά αποκτήματα και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές που εκλάπησαν από τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες το 1948 και την οικονομική εκμετάλλευση των Παλαιστινίων με ισραηλινή ταυτότητα ως φτηνό εργατικό δυναμικό, ο στρατός κατοχής και εποικισμού της Δυτικής Όχθης και της Γάζας δεν θα μπορούσαν να διατηρηθούν για 40 χρόνια αν το Ισραήλ δεν απολάμβανε και με άλλο τρόπο οικονομικά οφέλη εξ αυτού.
Η οικονομική ανάπτυξη στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας από το 1967 έχει προσδεθεί τεχνητά στην εξάρτηση από την οικονομία της Κατοχής μέσω της καταστροφής της παλαιστινιακής γεωργίας και την παρακώλυση της βιομηχανικής ανάπτυξης:
Η έλλειψη ελέγχου στο νερό, τη γη, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τα σύνορα έκανε αδύνατες τις παλαιστινιακές εξαγωγές προϊόντων και την εκμετάλλευση των φυσικών πηγών. Η παλαιστινιακή παραγωγή μειώθηκε και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο εμπόριο στη Δυτική Όχθη ή τη Γάζα. Η οικονομία συνολικά δεν κατάφερε να διευρυνθεί ή να βιομηχανοποιηθεί, παραμένοντας εξαρτημένη από τις ισραηλινές υπεργολαβικές δραστηριότητες.
Οι αποκλεισμοί και τα σημεία ελέγχου διασφαλίζουν ότι η παλαιστινιακή οικονομία είναι απολύτως εξαρτημένη από τις αποφάσεις της Κατοχής και γίνεται υποχείριο στα συμφέροντα της δικής της οικονομίας. Όλες οι τράπεζες της Δυτικής Όχθης έκλεισαν μετά την κατοχή του ’67 αποκλείοντας την όποια πιθανή επένδυση. Η Κατοχή επέβαλε υψηλούς δασμούς εισαγωγής στην αγροτική παραγωγή της Δυτικής Όχθης και περιόρισε την άρδευση ενώ τα ισραηλινά προϊόντα επιτρεπόταν να κατακλύζουν ελεύθερα τη Δυτική Όχθη.
Δυσχεραίνοντας την κατάσταση, μια μελέτη που διενεργήθηκε το 1998 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παλαιστινιακές επιχειρήσεις που προσπαθούσαν να εξάγουν ή να εισάγουν μέσω ισραηλινών λιμανιών αντιμετώπιζαν κόστη μεταφοράς που ήταν κατά μέσο όρο 35% υψηλότερα από εκείνα που επιβάλλονταν στις ισραηλινές εταιρείες της ίδιας βιομηχανίας.
Οι παλαιστίνιοι εργάτες εκδιώχθηκαν από τη γη τους και μετατράπηκαν σε σχετικά φτηνά εργατικά χέρια για τα ισραηλινά εργοστάσια και τις κατασκευαστικές εταιρείες. Πριν το 1948, περίπου το 80% του παλαιστινιακού λαού ήταν αγρότες και το 1967 περίπου το 70% των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα έβγαζαν τα προς το ζην από τη γεωργία. Σήμερα μόνο το 17% του πληθυσμού στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα μπορεί ακόμη να στηρίζει το βιός του στους καρπούς των εδαφών του. Με την ολοκλήρωση του Τείχους Απαρτχάιντ αυτό το νούμερο θα μειωθεί περαιτέρω.
Αν και οι Παλαιστίνιοι πληρώνονται λιγότερο από ότι άλλοι εργάτες στην αγορά της Κατοχής (ένα μέσο ημερομίσθιο 27,40 δολαρίων), οι μισθοί εξακολουθούν να είναι υψηλότεροι από εκείνους της εγχώριας αγοράς (13,40 δολάρια), πράγμα που ενθαρρύνει τους ανθρώπους να αναζητούν εργασία έξω από την Πράσινη Γραμμή ή σε εποικισμούς. Αυτό οδήγησε σε τεχνητή αύξηση του κόστους της εργασίας, καθιστώντας τα νεότευκτα παλαιστινιακά εργοστάσια μη ανταγωνιστικά. Αυτές οι συνθήκες έχουν τη διττή συνέπεια να τροφοδοτούν την εκμετάλλευση του παλαιστινιακού εργατικού δυναμικού και των αγορών από την Κατοχή και να μεγιστοποιούν το κόστος της πολιτικής αντίστασης.
Η παλαιστινιακή οικονομία είδε την εξάρτησή της από το Ισραήλ να αυξάνεται κατά την περίοδο του Όσλο. Τα Κατεχόμενα Εδάφη αναγκάστηκαν να στηριχτούν στο Ισραήλ ως πρωταρχική αγορά απορρόφησης του εργατικού δυναμικού και των αγαθών – το 1998, το Ισραήλ πήρε το 96% των εξαγωγών της Δυτικής Όχθης και της Γάζας, αύξηση 90% από τη δεκαετία του 1980. Το Ισραήλ παραμένει η πηγή του 76% όλων των εισαγωγών. Ως συνέπεια του αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας από τη Δυτική Όχθη, το εμπόριο μεταξύ της Λωρίδας της Γάζας και της Δυτικής Όχθης μειώθηκε κατά 22% μεταξύ 1992-96, ζημιώνοντας σοβαρά την οικονομία.
Η μελλοντική οικονομική «ανάπτυξη» που οραματίζονται η Κατοχή και οι διεθνείς σύμμαχοί της, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, αναπαριστώνται καλύτερα στα σχέδια για τεράστιες βιομηχανικές ζώνες χτισμένες σε παλαιστινιακά εδάφη. Η βιομηχανική ζώνη του Ερέτζ κοντά στη Λωρίδα της Γάζας χρησιμοποιείται ως καταλύτης και πρότυπο μοντέλο για τον τρόπο με τον οποίο οι Παλαιστίνιοι αποστερημένοι από τη γη τους και φυλακισμένοι από το Τείχος μπορούν να εξαναγκαστούν δουλεύουν ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Οι βιομηχανικές ζώνες γύρω από τα Μπαντουστάν δεν είναι καινούργια ιδέα, θυμίζουν τα οικονομικά μοντέλα του ρατσιστικού κεφαλαίου που προωθήθηκε από το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής στα Μπαντουστάν όπως στο Κίσκεϊ και τη Μποφουθατσουάνα.
Έχουν προταθεί μία σειρά από νέες αναγεννημένες βιομηχανικές ζώνες:
Πρωταρχικές μεταξύ αυτών είναι οι ζώνες που θα χωροθετηθούν σε περιοχές κοντά ή πάνω στην Πράσινη Γραμμή, συμπεριλαμβανομένων τοποθεσιών κοντά στη Τζενίν, την Ταρκουμίγια και τη Ράφα, οι οποίες διαθέτουν ήδη στήριξη από διάφορες ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες.
Επιπλέον βιομηχανικά πάρκα σχεδιάζονται στις «Διάμεσες Ζώνες» σε παλαιστινιακά εδάφη απομονωμένα πίσω από το Τείχος Απαρτχάιντ και την Πράσινη Γραμμή, όπως το λεγόμενο Πάρκο Ειρήνης της Τουλκαρέμ όπου ήδη έχει ξεκινήσει η κατασκευή. Η κατασκευή έχει πάρει περίπου 600 ντουνάμ γης από τα χωριά Ιρτάχ και Φαρούν που έχουν κατασχεθεί από το Τείχος.
Οι βιομηχανικές ζώνες είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να υπηρετούν τις ανάγκες των βιομηχανικών αγορών της Κατοχής, είτε μεταφέροντας την πιο καταστροφική περιβαλλοντικά παραγωγή σε παλαιστινιακές περιοχές, ή παρέχοντας φτηνά εργατικά χέρια.
4. Δουλεύοντας υπό Κατοχή
Α. Νομοθεσία Αδειών: Αποκλεισμένοι ή Υποδουλωμένοι
Οι πολιτικές εκμετάλλευσης των Παλαιστινίων εργατών στις ισραηλινές βιομηχανίες έχουν αναπτυχθεί προς διάφορες κατευθύνσεις, δημιουργώντας διακριτούς κανόνες και συνθήκες για τους Παλαιστινίους που εργάζονται μέσα στην Παλαιστίνη του ’48 και εκείνους που εργάζονται στους εποικισμούς, εκείνους που διαθέτουν άδειες εργασίας και εκείνους που δεν έχουν. Το καθεστώς των αδειών έχει δημιουργήσει τον πολιτικό έλεγχο των παλαιστινίων εργατών και τον έλεγχο της ροής τους μέσα στην ισραηλινή οικονομία σύμφωνα με τις ανάγκες της Κατοχής. Οι εργάτες που διέσχιζαν την Πράσινη Γραμμή χωρίς άδειες παρενοχλούνταν, συλλαμβάνονταν και εξευτελίζονταν εάν πιάνονταν από τις δυνάμεις Κατοχής, ωστόσο η ροή τους ήταν βολικά ανεκτή καθώς αποτελούσαν ένα πολύ φτηνό και απολύτως απροστάτευτο εργατικό δυναμικό.
Η χορήγηση άδειας εμπεριέχει:
1. Την παραλαβή μαγνητικής κάρτας από τα γραφεία των δυνάμεων Κατοχής, συχνά εγκατεστημένων μέσα σε εποικισμούς στη Δυτική Όχθη. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες και εκείνοι που έχουν εμπλακεί σε πολιτικές δραστηριότητες – περιγραφή που αγκαλιάζει την πλειοψηφία του παλαιστινιακού πληθυσμού- αποκλείονται.
2. Οι κάτοχοι των καρτών μπορούν στη συνέχεια να υποβάλουν αίτηση για άδεια εργασίας. Διαρκώς μεταβαλλόμενοι περιορισμοί με βάση την ηλικία, το φύλο και τον τόπο κατοικίας εφαρμόζονται για να περάσει από το κόσκινο μόνο ένας ελάχιστος αριθμός αδειών.
3. Οι ισραηλινές κατοχικές αρχές στη συνέχεια εκδίδουν άδειες εργασίας σύμφωνα με τις επιθυμίες των ισραηλινών εταιρειών. Παρακάμπτοντας τις παλαιστινιακές αρχές που υποτίθεται ότι εκδίδουν τις λίστες των αιτούντων, η ντε φάκτο διαδικασία είναι ότι οι ισραηλινές εργοδότες δίνουν απευθείας μία λίστα ονομάτων στις κατοχικές αρχές προς έγκριση. Αυτό εμπεδώνει ένα σχεδόν μεσαιωνικό πελατειακό σύστημα εξάρτησης.
4. Όλες οι άδειες μπορούν να ακυρωθούν με απόφαση του ισραηλινού στρατού. Οι εφιαλτικές διαδικασίες του «συστήματος αδειών» και η εν γένει τάση της Κατοχής να κρατάει όλα τα παραθυράκια της εκμετάλλευσης ανοικτά για το κεφάλαιό της έχει δημιουργήσει τους «μεσίτες αδειών», ισραηλινές εταιρείες που έναντι αντιτίμου εκδίδουν άδειες για παλαιστίνιους εργάτες χωρίς στην πραγματικότητα να τους προσλαμβάνουν. Από τους 25.000 εργάτες από τη Γάζα που περνούν καθημερινά από το Ερέτζ, μόνο οι 10.000 έχουν κανονική δουλειά – οι υπόλοιποι είναι «μαύρη αγορά». Για τα μέλη της Παλαιστινιακής Αρχής, τους πλούσιους παλαιστίνιους επιχειρηματίες και ορισμένους συνεργάτες, εκδίδονται άδειες VIP. Αυτό το σύστημα δίνει τη δυνατότητα σε μια επιλεγμένη ελίτ να διατηρεί τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο πάνω στον υπόλοιπο παλαιστινιακό πληθυσμό και διασφαλίζει τη διαρκή ευημερία όλων των παλαιστινιακών μονοπωλίων.
Β. Σημεία Ελέγχου: Διαρκής Έλεγχος
Ακόμη και η κατοχή άδειας και εργασίας δεν εγγυάται ότι θα επιτραπεί η διέλευση από τα σημεία ελέγχου, καθώς τα κύρια σημεία εισόδου και εξόδου από και προς τις πόλεις είναι κλειστά χωρίς προφανή-δηλωμένο λόγο, εμποδίζοντας τους πάντες (ακόμη και εκείνους που έχουν άδειες) να περάσουν. Στα σημεία ελέγχου, οι παλαιστίνιοι εργάτες υποφέρουν διάφορες μορφές και διαβαθμίσεις κακοποίησης από τις δυνάμεις Κατοχής:
Απρόβλεπτες καθυστερήσεις
Περιορισμένες ώρες διέλευσης
Απάνθρωπες διαδικασίες
Σωματική βία, ή στη χειρότερη περίπτωση, δολοφονία
Κατάσχεση αδειών και μαγνητικών καρτών αναγνώρισης
Σύμφωνα με το παλαιστινιακό υπουργείο Εργασίας, η ισραηλινή συνοριακή αστυνομία αφαίρεσε από 2.400 εργάτες τις άδειες ή τις μαγνητικές κάρτες κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών του 1998. Η ισραηλινή μυστική υπηρεσία χρησιμοποιεί την απειλή της κατάσχεσης της άδειας για να συλλέγει πληροφορίες και σε ορισμένες περιπτώσεις για να στρατολογήσει συνεργάτες. Σύμφωνα με μια μελέτη του Κέντρου για τη Δημοκρατία και τα Εργασιακά Δικαιώματα συνολικά το 90,1% των εργατών που ρωτήθηκαν είπαν ότι φοβόντουσαν πως θα δεχθούν τέτοιου είδους πίεση στο δρόμο για τη δουλειά.
Γ. Περαιτέρω Θεσμικές Διακρίσεις:
Η Εθνική Εργατική Νομοθεσία του Ισραήλ αναγκάζει τους Παλαιστινίους από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα να καταβάλλουν παράβολα πολλών εκατοντάδων δολαρίων, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ τα συνήθη ποσά που καταβάλλονται ως δικαστικά έξοδα στα εργατικά δικαστήρια.
Φόροι συλλέγονται από τις παλαιστινιακές εντολές πληρωμής (25,1% του συνόλου της εντολής) από την Κατοχή, υπό το πρόσχημα ότι προορίζονται για κοινωνικές υπηρεσίες (τις οποίες οι Παλαιστίνιοι δεν δικαιούνται).
Ειδικότερα:
Παρά το γεγονός ότι τα τέλη που αφαιρούνται από το Εθνικό Ίδρυμα Ασφάλισης (ΝΙΙ) από τους μισθούς των Παλαιστινίων από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα και των Ισραηλινών είναι ισότιμα, τα οφέλη δεν είναι. Οι εργάτες από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα δικαιούνται μόνο την αποζημίωση για εργατικά ατυχήματα και την πτώχευση του εργοδότη. Οι σύζυγοί τους μπορούν να διεκδικήσουν επίδομα μητρότητας μόνο αν γεννήσουν σε νοσοκομείο μέσα στην Πράσινη Γραμμή.
Οι παλαιστίνιοι εργάτες αποκλείονται από όλες τις άλλες παροχές που δικαιούνται οι ισραηλινοί εργάτες: συνταξιοδότηση λόγω ηλικίας, επιδόματα αναπηρίας, επιδόματα ανεργίας, επιδόματα χαμηλόμισθων, επιδόματα τέκνων, νοσοκομειακής περίθαλψης κλπ.
Τα δικαστήρια της Κατοχής έχουν ορίσει ότι αν η εργασία ενός παλαιστινίου εργάτη διακοπεί λόγω στρατιωτικών περιορισμών, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση.
Οι φορολογικές αρχές έχουν διαπράξει μεγάλης κλίμακας λανθασμένους υπολογισμούς φόρου εισοδήματος (φυσικά προς όφελος της Κατοχής) των παλαιστινίων εργατών που υπολογίζονται σε 100.000.000 δολάρια.
Τα λεφτά που καταβάλλονται από τους εργάτες της Δυτικής Όχθης και της Γάζας στο ίδρυμα συνταξιοδότησης και στην Εθνική Ασφάλιση για υπηρεσίες που δεν δικαιούνται έχουν κλαπεί και μεταφερθεί σε μυστικούς λογαριασμούς.
Το Ισραήλ, ως κράτος μέλος του ΟΗΕ, είναι το ίδιο συνυπογράφον σε διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες που διασφαλίζουν τα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά εργατικά δικαιώματα και οφείλει επομένως να τα εφαρμόσει.
Δ. Διακρίσεις στις Ισραηλινές Βιομηχανίες
Ο θεσμοθετημένος ρατσισμός της Κατοχής επιτρέπει στους ισραηλινούς εργοδότες να υπερθεματίζουν πάνω στην εκμετάλλευση των παλαιστινίων εργατών καθώς απουσιάζει ολοκληρωτικά η στήριξη των συνδικάτων για τους εργάτες της Δυτικής Όχθης και της Γάζας. Ορισμένοι από τις πιο κλασικές μορφές είναι:
- Ακόμη και σε περιπτώσεις που οι εργάτες πληρώνονται κατ’ όνομα το βασικό μισθό, κοροϊδεύουν πολλούς εργάτες καθώς στα δελτία πληρωμής τους οι ώρες και ημέρες εργασίας εμφανίζονται δραστικά μειωμένες.
- Η ελλιπής καταγραφή των ημερών και ωρών εργασίας περιορίζει και άλλες παροχές. Μία μελέτη του PHRMG δείχνει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα εξαναγκάζονται να την αποδεχτούν.
Μελέτη που εκπονήθηκε από το Κέντρο για τη Δημοκρατία και τα Εργατικά Δικαιώματα δείχνει ότι το 94,6% των συνεντευξιαζόμενων παλαιστινίων εργατών λαμβάνει μισθούς που δεν αρκούν για να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες και το 85,2% αυτών που εργάζεται για ισραηλινούς εργοδότες εργάζονται στη βάση ημερήσιας αντιμισθίας.
Προκειμένου να ενισχυθεί ο εποικισμός της Δυτικής Όχθης, η Κατοχή εφαρμόζει ένα διττό ρατσιστικό σύστημα στους εποικισμούς που αποκλείει τους Παλαιστινίους από την ισραηλινή εργατική νομοθεσία. Ενώ οι ισραηλινοί εβραίοι εργάτες προστατεύονται πλήρως από τους νόμους και τα συνδικάτα τους, στην περίπτωση των παλαιστινίων εργατών, οι βιομηχανίες εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε κοινωνικής παροχής, όπως έξοδα μετακίνησης, επίδομα άδειας ή ρουχισμό εργασίας. Η αποζημίωση απόλυσης, η άδεια ασθενείας ή ατυχήματος είναι χαμηλότερα απ’ ότι ορίζει η ισραηλινή νομοθεσία. Μείωσε περαιτέρω τα εμπόδια για άδειες εργασίας που επιτρέπουν σε ανύπαντρους και σε ανθρώπους μικρότερους των 25 ετών να λάβουν άδεια με σκοπό να ενθαρρυνθούν περισσότεροι Παλαιστίνιοι να αποδεχτούν τέτοιες σχέσεις εργασιακής εκμετάλλευσης.
Κοιλάδα του Ιορδάνη:
Οι εργάτες στον εποικισμό κερδίζουν από 50 μέχρι 60 σέκελ (περίπου 12 με 14 δολάρια) για 7ωρη ημερήσια εργασία, από τις 6 μέχρι τη 1. Οι εργάτες δεν είναι εγγεγραμμένοι και δεν λαμβάνουν δελτία πληρωμής, οι απολύσεις εργατών δεν υπόκεινται σε περιορισμούς και οι εργοδότες συχνά καθυστερούν τους μισθούς. Χωρίς επιδόματα αδείας οι εργάτες συχνά αναγκάζονται λόγω κακής οικονομικής κατάστασης να εργάζονται 7 μέρες την εβδομάδα. Σε ορισμένα εργοτάξια, δεν υπάρχουν καθορισμένα διαλείμματα για γεύμα και συχνά ούτε και αποχωρητήρια. Ο εξοπλισμός ασφαλείας απουσιάζει.
Οι εργάτες γης κατά την περίοδο της συγκομιδής των φρούτων αναγκάζονται να περνάνε τρεις με έξι ώρες την ημέρα πάνω στην κορυφή ενός φοίνικα. Χρησιμοποιώντας ένα γερανό ο εργοδότης ανεβάζει τον εργάτη στην κορυφή του φοίνικα και τον αφήνει εκεί για πολλές ώρες χωρίς να έχει τρόπο να κατέβει.
Πληροφορίες από: Δουλειά με Κάθε Κόστος: Η Εργασία των Παλαιστινίων Εργατών Γης στους Εποικισμούς της Κοιλάδας του Ιορδάνη Salwa Alinat, Kav LaOved's Συντονιστής Παλαιστινιακού Προγράμματος, Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2006).
Βιομηχανικό πάρκο Μπαρκάν (διαμέρισμα Σαλφίτ):
Σύμφωνα με την εφημερίδα Al-Rissalah, 60 εργάτες απολύθηκαν από το εργοστάσιο πλαστικών Technoplast αφού απέργησαν διαμαρτυρόμενοι για διαρκείς εργατικές παραβιάσεις. Ορισμένοι από τους εργάτες είπαν ότι μοχθούν κοπιαστικά για 12 ώρες τη μέρα, κάθε μέρα της εβδομάδας. Όποιος χάσει τη δουλειά λόγω ασθενείας στέλνεται σπίτι για μια βδομάδα ή και παραπάνω χωρίς πληρωμή. Οι υπερωρίες και ο βασικός μισθός δεν καταβάλλονται.
(Εκδόσεις & Μελέτες, Παλαιστινιακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων)
«Στο συνοριακό πέρασμα του Ερέτζ, το βασικό σημείο εισόδου στο Ισραήλ, οι Παλαιστίνιοι εργάτες υποχρεώνονται να περπατούν δύο χιλιόμετρα μέσα από ένα λασπωμένο μονοπάτι πιο κατάλληλο για βόδια παρά για ανθρώπους. Αυτό το πέρασμα έχει ονομαστεί ‘Πέρασμα του Θανάτου’. Μόλις περάσουν από το Πέρασμα του Θανάτου οι εργάτες αναγκάζονται να περιμένουν σε πολυπληθείς ουρές ενώ οι ισραηλινοί στρατιώτες ψάχνουν τα ρούχα τους και τα άλλα τους πράγματα. Οι στρατιώτες συχνά κακοποιούν φραστικά τους εργάτες σε διαπληκτισμούς στο συνοριακό πέρασμα. Επειδή ένας εργάτης ποτέ δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει η καθυστέρηση ή πόσο σκληροί θα είναι οι έλεγχοι κάθε πρωί, πρέπει να φύγει από το σπίτι του μες τη νύχτα κάθε μέρα για να είναι σίγουρος ότι θα φτάσει εγκαίρως στον προορισμό του. Για παράδειγμα ένας εργάτης από τον προσφυγικό καταυλισμό της Τζαμπαλίγια περιέγραψε ως εξής τη ρουτίνα του: ‘Ξυπνάω στις 2, στις 3.20 είμαι στο σημείο ελέγχου. Ορισμένες φορές φτάνω στο Τελ Αβίβ στις 5.45, αν και η δουλειά αρχίζει στις 7 επειδή ποτέ δεν ξέρεις πόση ώρα θα πάρει’».
(Εκδόσεις & Μελέτες, Παλαιστινιακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, http://www.phrmg.org/)
5. Η Χισταντρούτ – υπερασπίζοντας την Κατοχή
Η Χισταντρούτ από τη στιγμή της ίδρυσής της το 1920 επιτέλεσε ένα κομβικό ρόλο εντός του σιωνιστικού σχεδίου για την κατάκτηση των εδαφών για το εβραϊκό εργατικό δυναμικό. Η φιλελεύθερη ρητορική περί ισότητας δεν αρκεί για να αποκρύψει μια πραγματικότητα ρατσισμού καθώς και το γεγονός ότι συνιστά κινητήρια δύναμη της Κατοχής.
Το 1970, συνήψε μια συμφωνία με το υπουργείο «Άμυνας» της Κατοχής δεσμευόμενη ότι «κάθε εργαζόμενος από ‘τα διοικούμενα εδάφη’ θα πρέπει να απολαμβάνει πλήρη επαγγελματική προστασία στο χώρο εργασίας του/της και πρέπει να διασφαλίζονται τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματά του/της». Αντ’ αυτού η Χισταντρούτ και το Ισραήλ παραβιάζουν τα δικαιώματα των Παλαιστινίων εργατών με αναρίθμητους τρόπους, μεταξύ αυτών:
Όταν η Κατοχή συνέλαβε και απέλασε Παλαιστίνιους ηγέτες συνδικαλιστές τις δεκαετίες του 1970 και του ’80 η Χισταντρούτ παρέμεινε σιωπηλή. Αντί να ενεργήσει ως εργατικό συνδικάτο υπερασπίζοντας τους εργάτες, η Χισταντρούτ αποδέχτηκε τα κριτήρια του στρατού για τη διάθεση των αδειών εργασίας που αναφέρονται παραπάνω.
Η αντιμετώπιση των Παλαιστινίων εργατών από τη Χισταντρούτ δεν διέφερε σημαντικά από εκείνη του προσωπικού εταιρειών, «επειδή με τα μέσα του καθεστώτος και του στρατιωτικού ελέγχου, πήρε εργάτες από τα Εδάφη και τους πρόσδεσε σε εργοδότες, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα φτηνό εργατικό δυναμικό για τις δικές της επιχειρήσεις και μια επιπλέον πηγή συνδρομών μελών».
(Η Διάλυση της Χισταντρούτ, Dani Ben Simhon www.workersadvicecenter.org/)
Αναγνώρισε συνδικαλιστικά δικαιώματα στους παράνομους εβραίους εποίκους στους εποικισμούς της Δυτικής Όχθης και της Γάζας, αλλά ουδέποτε σκέφτηκε τους παλαιστινίους εργάτες από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα.
Αν και καταβάλλουν πληρωμές στη Χισταντρούτ, οι εργάτες της Δυτικής Όχθης και της Γάζας δεν δικαιούνται να ψηφίζουν στις εκλογές του συνδικάτου, ούτε να παίρνουν μέρος στα τοπικά εργατικά συμβούλια. Τους αρνούνται ακόμη και το καθεστώς παρατηρητή στις εργοστασιακές εργατικές επιτροπές.
Ουδέποτε αντιτάχθηκε στις μαζικές συλλήψεις παλαιστινίων εργατών από τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα που είχαν φτάσει στους χώρους εργασίας τους χωρίς κανονικές «άδειες».
Αν και η Χισταντρούτ συνειδητοποίησε ότι προκειμένου να εισάγει τους Παλαιστινίους και να τους καταστήσει λιγότερο επίφοβους έπρεπε να τους επιτρέψει να γίνουν μέλη στο συνδικάτο, και αφαίρεσε τον όρο ότι όλα τα μέλη πρέπει να είναι Εβραίοι, η ουσία της πολιτικής και των στόχων της παρέμεινε αναλλοίωτη – η κατάκτηση παλαιστινιακής γης για το εβραϊκό εργατικό δυναμικό.
Στην πραγματικότητα η Χισταντρούτ είναι ιδιοκτήτρια των κιμπούτς και την αγροτικών εποικισμών moshav, που ελέγχουν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό γης και τα οποία επιτρέπουν ρητά και κατηγορηματικά μόνο Εβραίους ως μέλη. Όταν η «Νέα» Χισταντρούτ με τους νέους όρους της ήταν να δημιουργηθεί, ο τομέας που διαχειριζόταν τους εποικισμούς ιδιωτικοποιήθηκε επίσημα και μέχρι σήμερα αρνείται ως μέλη μη-εβραϊκά κιμπούτς και/ή moshav.
Στο πλαίσιο του «πρώτα οι Εβραίοι εργάτες», η Χισταντρούτ:
Καταδικάστηκε για πολιτική διακρίσεων τον Ιούλιο του 2005 (από τα ίδια τα Δικαστήρια της Κατοχής!) για την υπογραφή συλλογικής σύμβασης που θα απαγόρευε να λαμβάνουν παροχές οι εργαζόμενοι σε ξενοδοχειακές μονάδες χωρίς εθνικές ταυτότητες, όπως οι ξένοι εργάτες και οι Παλαιστίνιοι της Δυτικής Όχθης και της Γάζας.
Υποστήριξε την καμπάνια της Κατοχής το 2002 για αναγκαστική απέλαση ξένων εργατών, σε υπεράσπιση του εβραϊκού εργατικού δυναμικού. Στην πραγματικότητα ο Πρόεδρος της Χισταντρούτ στη Δυτική Γαλιλαία, Asher Shmueli, δήλωσε ότι οι ξένοι εργάτες «προσλαμβάνονται σε ορισμένες εργασιακές θέσεις υπό τις πιο επαίσχυντες συνθήκες σκλαβιάς, ενώ οι ισραηλινοί εργάτες απορρίπτονται και δεν μπορούν να βρουν δουλειές».
Η Χισταντρούτ σκοπίμως κερδίζει από τις αναγκαστικές μειώσεις στα δελτία πληρωμής των Παλαιστινίων από τέλη συνδρομής που δεν αντιστοιχούν σε συνδικαλιστικές υπηρεσίες.
Το 1995, η Χισταντρούτ υπέγραψε μια συμφωνία με την PGFTU που υποχρέωνε τη Χισταντρούτ να καταβάλει στο παλαιστινιακό συνδικάτο 8 εκατομμύρια σέκελ ως αποζημίωση για τα χρήματα που είχε λανθασμένα συγκεντρώσει από τους παλαιστίνιους εργάτες κατά το παρελθόν, αν και οι Παλαιστίνιοι αποτιμούν το ποσό που τους χρωστάει σε 1,5 δις σέκελ. Μέχρι σήμερα (2007), μόνο 1 εκατομμύριο σέκελ έχουν κατατεθεί, ενώ εξακολουθούν να συγκεντρώνονται κατά παράβαση χρήματα από τους Παλαιστινίους, πλουτίζοντας τους λογαριασμούς καταθέσεων της Χισταντρούτ.
Ακόμη και αν η Χισταντρούτ περηφανεύεται ότι πρόσφερε νομική βοήθεια σε καμιά εκατοστή παλαιστίνιους εργάτες, επειδή το σύνολο της παλαιστινιακής εργατικής δύναμης είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, η βοήθεια σε τόσο μικρό ποσοστό συνιστά απλά μία ανειλικρινή και ατελέσφορη ενέργεια, όχι μια πραγματική υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων.
Η Χισταντρούτ συνεργάστηκε απευθείας με το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, προσπορίζοντας τεράστια κέρδη:
Το 1973, ενώ το παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα οργανωνόταν για να μποϊκοτάρει το απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής η εταιρεία Koor ιδιοκτησίας της Χισταντρούτ ίδρυσε κοινή επιχείρηση με την εταιρεία Iscor της Νοτίου Αφρικής, την Iskoor. Η κοινή επιχείρηση κατασκεύαζε θωρακισμένα τμήματα για τα ισραηλινά τανκ Merkava I και τα 150 Centurion τανκ της Νοτίου Αφρικής, μεταγωγικά προσωπικού και τα πρώτα αναγνωριστικά οχήματα. Η Νότιος Αφρική έστελνε το μέταλλο, το Ισραήλ παρείχε τη φόρμουλα, και η Iskoor κοντά στο Τελ Αβίβ έκανε τη δουλειά.
Η Koor επιπλέον επένδυσε στις λεγόμενες συνοριακές βιομηχανίες στα περίχωρα των Μαντουστάν, όπως το εργοστάσιο Τραντιράν στο Ροσσλίν και ένα αγροτικό χημικό εργοστάσιο κοντά στο Τρανσκέι. Αυτές οι βιομηχανίες, παρόμοιες με τις σημερινές «βιομηχανικές ζώνες» κοντά στο Τείχος, αναπτύχθηκαν για να εκμεταλλεύονται τους καταπιεσμένους του καθεστώτος απαρτχάιντ.
Στο ζενίθ του κινήματος ενάντια στο απαρτχάιντ στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η Χισταντρούτ ανέπτυξε δεσμούς όχι με το μαζικό κίνημα των νοτιοαφρικανικών συνδικάτων αλλά με συνδικάτα που χρηματοδοτούνταν από το λευκό καθεστώς απαρτχάιντ και τους διαχειριστές των Μπαντουστάν. Οι τελευταίοι είχαν κάνει στόχο τους την καμπάνια ενάντια στο ισχυρότερο παρά ποτέ παγκόσμιο κίνημα μποϊκοτάζ.
6. Εργατική αλληλεγγύη – παλεύοντας για την Παλαιστινιακή απελευθέρωση
Η εκμετάλλευση των Παλαιστινίων εργατών και η καταστροφή της παλαιστινιακής οικονομίας είναι πυλώνες της ισραηλινής κατοχής και του απαρτχάιντ. Ο αγώνας για κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα και τη δικαιοσύνη για τους παλαιστίνιους εργάτες είναι συνεπώς αναπόσπαστο τμήμα του παλαιστινιακού εθνικού αγώνα για απελευθέρωση. Αυτός ο αγώνας για αξιοπρεπή εργασία στην Παλαιστίνη δεν είναι μόνο αγώνας για καλύτερες συνθήκες εργασίας, μισθούς και παροχές αλλά και αγώνας ενάντια σ’ ένα καλά δομημένο σύστημα αδειών, αποκλεισμών, παρενοχλήσεων και καταπίεσης που επιβάλλεται στους εργάτες από την Κατοχή.
Η διεθνής αλληλεγγύη προς τους παλαιστίνιους εργάτες είναι συνεπώς πάνω απ’ όλα αλληλεγγύη ενάντια στην Κατοχή. Στις 11 Φεβρουαρίου 2007, οι παλαιστινιακές εργατικές ομοσπονδίες και επαγγελματικά συνδικάτα διακήρυξαν εκ νέου την Ενιαία Παλαιστινιακή Έκκληση για Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων και Κυρώσεις που ανακοινώθηκε στις 9 Ιουλίου 2005 και απηύθυνε έκκληση για την αλληλεγγύη των εργατών για:
Μποϊκοτάζ και απόσυρση επενδύσεων από το Ισραήλ
Προσπάθεια επιβολής κυρώσεων εις βάρος του Ισραήλ
Μποϊκοτάζ της Χισταντρούτ (Ισραηλινή συνδικαλιστική ομοσπονδία)
Έκαναν έκκληση για τέτοιες ενέργειες «μέχρις ότου το Ισραήλ να σταματήσει τα εγκλήματά του ενάντια στο λαό μας και να εφαρμόσει το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα».
Αυτή η έκκληση απευθύνεται στα αραβικά και διεθνή εργατικά συνδικάτα και ειδικότερα στη Διεθνή Συνομοσπονδία των Αραβικών Συνδικάτων, την Αραβική Λίγκα, την Αραβική Οργάνωση Εργασίας, τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, τη Διεθνή Συνομοσπονδία Εργατών, την Οργάνωση της Ενότητας των Αφρικανικών Συνδικάτων, τον Παλαιστινιακό λαό και τη διεθνή κοινότητα.